Υπάρχει κάτι βαθιά παράδοξο όταν μια ήπειρος που κάποτε κουβαλούσε στους ώμους της την παγκόσμια ιστορία χρειάζεται έναν άλλο λαό, μικρότερο, φτωχότερο και πολύ πιο εκτεθειμένο, για να της θυμίσει τι σημαίνει αξιοπρέπεια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει από τον Φεβρουάριο του 2022. Κανένας πανηγυρισμός στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο ή στο Παρίσι δεν αλλάζει την ουσία που βιώνουμε όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες. Η Ουκρανία πολεμά για την ίδια της την ύπαρξη, όμως το αποτέλεσμα της αντίστασής της βαραίνει ολόκληρη την Ευρώπη. Χωρίς το ουκρανικό ανάχωμα στα ανατολικά, η σημερινή εικόνα της ηπείρου θα ήταν τραγικά διαφορετική, πολιτικά, στρατιωτικά και ηθικά.

Η Ευρώπη ξύπνησε αργά, και ο όρος είναι πιο ακριβής από όσο θέλουν να παραδεχθούν οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Για δεκαετίες οι κοινωνίες της ζούσαν μέσα σε μια αυταπάτη που είχε ντυθεί με ιδεολογική σοβαρότητα. Η ιστορία είχε δήθεν τελειώσει με την Πτώση του Τείχους, η Ρωσία θα μετατρεπόταν σταδιακά σε προβλέψιμο εμπορικό εταίρο, η Κίνα θα παρέμενε ένα τεράστιο εργοστάσιο χωρίς πολιτικές βλέψεις και οι Αμερικανοί θα πλήρωναν επ άπειρον τον λογαριασμό της ασφάλειας. Στο μεταξύ, η Ευρώπη θα διατηρούσε άθικτη την ηθική της ανωτερότητα, χωρίς το άβολο κόστος που συνοδεύει πάντα την πραγματική ισχύ. Όλα αυτά κατέρρευσαν την αυγή της 24ης Φεβρουαρίου 2022, όταν τα ρωσικά τεθωρακισμένα, με τις σοβιετικές σημαίες να ανεμίζουν, πέρασαν τα ουκρανικά σύνορα.

Η μεγάλη παράδοση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης

Το πρόβλημα πάει βαθύτερα από τους περικομμένους αμυντικούς προϋπολογισμούς. Η Ευρώπη είχε αρχίσει εδώ και χρόνια να απεμπολεί την ίδια την παραγωγική της βάση, μετακινώντας βαριά μεταποίηση, κρίσιμα ηλεκτρονικά, χημικά, απάρτια οχημάτων, συστήματα και βαριές κατασκευές στην Κίνα, στην Τουρκία, στη Νοτιοανατολική Ασία, όπου το κόστος ήταν χαμηλότερο και οι κανονισμοί χαλαρότεροι. Κράτησε για τον εαυτό της τα εύκολα: χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ρύθμιση αγορών, πράσινη ρητορική, πλουσιοπάροχα κοινωνικά συμβόλαια και μια αίσθηση πολιτιστικής υπεροχής. Άφησε όμως να φύγει κάτι πολύ πολύτιμο, τη βιομηχανική μνήμη μιας ηπείρου που κάποτε ήξερε να φτιάχνει τα πάντα μόνη της.

Η ασφάλεια έγινε υπηρεσία προς αγορά και όχι υποχρέωση προς παραγωγή. Η Ευρώπη έμαθε να παραγγέλνει, να πιστοποιεί, να διαβουλεύεται, να ορίζει κανονισμούς και να ανακοινώνει στρατηγικές. Ξέμαθε όμως να παράγει σε κλίμακα, να αποθηκεύει, να συντηρεί γραμμές πυρομαχικών, να κρατά ζωντανούς μηχανουργούς, τεχνικούς, εργοδηγούς, μηχανικούς παραγωγής και μικρές εταιρείες που μετατρέπουν ένα σχέδιο σε υλικό προϊόν. Η αμυντική βιομηχανία έγινε για πολλές χώρες ένα πολιτικά άβολο υπόλειμμα της παλιάς Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο πυρήνας της στρατηγικής της αυτονομίας.

