Ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε εντολή στον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ να περιορίσει «ουσιαστικά» τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις ΗΠΑ και Νότιας Κορέας, λίγες ώρες πριν από την έναρξη της Ulchi Freedom Shield 2026. Η ετήσια άσκηση των αμερικανικών και νοτιοκορεατικών ενόπλων δυνάμεων άρχισε στις 17 Αυγούστου και συγκεντρώνει περίπου 18.000 Νοτιοκορεάτες στρατιωτικούς, με στόχο την κοινή άμυνα απέναντι στη Βόρεια Κορέα.

Η Ulchi Freedom Shield περιλαμβάνει σύνθετα σενάρια κοινών επιχειρήσεων, ασκήσεις πραγματικών πυρών και εκπαίδευση απέναντι σε drones, παρεμβολές GPS και κυβερνοεπιθέσεις. Στο φετινό πρόγραμμα περιλαμβάνονται επίσης δοκιμές συντονισμού πυρών ακριβείας, διάβασης υδάτινων κωλυμάτων και διανομής προτοποθετημένου στρατιωτικού υλικού. Παρόμοιες εντάσεις είχαν καταγραφεί και σε προηγούμενες κοινές ασκήσεις ΗΠΑ και Νότιας Κορέας. Η ακριβής έκταση των περικοπών παραμένει ανοιχτή, καθώς η Ουάσινγκτον και η Σεούλ εξετάζουν ποια τμήματα του προγράμματος θα επηρεαστούν.
Στην ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλέστηκε το κόστος των ασκήσεων και την προσωπική σχέση του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν. Υποστήριξε ότι οι δραστηριότητες στέλνουν προς την Πιονγκγιάνγκ ένα μήνυμα που θεωρεί εχθρικό και ανέφερε ότι η χρονική εγγύτητα της άσκησης άφηνε περιθώριο για περιορισμό αντί ακύρωσης. Η εντολή προς τον Χέγκσεθ χρειάζεται πλέον να μετατραπεί σε συγκεκριμένες αλλαγές στο πρόγραμμα, στις δυνάμεις και στα σενάρια της Ulchi Freedom Shield.
Το μήνυμα προς τη Σεούλ και την Πιονγκγιάνγκ
Το πιο ασυνήθιστο στοιχείο της τοποθέτησης Τραμπ είναι ότι συνδέει μια άσκηση αποτροπής στην κορεατική χερσόνησο με την άρνηση της Σεούλ να συμμετάσχει στις αμερικανικές ενέργειες κατά του Ιράν. Ο ίδιος αναγνώρισε ότι πρόκειται για ξεχωριστό ζήτημα, προσθέτοντας ότι ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας απέρριψε πρόσφατο αίτημά του για συμμετοχή στην αποπυρηνικοποίηση του Ιράν. Η σύνδεση αυτή δημιουργεί ερωτήματα για την επίδραση διαφωνιών σε ένα μακρινό θέατρο επιχειρήσεων πάνω στη στρατιωτική ετοιμότητα στην Κορέα.
Παράλληλα, ο Τραμπ επέκρινε μια συμβατική σύμμαχο των ΗΠΑ και παρουσίασε τη στάση της Βόρειας Κορέας ως σεβαστική κατά τη δική του προεδρία, επικαλούμενος τη σχέση του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν. Η διατύπωση αποκτά βάρος καθώς η Πιονγκγιάνγκ έχει συνεχίσει τις δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων, ενώ η βορειοκορεατική ηγεσία αντιμετωπίζει σταθερά τις συμμαχικές ασκήσεις ως απειλή.

Ως δημοσιογραφική εκτίμηση, η στάση αυτή μπορεί να ενθαρρύνει την Πιονγκγιάνγκ να θεωρήσει ότι η πίεσή της κατά των κοινών ασκήσεων αποδίδει. Στη Σεούλ μπορεί να ενισχύσει την αβεβαιότητα για την προβλεψιμότητα της αμερικανικής στρατηγικής. Παρόμοιες ανησυχίες για τις αμερικανικές δεσμεύσεις προς συμμάχους έχουν ήδη εμφανιστεί σε άλλα μέτωπα, όπου οι αποφάσεις της Ουάσινγκτον συνδέθηκαν με ευρύτερες πολιτικές διαφωνίες.
Η στρατιωτική επίπτωση θα κριθεί από το εύρος των δραστηριοτήτων που θα περικοπούν. Περιορισμός σε σενάρια υψηλής επιχειρησιακής αξίας θα επηρέαζε τη διαλειτουργικότητα και τη συνοχή της συμμαχίας ΗΠΑ και Νότιας Κορέας. Κυρίως συμβολικές αλλαγές θα είχαν μικρότερη άμεση επίδραση στην αποτροπή. Σε κάθε περίπτωση, η δημόσια αντιπαραβολή της Σεούλ με μια πυρηνικά εξοπλισμένη Βόρεια Κορέα στέλνει πολιτικό μήνυμα σε ολόκληρο το αμερικανικό δίκτυο συμμαχιών στην Ασία.