Υπάρχουν ορισμένες ειδήσεις που περνούν σχεδόν αθόρυβα, παρότι κρύβουν μέσα τους ένα ολόκληρο ερώτημα για το πώς αντιλαμβάνεται ένα κράτος την άμυνα, τη βιομηχανική πολιτική και την ίδια την έννοια της αμυντικής προμήθειας. Μια τέτοια περίπτωση είναι η δημόσια διάθεση μεταχειρισμένων CH-47F Chinook από αμερικανικά αποθέματα μέσω της υπηρεσίας GSA, σε τιμές -από 7,5 εκατ. δολάρια- που για την κατηγορία τους προκαλούν αμέσως το εύλογο ερώτημα: Αν αυτά τα ελικόπτερα μπορούν να αποκτηθούν με χαμηλό αρχικό κόστος, να περάσουν από επιθεώρηση, συντήρηση και επαναφορά στην Ελλάδα και να προσφέρουν μαζική ενίσχυση σε Αεροπορία Στρατού και Πολιτική Προστασία.

Ένα από τα Chinook CH-47F του Αμερικανικού Στρατού που προσφέρονται σε αμερικανική κρατική δημοπρασία

Το πρώτο που οφείλει να ειπωθεί σαφώς είναι πως τα ελικόπτερα αυτά χρειάζονται αρκετές εργασίες. Τεχνική αποτίμηση, έλεγχο φακέλου, επιθεωρήσεις, πιθανές αντικαταστάσεις απαρτίων, εξέταση δομής και οργανωμένο πρόγραμμα επαναφοράς σε πτητική κατάσταση. Εκεί όμως βρίσκεται η ουσία, διότι η απαίτηση για εργασία δεν μειώνει την αξία της ευκαιρίας. ‘Έμμεσα την αυξάνει, επειδή ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να στηθεί ώστε σημαντικό τμήμα της δουλειάς να εκτελεστεί στην Ελλάδα, με απόκτηση τεχνογνωσίας και με πραγματική απόδοση για τη χώρα.

Εδώ συνδέεται το θέμα με τη δημόσια τοποθέτηση του ΥΕΘΑ περί 25% ελληνικής συμμετοχής στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα. Στην περίπτωση όμως των μεταχειρισμένων CH-47F Block I, η ελληνική συμμετοχή μπορεί να αποκτήσει τελείως διαφορετικό βάθος. Αν η απόκτηση γίνει με ελάχιστα χρήματα και η κύρια μάζα των εργασιών γίνει σε ελληνικές εγκαταστάσεις, με συνεργασία ελληνικών εταιρειών και αμερικανικού φορέα με εμπειρία στον τύπο, τότε η ελληνική προστιθέμενη αξία μπορεί να κινηθεί πολύ πάνω από τον τυπικό στόχο και να φτάσει σε επίπεδα άνω του 50%. Αυτό σημαίνει εργασία, γνώση, πιστοποιήσεις, υποστήριξη και όχι επικοινωνιακή προβολή.

Το ερώτημα λοιπόν τίθεται χωρίς περιστροφές είναι αν πρέπει οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να αγοράζουν πάντοτε ξένα συστήματα “στις ζελατίνες”; Πρέπει κάθε πρόγραμμα να εξαντλείται στην παραλαβή ενός έτοιμου πακέτου από το εξωτερικό, την ώρα που η χώρα θα μπορούσε να μετατρέψει μέρος της δαπάνης σε εθνικό βιομηχανικό έργο; Εκεί ακριβώς οι λύσεις μεταχειρισμένου υλικού αποκτούν νόημα για μια χώρα που θέλει περισσότερα μέσα με μικρότερη αρχική δαπάνη.

Η πιο χρήσιμη σύγκριση για την Ελλάδα είναι κυρίως ανάμεσα στο CH-47F συνολικά και στα παλαιότερα CH-47D που υπηρετούν ή υπηρέτησαν στην Αεροπορία Στρατού. Το μοντέλο -F φέρνει νεότερη ψηφιακή αρχιτεκτονική, πολύ πιο σύγχρονο περιβάλλον ηλεκτρονικών πτήσης, βελτιωμένο αυτόματο έλεγχο, νεότερη λογική υποστήριξης και συνολικά πέρασμα σε άλλο επίπεδο σε σχέση με το -D. Άρα η απόκτηση μεταχειρισμένων CH-47F Block I προσφέρει συγχρόνως αριθμητική ενίσχυση και ποιοτική αναβάθμιση του στόλου.

Το νέο μοντέλο, το CH-47F Block II είναι ασφαλώς μια βελτιωμένη έκδοση, με επιπλέον περιθώρια σε αντοχή, βάρη, σύστημα καυσίμου και μελλοντική ανάπτυξη. Όμως αυτή η πραγματικότητα δεν υποβαθμίζει το Block I. Το Block I παραμένει ένα σύγχρονο, ώριμο και ιδιαίτερα ικανό βαρύ μεταφορικό ελικόπτερο, με σαφές τεχνολογικό προβάδισμα έναντι των παλαιότερων ελληνικών CH-47D και με πολύ πιο λογικό δρόμο απόκτησης για μια χώρα που έχει να ισορροπήσει πολλές ταυτόχρονες ανάγκες. Για την ελληνική πραγματικότητα του σήμερα, το ζητούμενο είναι τι μπορεί να αποκτηθεί έγκαιρα, σε επαρκείς αριθμούς και με σοβαρή εγχώρια συμμετοχή, όχι ποια έκδοση θα κέρδιζε ένα θεωρητικό διαγωνισμό στα χαρτιά.