Quadcopter της 72ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας με προσαρμοσμένο πυρομαχικό, χαρακτηριστικό της ουκρανικής μαζικής χρήσης εμπορικών drones. Πηγή: Ministry of Defence of Ukraine

Η Ελλάδα έζησε αυτή τη λογική με ιδιαίτερη πικρία. Στα χρόνια των Μνημονίων, η αμυντική δαπάνη παρουσιάστηκε ξανά και ξανά ως περιττό βάρος, ως αριθμός που έπρεπε να συμπιεστεί για να βγει το δημοσιονομικό ισοζύγιο. Μια χώρα με σαφή και διαρκή απειλή στα ανατολικά της σύνορα, με ανοιχτό αναθεωρητισμό απέναντί της και με υποχρέωση φύλαξης πραγματικών ευρωπαϊκών συνόρων, βρέθηκε να πιέζεται για περιορισμό της αμυντικής της ισχύος. Την ίδια ώρα, σε ευρωπαϊκές αίθουσες κυκλοφορούσαν με άνεση σενάρια Grexit, ιδέες στρατηγικής επανατοποθέτησης και αναγνώσεις που έβλεπαν την Ελλάδα ως λογιστικό πρόβλημα, ενώ αντιμετώπιζαν την Τουρκία, την Αλβανία ή τα Δυτικά Βαλκάνια ως μελλοντικές γεωπολιτικές ευκαιρίες.

Η ειρωνεία είναι πλέον προφανής. Η Ελλάδα που καλούνταν να απολογηθεί για το κόστος των Ενόπλων Δυνάμεων, κρατούσε και κρατά ένα από τα ελάχιστα πραγματικά στρατιωτικά αποθέματα της Ευρώπης. Η χώρα που έπρεπε δήθεν να αποστρατευθεί για να γίνει πιο ευρωπαϊκή, αποδεικνύεται σήμερα ότι είχε πολύ καλύτερη αίσθηση του κόσμου από πολλούς ευρωπαϊκούς βορράδες. Και αυτό αφορά την απλή εμπειρία μιας χώρας που ζει δίπλα σε αναθεωρητική δύναμη και γνωρίζει ότι οι καλές προθέσεις χωρίς ισχύ καταλήγουν σε ευχές.

Οι αριθμοί που εκθέτουν

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν το μέγεθος της εθελοντικής ευρωπαϊκής αποστράτευσης με εκκωφαντική σαφήνεια. Ανάλογα με τη μεθοδολογία, οι ανοικτές πηγές δίνουν στην Ελλάδα 1.344 άρματα ή περίπου 1.385 αν συνυπολογιστούν διαφορετικές κατηγορίες και επίπεδα ετοιμότητας. Η ουσία όμως δεν αλλάζει. Στον ελληνικό στρατό υπηρετούν Leopard 2A4 και Leopard 2A6HEL, περίπου πεντακόσια Leopard 1A5, καθώς και παλαιότερα M60A3 και M48A5 σε διαφορετικές καταστάσεις αξιοποίησης. Πρακτικά, η μικρή Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων κρατά αρματική μάζα που ξεπερνά τις αντίστοιχες δυνάμεις πολλών μεγάλων και πλουσιότερων ευρωπαϊκών χωρών αθροιστικά.

Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κινείται γύρω στα τριακόσια άρματα. Η Γαλλία, πυρηνική δύναμη και μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχει πολύ μικρότερη αρματική μάζα. Η Ιταλία και η Ισπανία, με οικονομίες και πληθυσμούς πολλαπλάσιους της Ελλάδας, βρίσκονται ακόμη χαμηλότερα. Αυτό είναι η ιστορική αλήθεια μιας ηπείρου που παρέδωσε μεγάλο μέρος της ασφάλειάς της στους Αμερικανούς και δαπάνησε το μέρισμα της ειρήνης σε παροχές, κατανάλωση και ψευδαισθήσεις.

