Το Υπουργείο Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου προχωρά σε μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις των τελευταίων ετών στον τομέα της στρατιωτικής εκπαίδευσης, υπογράφοντας σύμβαση ύψους 2 δισ. λιρών και διάρκειας 15 ετών για την ανάπτυξη ενός νέου συστήματος εκπαίδευσης που αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη (AI), προηγμένα αναλυτικά εργαλεία και εικονικά περιβάλλοντα. Η δράση ονομάζεται Collective Training Transformation Programme (CTTP) και αποσκοπεί στην προετοιμασία του Βρετανικού Στρατού για τις απαιτήσεις του σύγχρονου πεδίου μάχης.

Κεντρικό στοιχείο του νέου συστήματος αποτελεί το Combat Laboratory, μια ψηφιακή πλατφόρμα που συνδυάζει προσομοιώσεις, πραγματικά συστήματα εκπαίδευσης, ανάλυση δεδομένων και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Μέσω αυτής, οι στρατιωτικοί θα μπορούν να εκπαιδεύονται σε ιδιαίτερα ρεαλιστικά επιχειρησιακά σενάρια, τα οποία αναπαριστούν τη δυναμική και την πολυπλοκότητα των σύγχρονων συγκρούσεων, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων τα διδάγματα που έχουν εξαχθεί από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με το υπουργείο, το νέο περιβάλλον εκπαίδευσης θα επιτρέπει την εκπαίδευση έως και 60.000 στρατιωτών ετησίως, ενώ θα υποστηρίζει ασκήσεις από επίπεδο λόχου έως και σχηματισμούς περίπου 50.000 στελεχών. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν προορίζεται να λαμβάνει επιχειρησιακές αποφάσεις ή να ελέγχει οπλικά συστήματα, αλλά να λειτουργεί ως εργαλείο υποστήριξης της εκπαίδευσης, αναλύοντας επιδόσεις, εντοπίζοντας πρότυπα συμπεριφοράς και συμβάλλοντας στη βελτίωση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από διοικητές και επιτελεία.

Στρατιώτες του βρετανικού συντάγματος του Δούκα του Λάνκαστερ συμμετέχουν σε δοκιμές εξοπλισμού τεχνητής νοημοσύνης στη βάση της μονάδας τους, στο Τσέστερ. Εδώ σε δοκιμές παγκατευθυντικών διαδρόμων Infinadecks με χρήση διοπτρών Virtual Reality Land Trainer, ένα από τα συστατικά του CTTP (Collective Training Transformation Programme).

Η σύμβαση ανατέθηκε στην κοινοπραξία Omnia Training, με επικεφαλής τη Raytheon UK, στην οποία συμμετέχουν επίσης οι Capita, Cervus, Rheinmetall UK και Skyral, ενώ συμμετέχουν πάνω από 44 βρετανικές εταιρείες. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το πρόγραμμα θα υποστηρίξει περίπου νέες 400 θέσεις εργασίας, εκ των οποίων οι 270 θα είναι υψηλής εξειδίκευσης, ενώ παράλληλα θα δημιουργηθούν 100 νέες θέσεις μαθητείας σε συνεργασία με ακαδημαϊκά ιδρύματα και θα προσφερθούν ευκαιρίες απασχόλησης και σε βετεράνους των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται επίσης στην ανάπτυξη εγχώριων τεχνολογικών δυνατοτήτων, καθώς το υπουργείο αμύνης υπογραμμίζει ότι κρίσιμες τεχνολογίες των εταιρειών Skyral και Cervus αποτελούν βρετανικές λύσεις με την πνευματική ιδιοκτησία να παραμένει υπό εθνικό έλεγχο. Η επιλογή αυτή εντάσσεται στη στρατηγική ενίσχυσης της τεχνολογικής αυτονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου σε τομείς αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι ψηφιακές εφαρμογές άμυνας.