Η υπόθεση γίνεται ακόμη σοβαρότερη επειδή η Αεροπορία Στρατού εξετάζει εδώ και χρόνια το σχήμα 10 συν 10 -F, δηλαδή αγορά νέων ελικοπτέρων και εκσυγχρονισμό υφιστάμενων CH-47D σε CH-47F. Ένα τέτοιο πρόγραμμα κινείται σε οικονομική κλίμακα κοντά στα 2 δισεκατομμύρια ευρώ ή και παραπάνω, αναλόγως διαμόρφωσης, πακέτου υποστήριξης, εκπαίδευσης και συνοδών υπηρεσιών. Το ερώτημα συνεπώς επιστρέφει αμείλικτο. Αν η χώρα εξετάζει μια τόσο βαριά δαπάνη για 10 συν 10 -F, πώς είναι δυνατόν να περνά σχεδόν αδιάφορα μια ευκαιρία απόκτησης μεταχειρισμένων Block I -F σε τελείως διαφορετική οικονομική κλίμακα;

Η ελληνική εμπειρία δείχνει ήδη πως τέτοιες κινήσεις μπορούν να αποδώσουν εντυπωσιακά. Η προηγούμενη απόκτηση 10 μεταχειρισμένων CH-47D από αμερικανικά αποθέματα αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη, επειδή αύξησε τη μάζα του στόλου, έδωσε επιπλέον δυνατότητες και στήριξε τις διαθεσιμότητες. Άρα η λογική του μεταχειρισμένου υλικού κάθε άλλο παρά ξένη είναι για την Ελλάδα. Αντιθέτως, υπάρχει ήδη προηγούμενο που δείχνει πως όταν η χώρα κινηθεί με σωστό τεχνικό και οργανωτικό πλαίσιο, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ αποδοτικό επιχειρησιακά και πολύ λογικό οικονομικά.

Με συμπράξεις ελληνικών εταιρειών, αμερικανικού εταίρου με αποδεδειγμένη εμπειρία στον τύπο και φορέων που ήδη δραστηριοποιούνται στη χώρα, μπορεί να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο όπου η ελληνική βιομηχανία δεν θα περιορίζεται σε μικροεργασίες, αλλά θα συμμετέχει σε επιθεωρήσεις 400 ωρών, δομικές εργασίες, αποκατάσταση συστημάτων, οργάνωση αποθέματος, τεχνική τεκμηρίωση και μακρά υποστήριξη. Η σχετική λογική για συντήρηση των Chinook στην Ελλάδα έχει ήδη εμφανιστεί στη δημόσια συζήτηση και δείχνει πόσο ρεαλιστικός μπορεί να είναι ένας τέτοιος δρόμος.

Την ίδια στιγμή, η εικόνα της Αεροπορίας Στρατού επιβάλλει ρεαλισμό. Οι χαμηλές διαθεσιμότητες στα Chinook και τα διαχρονικά προβλήματα υποστήριξης δείχνουν ότι η λύση δεν βρίσκεται μόνο σε μια μελλοντική μεγάλη αγορά. Βρίσκεται και στην άμεση ενίσχυση του στόλου με περισσότερα σκάφη και στην παράλληλη δημιουργία ισχυρότερης βάσης συντήρησης. Η συζήτηση για κινητήρες και για FOS των ελληνικών Chinook υπενθυμίζει πως ο τύπος απαιτεί συνεχή φροντίδα, πόρους και οργάνωση.

Η Πολιτική Προστασία έχει εξίσου ισχυρό λόγο να δει την υπόθεση σοβαρά. Στην ελληνική πραγματικότητα, το Chinook έχει αποδείξει ότι μπορεί να υπηρετήσει όχι μόνο την καθαρή στρατιωτική αποστολή, αλλά και κατά την αντιπυρική περίοδο, σε φυσικές καταστροφές, σε μεταφορά βαρέων φορτίων, σε επείγουσες μετακινήσεις προσωπικού και σε υποστήριξη κρίσιμων περιοχών. Οι εικόνες από Chinook στη μάχη της φωτιάς υπενθυμίζουν ότι πρόκειται για μέσο εθνικής ανθεκτικότητας, όχι μόνο για εργαλείο του πεδίου μάχης. Όσο αυξάνεται ο εθνικός στόλος, τόσο αυξάνεται και η πραγματική ικανότητα της χώρας να αντιδρά σε έκτακτες περιστάσεις.

Για αυτό και η συζήτηση για τα μεταχειρισμένα CH-47F Block I αξίζει να φύγει από την κλασική αντιμετώπιση, του “δεν βαριέσαι”. Η ουσία της δεν βρίσκεται σε μια θεωρητική αντιπαράθεση ανάμεσα στο καινούργιο και στο μεταχειρισμένο. Βρίσκεται στο αν η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να σκεφθεί με όρους επιχειρησιακής οικονομίας, βιομηχανικής λογικής και εθνικού συμφέροντος.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, παραμένει απλό και ενοχλητικό μαζί. Τώρα που υπάρχουν μεταχειρισμένα CH-47F Block I, που μπορούν να αποκτηθούν με λογικό κόστος, τώρα που μπορούν να αποδώσουν ελληνικό έργο σε ποσοστό πολύ πάνω από τους τυπικούς στόχους εγχώριας συμμετοχής, τώρα που η Αεροπορία Στρατού χρειάζεται ενίσχυση και η Πολιτική Προστασία αναζητά διαρκώς βαριά μέσα, γιατί να μην κινηθεί η χώρα σοβαρά; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δείξει αν στην Αθήνα διαμορφώνεται πράγματι μια νέα αντίληψη για τις αμυντικές επενδύσεις ή αν θα μείνουμε στη γνωστή λογική του ακριβού, έτοιμου και βολικά απομακρυσμένου από την ελληνική παραγωγική βάση.