Ουκρανικό Furia UAV της 24ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας, μια από τις εγχώριες λύσεις τακτικής αναγνώρισης. Πηγή: 24th Mechanized Brigade

Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στον αέρα, με διαφορετικές αποχρώσεις. Η Γαλλία διατηρεί περίπου διακόσια με διακόσια είκοσι μαχητικά σε ενεργό δομή, κυρίως Rafale και Mirage 2000. Η Ιταλία κινείται με λιγότερα από εκατό επιχειρησιακά Eurofighter, ενώ η Γερμανία έχει σήμερα στόλο Eurofighter που, μετά τις τελευταίες παραγγελίες του προγράμματος Quadriga, φθάνει περίπου τα 138 αεροσκάφη. Η Βρετανία διατηρεί ισχυρότερη αεροπορική παράδοση, αλλά και αυτή στηρίζει μεγάλο μέρος του μέλλοντός της στο F-35 και σε αμερικανικές αλυσίδες τεχνολογίας. Η Ελλάδα, με τα F-16V, τα Rafale, τα Mirage 2000-5και την προοπτική των F-35A, παραμένει αεροπορικά, δυσανάλογα ισχυρή για το οικονομικό της μέγεθος.

Η γερμανική περίπτωση είναι η πιο συμβολική. Το Νοέμβριο του 2025 η Γερμανία παρουσίασε ως μεγάλο εθνικό ορόσημο το πρώτο νέο Leopard 2A8, το πρώτο άρμα νέας κατασκευής για τον γερμανικό στρατό από το 1992. Τριάντα τρία χρόνια χωρίς νέο άρμα για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι… θεσμική ήττα. Η Ευρώπη πίστεψε ότι η ιστορία θα την περιμένει ευγενικά να ξαναθυμηθεί τι σημαίνει ισχύς. Η ιστορία την ξύπνησε ένα δύσκολο πρωϊνο με ρωσικούς πυραύλους στην Ουκρανία.

Αιχμαλωτισμένο ρωσικό T-90M Proryv από την 80ή Αεροκίνητη Ταξιαρχία, σύμβολο ουκρανικής αντοχής απέναντι στη ρωσική τεθωρακισμένη ισχύ. Πηγή: Roman Pilipey

Για την Ελλάδα, η εικόνα αυτή έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, δείχνει ότι η διατήρηση ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν σωστή επιλογή και όχι δημοσιονομική ιδιοτροπία. Από την άλλη, φανερώνει πόσο επικίνδυνο θα ήταν να αρκεστεί η χώρα στο ότι έχει αριθμούς. Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε πως οι αριθμοί έχουν αξία μόνο όταν συνοδεύονται από υποστήριξη, πυρομαχικά, ανταλλακτικά, διαθεσιμότητες, αποθέματα, εκπαίδευση, βιομηχανική επάρκεια και πολιτική βούληση.

Η στήριξη και η αντιστροφή της

Δίκαιο είναι να αναγνωριστεί πως η ευρωπαϊκή στήριξη στην Ουκρανία υπήρξε σημαντική. Πακέτα όπλων, ατελείωτα φορτία με πυρομαχικά, εκπαίδευση δεκάδων χιλιάδων Ουκρανών στρατιωτών, χρηματοδότηση της κρατικής λειτουργίας, ανθρωπιστική βοήθεια και πολιτική κάλυψη κράτησαν το Κίεβο όρθιο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινητοποίησε τεράστιους πόρους και πλέον συνδέει την ίδια την ασφάλειά της με την επιβίωση της Ουκρανίας. Όμως κάτω από τους αριθμούς υπάρχει μια άβολη αλήθεια. Η Ευρώπη βοηθά την Ουκρανία, ενώ η Ουκρανία πολεμά για την Ευρώπη.

Στις Βρυξέλλες εγκρίνονται πακέτα, στις πρωτεύουσες ανακοινώνονται παραδόσεις όπλων, στις ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες δίνονται συμβόλαια και επιδοτήσεις. Στην Ουκρανία, στο μεταξύ, κρατιέται μέτωπο πάνω από χιλία χιλιόμετρα, αντέχονται καθημερινές πυραυλικές επιθέσεις σε μεγάλες πόλεις, χάνονται εδάφη, σώζονται άλλα, αγοράζεται χρόνος. Χρόνος που σώζει ζωές Ευρωπαίων, οι οποίοι συνεχίζουν να ζουν σαν ο πόλεμος να εξελίσσεται σε κάποιο μακρινό ημισφαίριο. Η Ουκρανία έγινε το ζωντανό σύνορο ανάμεσα στη ρωσική απολυταρχία και σε μια Ευρώπη που είχε ξεχάσει τι σημαίνει η ίδια η έννοια του συνόρου.

