Η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίζει να ακολουθεί μια -γεμάτη αντιφάσεις- εξωτερική πολιτική που σταθερά πλέον προκαλεί σύγχυση και ανησυχία στους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ. Έτσι είχαμε τις πρόσφατες αποφάσεις για μείωση στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, μαζί με αμφιλεγόμενες δηλώσεις για την Ταϊβάν, που δημιουργούν την εντύπωση μιας Αμερικής που αμφισβητεί ή και εγκαταλείπει τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις της περί διεθνούς ασφαλείας.

Λίγες μέρες πριν, στις 15 Μαΐου 2026, η ηγεσία του Αμερικανικού Στρατού βρέθηκε στο στόχαστρο του Κογκρέσου μετά την ακύρωση της ανάπτυξης πάνω από 4.500 στρατιωτών στην Πολωνία. Η απόφαση, που προήλθε απευθείας από τον Υπουργό Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, αφορούσε την 2η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία της 1ης Μεραρχίας Ιππικού, η οποία είχε προγραμματιστεί για εναλλαγή άλλης μονάδας που είχε συμπληρώσει την παραμονή της. Μάλιστα η Ταξιαρχία είχε ήδη συσκευάσει τον εξοπλισμό της και μονάδες της είχαν φθάσει στην Ευρώπη ως προπομποί της όλης μετακίνησης, όταν η εντολή ακύρωσης ήρθε ξαφνικά. Σε αυτό το σκηνικό, είχε προηγηθεί η ανακοίνωση πως η Ουάσιγκτον θα αποσύρει 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία, ως “τιμωρία” που το Βερολίνο δεν παρείχε βοήθεια στην επίθεση κατά του Ιράν.

Ειδικά όμως η ακύρωση της μετακίνησης στην Πολωνία, συνάντησε την οργή Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών βουλευτών, που την χαρακτήρισαν ως «χαστούκι» στην Βαρσοβία και τις γειτονικές χώρες της Βαλτικής. Ακόμη και ο γενικός διοικητής της USEUCOM (της Διοίκησης Ευρώπης των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων), Στρατηγός Αλέξιους Γκρίνκεβιτς, φέρεται να είχε εκφράσει επιφυλάξεις.

Η κίνηση συνδέεται με τις πιέσεις του Τραμπ προς την Ευρώπη να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες και να στηρίξει περισσότερο τις αμερικανικές επιχειρήσεις, όπως στον Περσικό Κόλπο στον πόλεμο με το Ιράν. Και εδώ όμως, η δράση κατά της Πολωνίας είναι ακατανόητη καθώς η χώρα ξοδεύει το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της σε αμυντικές δαπάνες, και έχει χαρακτηρίστει ως “εξέχων φίλος” των ΗΠΑ.

Παρόμοια ανησυχία εκφράζεται και στη Νότια Κορέα. Αν και οι 28.500 Αμερικανοί στρατιώτες στην κορεατική χερσόνησο παραμένουν, η μείωση στην Ευρώπη δείχνει ότι η αμερικανική παρουσία γίνεται πιο «ρευστή» γενικώς και εξαρτάται από διμερείς διαπραγματεύσεις. Όπου η Σεούλ καλείται να συνεισφέρει περισσότερο και οικονομικά και στρατιωτικά, στην άμυνα της, αλλά και σε περιφερειακές κρίσεις, ενώ οι ΗΠΑ, από την μια λένε πως μετακινούν το βάρος τους στην Ασία, αλλά από την άλλη αναδιανέμουν τη στήριξη τους στους εκεί παραδοσιακούς συμμάχους τους.