Στρατιώτης της 128ης Ταξιαρχίας με anti-drone rifle EDM4S σε χαρακώματα, δείγμα της άμυνας κατά μικρών UAV. Πηγή: 128th Zakarpattia Mountain Assault Brigade

Εδώ βρίσκεται και η ηθική διάσταση που πολλοί Ευρωπαίοι αναλυτές αποφεύγουν να θίξουν. Η χαμένη τιμή της Ευρώπης δεν σώζεται από κάποια σύνοδο κορυφής, ούτε από πανηγυρικές διακηρύξεις περί ευρωπαϊκών αξιών. Σώζεται από έναν λαό που αρνήθηκε να ανταλλάξει την ελευθερία του με φθηνό φυσικό αέριο. Η Ουκρανία πλήρωσε με αίμα την απάντηση σε ένα ερώτημα που πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες απέφευγαν να θέσουν στον εαυτό τους. Πόσο αξίζει η ελευθερία όταν ανεβαίνει ο λογαριασμός θέρμανσης. Πόσο αξίζει η κυριαρχία ενός λαού όταν επιβαρύνει το κόστος ηλεκτρικού ρεύματος.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές κοινωνίες υπάρχει ένα διόλου αμελητέο τμήμα κοινής γνώμης που θα προτιμούσε σιωπηρά την ουκρανική ήττα, αρκεί αυτή να συνοδευόταν από πτώση των τιμών και επιστροφή στη βολική κανονικότητα. Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που μιλούν για ειρήνη και εννοούν συνθηκολόγηση. Υπάρχουν κόμματα που εμφανίζονται ως αντισυστημικά και τελικά αναπαράγουν αυτούσια τη ρωσική αφήγηση. Η Ουκρανία απαντά σε όλους αυτούς κάθε μέρα στο πεδίο, με απώλειες, με πείσμα, με τεχνολογική ευρηματικότητα και με μια κοινωνία που εξακολουθεί να παράγει μέσα στις σειρήνες.

Ουκρανοί στρατιώτες της Εδαφικής Άμυνας στη Shevchenkove μετά την απελευθέρωση της περιοχής του Χαρκόβου. Πηγή: Territorial Defence Forces of Ukraine

Το εργαστήριο του σύγχρονου πολέμου

Η ίδια αυτή κοινωνία έχει μετατραπεί σε κάτι πρωτοφανές για ευρωπαϊκά δεδομένα, σε πραγματικό εργαστήριο σύγχρονης πολεμικής τεχνολογίας. Μια χώρα που το 2022 μπήκε στον πόλεμο με περιορισμένη παραγωγική βάση στα μη επανδρωμένα συστήματα, σήμερα διαθέτει οικοσύστημα που λειτουργεί με τους ρυθμούς τεχνολογικής νεοφυούς εταιρείας και πολεμικής οικονομίας ταυτόχρονα. Τα ουκρανικά drones είναι σύμβολο μιας χώρας που μετατρέπει την ανάγκη σε βιομηχανική καινοτομία.

Η Ουκρανία δεν έχει βέβαια πλήρη αυτάρκεια σε κάθε εξάρτημα κάθε drone. Αυτό που έχει πετύχει όμως είναι ίσως ακόμη πιο σημαντικό. Έχει περάσει σε τεράστια εγχώρια τελική συναρμολόγηση, μειώνει την εξάρτηση από έτοιμα κινεζικά συστήματα, αναπτύσσει κρίσιμα απάρτια και προσαρμόζει την παραγωγή της με βάση τα δεδομένα του μετώπου. Εκεί όπου η Ευρώπη μιλά για στρατηγική αυτονομία ως πολιτικό σύνθημα, η Ουκρανία την αντιμετωπίζει ως θέμα επιβίωσης.

Αεροφωτογραφία του Robotyne από ουκρανικό drone μετά από μήνες μαχών, εικόνα της φθοράς που άφησε ο πόλεμος. Πηγή: ArmyInform

Τα ρωσικά Shahed και τα ιρανικής φιλοσοφίας περιφερόμενα πυρομαχικά άλλαξαν την αντιαεροπορική καθημερινότητα του πολέμου. Η Ουκρανία όμως δεν έμεινε παθητικός δέκτης. Δημιούργησε κινητά κλιμάκια αναχαίτισης, συνδύασε αισθητήρες, πολυβόλα, φορητά αντιαεροπορικά, ηλεκτρονικά μέσα και δικά της drones, ενώ πλέον η εμπειρία της στην αντιμετώπιση ιρανικών drones ενδιαφέρει χώρες πολύ πέρα από την Ευρώπη. Αυτή είναι η ουσία της προσαρμογής. Ο αντίπαλος βρίσκει νέο όπλο, εσύ βρίσκεις φθηνότερο και μαζικότερο τρόπο να το ακυρώσεις.

Στα επίγεια ρομποτικά συστήματα η ουκρανική φιλοσοφία είναι ακόμη πιο ριζοσπαστική. Το Κίεβο σχεδιάζει την προμήθεια δεκάδων χιλιάδων επίγειων ρομποτικών μονάδων, μηχανών που μεταφέρουν πυρομαχικά στις πρώτες γραμμές, εκκενώνουν τραυματίες κάτω από εχθρικά πυρά, τοποθετούν νάρκες και υποστηρίζουν επιθέσεις. Ήδη περιστατικά με ουκρανικά ρομποτικά οχήματα εδάφους δείχνουν πόσο γρήγορα αλλάζει ο πόλεμος. Η Ουκρανία εφαρμόζει τον ρομποτικό πόλεμο ξηράς σε πραγματική κλίμακα, όχι σε εκθέσεις και παρουσιάσεις, αλλά μέσα από ανάγκη.

Καταρριφθέν ρωσικό UAV στο Ντονμπάς, πρώιμη εικόνα της αντιπαράθεσης μη επανδρωμένων συστημάτων πριν την πλήρη εισβολή. Πηγή: Ministry of Defence of Ukraine

Το σημαντικότερο είναι η φιλοσοφία πίσω από όλα αυτά. Η Ουκρανία κατάλαβε ότι ο πόλεμος του 21ου αιώνα κερδίζεται από όποιον συνδυάζει μαζικότητα με ταχύτητα παραγωγής, και αποδοχή απωλειών υλικού χαμηλού κόστους. Η κλασική ευρωπαϊκή προσέγγιση που παράγει εξαιρετικά συστήματα, πανάκριβα, σύνθετα, αργά, με συμβάσεις πολλών ετών, ατελείωτες πιστοποιήσεις και τιμές, οδηγεί αναπόφευκτα σε μικρούς αριθμούς. Ενώ η Ουκρανία παράγει, δοκιμάζει, χάνει, διορθώνει και ξαναπαράγει μέσα σε εβδομάδες αντί για χρόνια.

Στους πυραύλους η ίδια λογική είναι εμφανής. Οι Neptune και τα Flamingo, μαζί με ουκρανικά drones μεγάλης εμβέλειας, δείχνουν ότι μια χώρα χωρίς τους πόρους της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Βρετανίας μπορεί να δημιουργήσει φθηνότερα μέσα στρατηγικής πίεσης, αν αποδεχθεί την ανάγκη γρήγορης παραγωγής και συνεχούς εξέλιξης. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει συχνά τον πύραυλο κρουζ ως πανάκριβο, σπάνιο και πολιτικά βαρύ εργαλείο. Η Ουκρανία τον αντιμετωπίζει ως μέσο πολέμου που πρέπει να υπάρχει σε τεράστιους αριθμούς.

Η Ρωσία προσαρμόζεται φυσικά. Διαθέτει ανθρώπους, πυροβολικό, βιομηχανική αντοχή, ενεργειακούς πόρους και αυταρχική ικανότητα επιβολής. Παράλληλα όμως στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ένα εξωτερικό οικοσύστημα: κινεζικά απάρτια διπλής χρήσης, ιρανικά σχέδια drone και βορειοκορεατικά πυρομαχικά.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα

Υπάρχει μια ιδιαίτερη διάσταση που αφορά κατεξοχήν την Ελλάδα και πρέπει να ειπωθεί. Η ελληνική περίπτωση δεν είναι ουκρανική, αλλά μοιράζεται μαζί της κάποια βαθιά γνωρίσματα. Είναι χώρα μικρή, σε γεωπολιτικά εκτεθειμένο σημείο, που γνωρίζει τη ρητορική του αναθεωρητισμού ως καθημερινή απειλή και όχι ως ακαδημαϊκή έννοια. Η Ελλάδα διατηρεί υψηλή αμυντική δύναμη επειδή η γεωγραφία της δεν της επιτρέπει την πολυτέλεια του ευρωπαϊκού ύπνου.