Το πιο ανησυχητικό μήνυμα, όμως, ήρθε από την Ασία. Σε συνέντευξή του στο Fox News μετά τη επίσκεψη του στο Πεκίνο, ο Τραμπ αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν την Ταϊβάν σε περίπτωση κινεζικής εισβολής. «Δεν ψάχνω να ταξιδέψω 9.500 μίλια για να πολεμήσω», δήλωσε, ενώ ακόμη αναμένεται να εγκρίνει ακόμα πακέτο εξοπλισμών 14 δισ. δολαρίων για τη μικρή νησιωτική χώρα. Και γενικότερα, κατά την επίσκεψη του στην Κίνα -όπου απέσπασε λίγα, κυρίως στην αποδοκιμασία των πυρηνικών του Ιράν- ήταν ιδιαίτερα κολακευτικός για τις διμερείς σχέσεις, Ουάσιγκτον-Πεκίνου χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Ενώ αντίθετα η κινεζική διπλωματία κέρδισε “πόντους” διεθνώς, με την ανάλυση περί παγκόσμιας ισορροπίας που παρουσίασε.

Η αντίδραση της Ταϊβάν πάντως ήταν άμεση και σκληρή. Ο πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε δήλωσε σε ανάρτησή του ότι «η Ταϊβάν δεν θα θυσιαστεί ποτέ, ούτε θα ανταλλαγεί», χαρακτηρίζοντας την Κίνα «ρίζα της αστάθειας» και υπερασπιζόμενος τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων ως βασικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η δήλωση αυτή ήρθε ως απάντηση στις αμφιβολίες Τραμπ, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η Ταϊβάν νιώθει εκτεθειμένη.

Συντονισμένο σχέδιο ή σπασμωδική δράση;

Οι κινήσεις Τραμπ ταυτίζονται βέβαια με τη γενική πολιτική του περί «America First»: Με μείωση αμυντικής παρουσίας στο εξωτερικό, με πίεση για μεγαλύτερη συνεισφορά των συμμάχων και τη χρήση στρατιωτικής παρουσίας ως διαπραγματευτικό εργαλείο, αλλά και συνεχείς απειλές για “απόσυρση από την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ”. Αυτή η πολιτική όμως, με φραστική βιαιότητα, χωρίς κανένα διπλωματικό φίλτρο, με απότομη εφαρμογή χωρίς καμμία διαβούλευση είτε με το Κογκρέσο εντός ΗΠΑ, είτε με τους συμμάχους διεθνώς, δεν προσφέρει στη διεθνή σταθερότητα. Έτσι η παγκόσμια εμπιστοσύνη στις αμερικανικές εγγυήσεις διαβρώνεται, ενθαρρύνοντας Ρωσία, Κίνα και Βόρεια Κορέα να δοκιμάσουν τα δικά τους όρια.

Τα παραπάνω συνδυάζονται και με τον διεθνή εμπορικό-δασμολογικό “πόλεμο” που έχει κηρύξει ο Τραμπ, δηλώνοντας μάλιστα πως “όλοι μας κλέβουν, όλοι μας χρωστάνε”! Έτσι οι ΗΠΑ εμφανίζονται να αποσύρονται από συμμαχίες που έκαναν δεκαετίες να συγκροτήσουν, να “πουλούν” συμμάχους τους και μάλιστα με μεγάλη ελαφρότητα και εκδικητική διάθεση, να αποσταθεροποιούν με την οικονομική πολεμική τους το διεθνές σύστημα συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, να κλείνουν την χώρα τους σε ξένα προϊόντα και ταυτόχρονα να αναμένουν πως ο υπόλοιπος κόσμος θα τα αποδεχθεί όλα αυτά και θα ακολουθήσει πειθήνια!

Το πιθανότερο βέβαια είναι οι όποιοι σύμμαχοι των ΗΠΑ να στραφούν σε αυτόνομη δράση και σε εναλλακτικές συμμαχίες, αφήνοντας τις ΗΠΑ πιο απομονωμένες σε έναν πολυπολικό κόσμο. Τον οποίο χρειάζονται απεγνωσμένα όμως, για να συντηρήσουν το τεράστιο δημόσιο χρέος τους και τις εξαγωγές τους.