Το πρώτο μεγάλο μάθημα είναι η αξιοποίηση όσων ήδη υπάρχουν. Η Ουκρανία αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο μαχητικό, κάθε σοβιετικής προέλευσης πλατφόρμα, κάθε δυτικό σύστημα που μπορεί να ενταχθεί στις γραμμές της. Η Ελλάδα συζητά με ευκολία για απόσυρση και πώληση παλαιότερων F-16 και Mirage 2000, για το “μικρό” μέλλον των Mirage 2000-5. Το ουκρανικό μάθημα είναι ξεκάθαρο. Σε ώρα κρίσης, η μαζικότητα μετράει όσο και η ποιότητα. Ένα παλαιότερο μαχητικό με σωστά όπλα, ραντάρ, υποστήριξη και αποστολή μπορεί να σώσει αεροδρόμια, να καλύψει κενά και να αναγκάσει τον αντίπαλο να ξοδέψει πόρους.

Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν η πλατφόρμα αποκτά νέα όπλα. Η ελληνική συζήτηση για κοινές λύσεις στα F-16V και Rafale, για όπλα μεγάλης ακρίβειας, για αξιοποίηση SCALP EG, Meteor, AMRAAM, SPICE ή άλλων μέσων, έχει νόημα μόνο όταν συνδέεται με σοβαρά αποθέματα και ρυθμούς αναπλήρωσης. Η Ουκρανία έδειξε ότι η πλατφόρμα χωρίς όπλα και διαθεσιμότητα, είναι αριθμός σε κατάλογο.

Αυτοκινούμενος εκτοξευτής USPU-360 του ουκρανικού συστήματος Neptune, ενδεικτικός της εγχώριας δυνατότητας πυραύλων κρουζ. Πηγή: ArmyInform

Το ίδιο ισχύει και στην Αεροπορία Στρατού. Η συζήτηση για μεταχειρισμένα CH-47F ή για εκσυγχρονισμό ελληνικών CH-47D είναι θέμα διαθεσιμοτήτων, μεταφοράς εφεδρειών, ταχείας ενίσχυσης νησιών, πολιτικής προστασίας και επιχειρησιακής αντοχής. Η Ουκρανία μάς θυμίζει ότι σε έναν πόλεμο φθοράς, ό,τι μπορεί να πετάξει, να μεταφέρει, να ανεφοδιάσει, να απομακρύνει τραυματίες έχει αξία πολύ μεγαλύτερη από αυτή που του δίνει ένα “ειρηνικό” λογιστικό φύλλο.

Το δεύτερο μάθημα είναι η εγχώρια παραγωγή. Η Ελλάδα διαθέτει ΕΑΒ, ΕΑΣ, ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτρονικών, λογισμικού, αισθητήρων, ναυπηγικής και μη επανδρωμένων συστημάτων. Διαθέτει πανεπιστήμια με ισχυρό υπόβαθρο στη μηχανική, στην πληροφορική και στην αεροδιαστημική. Διαθέτει απόδημους με τεχνογνωσία υψηλού επιπέδου. Αυτό που λείπει είναι ο πολιτικός συντονισμός, η σταθερή χρηματοδότηση και η επιλογή λίγων κρίσιμων προγραμμάτων που θα πάνε μέχρι την παραγωγή.

Η ελληνική προσπάθεια στα drones πρέπει να διαβαστεί με ουκρανικά μάτια. Το πρόγραμμα Αρχύτας της ΕΑΒ, οι πρωτοβουλίες για συμμετοχή ιδιωτικών επιχειρήσεων στην ανάπτυξη drones, οι δυνατότητες ένταξης των Aerosonde στα M1117, τα anti-drone συστήματα της ΕΑΒ, όπως ο Κένταυρος δείχνουν ότι υπάρχει βάση. Το ζήτημα είναι να περάσουμε από την επίδειξη και την ανακοίνωση στη μαζική παραγωγή, στη δοκιμή σε μονάδες, στη συνεχή αναβάθμιση λογισμικού και στη δημιουργία αποθεμάτων.

Το τρίτο μάθημα αφορά τον Στρατό Ξηράς. Τα M1117, τα SPIKE, οι πιθανές λύσεις APKWS II, τα φορητά αντιαρματικά, τα drones επιτήρησης, τα περιφερόμενα πυρομαχικά και τα αντι-drone μέσα πρέπει να μπουν σε κοινή λογική δικτυωμένης άμυνας. Η Ουκρανία απέδειξε ότι το τεθωρακισμένο χωρίς προστασία από drones είναι στόχος, το πυροβολικό χωρίς αναγνώριση είναι άχρηστο και η μονάδα πεζικού χωρίς δικό της μάτι στον αέρα, πολεμά στην τύχη. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει διασύνδεση του Έβρου, των νησιών, της αεράμυνας, του πυροβολικού και των ειδικών δυνάμεων με πολλά μη επανδρωμένα μέσα.

Ουκρανικό επίγειο μη επανδρωμένο όχημα Vepr σε δοκιμή πεδίου, δείγμα της ρομποτικής διάστασης του πολέμου ξηράς. Πηγή: ArmyInform.

Το τέταρτο μάθημα αφορά το Πολεμικό Ναυτικό. Οι φρεγάτες FDI ΚΙΜΩΝ με Aster 30, Sea Fire και RAM είναι τεράστια ποιοτική ενίσχυση, ενώ η συζήτηση για τις αλλαγές στις FDI, και ακόμη πιο προχωρημένες ιδέες όπως περιφερόμενα πυρομαχικά σε πλοία δείχνει ότι η ελληνική σκέψη κινείται. Όμως η Ουκρανία μάς θυμίζει ότι ακόμη και τα κορυφαία πλοία χρειάζονται φθηνά, μαζικά και αναλώσιμα μέσα, drones, αντι-drone συστήματα, μέσα παραπλάνησης, και μεγάλα αποθέματα πυραύλων.

Το πέμπτο μάθημα είναι η ψυχολογία της εθνικής αντοχής. Η Ουκρανία αντέχει επειδή η κοινωνία της έχει αποδεχθεί ότι ο πόλεμος αφορά την επιβίωσή της. Η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, έχει αποστρατευθεί ψυχολογικά σε σημαντικό βαθμό. Συζητά την άμυνα ως δαπάνη και όχι ως ζωτική επένδυση. Η ελληνική κοινωνία έχει ιστορικά αποδείξει ότι όταν αντιληφθεί την απειλή, αντιδρά με τρόπους που εκπλήσσουν. Το ζητούμενο είναι να αντιληφθεί την απειλή πριν αυτή χτυπήσει την πόρτα.

Το έκτο μάθημα είναι η αξιοπιστία των συμμαχιών. Η Ουκρανία ανακάλυψε με τον δύσκολο τρόπο ότι οι συμμαχίες είναι χρήσιμες αλλά ανεπαρκείς από μόνες τους. Η αμερικανική στήριξη μπορεί να αλλάξει με μια αλλαγή προσώπων. Η ευρωπαϊκή ενότητα μπορεί να μπλοκαριστεί από έναν Ορμπάν ή έναν Φίτσο. Η Ελλάδα οφείλει να κρατά τις συμμαχίες της ισχυρές, αλλά να θυμάται ότι η εθνική αυτοδύναμη ισχύς παραμένει η μόνη απόλυτη εγγύηση.

Η κουλτούρα επιβίωσης

Γι αυτό η Ουκρανία είναι εργαστήριο πολέμου, κοινωνικής οργάνωσης, τεχνολογικής εξέλιξης και εθνικής βούλησης. Έχει μεγάλη διαφθορά, πολιτικές ακρότητες, δομικές αδυναμίες, έλλειμμα δημοκρατίας, εξάρτηση από τη δυτική στήριξη και υφίσταται ανθρώπινες απώλειες και καταστροφές υποδομών που θα βαραίνουν για γενιές. Μέσα όμως σε όλα αυτά δημιούργησε μια νέα αμυντική κουλτούρα. Όπου ο πολίτης, ο μηχανικός, ο στρατιώτης, ο προγραμματιστής, ο κατασκευαστής, η εθελοντική ομάδα και το κράτος, αναζητούν λύσεις στο ίδιο δωμάτιο.

Αυτό είναι το αντίθετο της παθητικής Ευρώπης των ατελείωτων διαδικασιών χωρίς αποτέλεσμα. Είναι και το αντίθετο μιας ελληνικής νοοτροπίας που συχνά περιμένει την τέλεια σύμβαση, το τέλειο πρόγραμμα, την τέλεια πιστοποίηση και το τέλειο πολιτικό πλαίσιο πριν ξεκινήσει. Η Ουκρανία δεν περίμενε την τελειότητα. Έφτιαξε λύσεις μέσα στον πόλεμο, τις έστειλε στο μέτωπο, πήρε ανατροφοδότηση και τις ξαναέφτιαξε καλύτερες. Αυτή η κουλτούρα πρέπει να μεταφερθεί και στην Ελλάδα, χωρίς να χαθεί η θεσμική σοβαρότητα, αλλά και χωρίς να πνίγεται κάθε ιδέα στη γραφειοκρατία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα μπροστά σε επιλογή υπαρξιακού χαρακτήρα. Μπορεί να συνεχίσει να μιλά για στρατηγική αυτονομία ως σύνθημα, αγοράζοντας λίγο επιπλέον χρόνο με αμερικανική προστασία, ουκρανικό αίμα και κινεζική παραγωγή. Ή μπορεί να ξαναχτίσει βιομηχανική βάση, αποθήκες, στρατούς, εφεδρείες, υποδομές, πυρομαχικά, αντιαεροπορική άμυνα, drones, αντι-drone συστήματα και πυραύλους. Πάνω από όλα, μπορεί να ξαναχτίσει κουλτούρα εθνικής και ευρωπαϊκής αντοχής.

Η Γερμανία προσπαθεί τώρα να ανακτήσει χαμένο χρόνο με τεράστια εξοπλιστικά πακέτα. Η Ολλανδία, που εγκατέλειψε την οργανική θωρακισμένη της δύναμη το 2011, ξαναχτίζει τεθωρακισμένο πυρήνα σχεδόν από την αρχή. Χώρες που υπερηφανεύονταν για την αμυντική τους απαξίωση ως δείγμα πολιτικής ωριμότητας, ανακαλύπτουν ότι ο κόσμος δεν ωρίμασε μαζί τους. Τα χρήματα είναι απαραίτητα, αλλά δεν αγοράζουν πίσω αμέσως τον χρόνο που χάθηκε, τις γραμμές παραγωγής που έκλεισαν, την τεχνογνωσία που μετανάστευσε και τα πυρομαχικά που δεν παρήχθησαν ποτέ.

Όπου σώζεται σήμερα η ευρωπαϊκή τιμή

Η χαμένη τιμή της Ευρώπης σώζεται σήμερα στο Χάρκοβο, στην Οδησσό, στο Κραματόρσκ, στο Ντονμπάς. Σώζεται στα εργοστάσια drones που λειτουργούν σε υπόγεια, επειδή τα επίγεια μπορούν να χτυπηθούν από ρωσικούς πυραύλους. Σώζεται στα συνεργεία που ξαναφτιάχνουν τεθωρακισμένα κάτω από καμουφλάζ και δίχτυα παραλλαγής. Σώζεται στα κινητά αντιαεροπορικά κλιμάκια που κυνηγούν ρωσικά Shahed νύχτα με νύχτα γύρω από το Κίεβο και τη Λβιβ. Σώζεται στα χαρακώματα που θυμίζουν εικόνες από βιβλία ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και στα υπόγεια κέντρα διοίκησης όπου μια χώρα συνεχίζει να λειτουργεί ενώ βομβαρδίζεται.

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν είναι μόνο τα ψιλά γράμματα ενός κανονισμού για μπαταρίες, εκπομπές ή δημόσιες συμβάσεις. Είναι και η ικανότητα μιας κοινωνίας να σταθεί στο ύψος των δικών της ιστορικών ευθυνών.

Το τελικό ερώτημα είναι αν όλοι οι λαοί της Ευρώπης διέθεταν έστω το ένα δέκατο της ουκρανικής αποφασιστικότητας, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είχε λόγο να φοβάται κανέναν αναθεωρητισμό στα σύνορά της. Θα διέθετε βιομηχανία, στρατούς, κοινωνική συνοχή, πολιτική βούληση και στρατηγική ψυχραιμία. Το ζητούμενο είναι αν τα διαθέτει σήμερα, και αν δεν τα διαθέτει, αν προλαβαίνει να τα βρει πριν χρειαστεί να πολεμήσει η ίδια για όσα σήμερα υπερασπίζονται οι Ουκρανοί.