Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, την οποία υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου 2026 η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, χαρακτηρίστηκε, βιαστικά όπως θα δούμε, ως το «ΝΑΤΟ της Μέσης Ανατολής». Κι αυτό γιατί περιλαμβάνει μία διατύπωση που θυμίζει ευθέως το Άρθρο 5 της Ατλαντικής Συμμαχίας περί συλλογικής άμυνας: δηλαδή ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.

Αν όμως υπάρχει κάποια ομοιότητα με τον ισχυρότερο από καταβολής, πολυεθνικό μηχανισμό ασφαλείας, σταματά εκεί, καθώς μέχρι σήμερα και πιθανώς για αρκετό καιρό ακόμη, θα περιμένουμε να δούμε ποιο είναι το πλήρες κείμενο της συμφωνίας της «Μέκκας», ποιο το κοινό στρατηγικό δόγμα -με την προϋπόθεση ότι υπάρχει- και κυρίως ποιο το θεμελιώδες συνεκτικό στοιχείο των τριών αυτών κρατών και όσων ακολουθήσουν, μιας και όλοι δηλώνουν πως η «πόρτα για νέες συμμετοχές είναι ορθάνοιχτη».

Πάντως η πρώτη συνεδρίαση της Στρατηγικής Πολιτικής και Αμυντικής Επιτροπής της νεόκοπης συμμαχίας, στις 31 Αυγούστου, πρόσθεσε ένα αρχικό θεσμικό στοιχείο, καθώς οι τρεις χώρες συμφώνησαν να δημιουργήσουν γραμματεία στη Σαουδική Αραβία, με Πακιστανό γενικό γραμματέα για την πρώτη τριετία.

Ερντογάν, Σαλμάν και Σαρίφ, στην υπογραφή για την Σύμφωνία της Μέκκας

Τρία κράτη, τρεις διαφορετικοί χάρτες απειλών

Η βασική δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι οι τρεις υπογράφοντες δεν έχουν κοινή οπτική ως προς την εξωτερική τους πολιτική. Η Τουρκία κατανέμει την προσοχή της μεταξύ Ρωσίας, Μαύρης Θάλασσας, Συρίας, Ιράκ, Καυκάσου, Ανατολικής Μεσογείου και Ισραήλ, ενώ σαφέστατα προβάλλει ως εθνική της φαντασίωση και επιδίωξη να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο και ακόμη πιο μακριά, ενώ θέλει και την ηγεμονία των τουρκογενών κρατών. Για το Πακιστάν, ο κεντρικός στρατηγικός αντίπαλος παραμένει η Ινδία, ενώ σημαντικές προκλήσεις προέρχονται από το Αφγανιστάν και τα σύνορα με το Ιράν. Η συγκεκριμένη χώρα, ακόμη, δεν δείχνει να έχει ισχυρές περιφερειακές φιλοδοξίες, αλλά κυρίως την αυτοδιατήρηση της, καθώς μαστίζεται από έντονες φυλετικές, πολιτικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαιρέσεις. Τέλος, η Σαουδική Αραβία επικεντρώνεται στον Κόλπο, στην Ερυθρά Θάλασσα, στην Υεμένη, στους Χούθι και κυρίως στην ισορροπία με το Ιράν, αλλά εδώ έχουμε την διατυπωμένη φιλοδοξία περί «θρησκευτικής ηγεμονίας» του σουνιτικού Ισλάμ και μάλιστα σε πολύ συντηρητική εκδοχή του, αυτή του δόγματος του Γουαχαμπιτισμού, το οποίο και «κοινωνεί» προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έτσι, οι παραπάνω χάρτες «ενδιαφέροντος» μπορεί να έχουν επικαλύψεις αλλά δεν ταυτίζονται παρά σε λίγα σημεία. Και οι Yoel Guzansky και Gallia Lindenstrauss, σε άρθρο τους στο ινστιτούτο INSS, ορθά επισημαίνουν πως ακόμη και αν οι τρεις χώρες συμφωνούν στην αρχή της αμοιβαίας άμυνας, μπορεί να διαφωνούν για το ποιος είναι ο εχθρός, πότε ενεργοποιείται η δέσμευση, ποια αντίδραση θεωρείται αναλογική και ποιος θα αποστείλει δυνάμεις. Παράλληλα, η μεταξύ τους μεγάλη γεωγραφική απόσταση και η απουσία εδαφικής συνέχειας αυξάνουν τη δυσκολία συνεννόησης, πόσο μάλλον κοινής στρατιωτικής δράσης.

Συμμαχία χωρίς ιδεολογικό πυρήνα

Σε επόμενο βήμα ανιχνεύεται και μια ακόμη ριζική διαφορά από το ΝΑΤΟ. Η Ατλαντική Συμμαχία δημιουργήθηκε απέναντι σε έναν σαφώς αναγνωρίσιμο στρατηγικό αντίπαλο, την ΕΣΣΔ, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να λειτουργούν ως αδιαμφισβήτητος στρατιωτικός, οικονομικός και πολιτικός πυρήνας. Ήταν δεδομένο πως, πέρα από το γεωγραφικό δίπολο «Δύσης-Ανατολής» εντός Ευρώπης, το ΝΑΤΟ λειτούργησε και ως ενοποιητικός πυρήνας τόσο της καπιταλιστικής συγκρότησης του δυτικού κόσμου όσο και ως ιδεολογικό περιχαράκωμα έναντι των κομμουνιστικών θεωριών (μια σύγκρουση που είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1910 τουλάχιστον).

Στη «Μέκκα» όμως, τέτοια χαρακτηριστικά δεν υπάρχουν. Δεν υφίσταται «ηγετική δύναμη» και δεν πρόκειται κανείς να δεχθεί να αποδώσει τέτοιο ρόλο σε κάποιον φιλόδοξο εντός συμμαχίας. Δεν υπάρχει ιδεολογική συσπείρωση, ενώ ούτε το κοινό νήμα της ισλαμικής θρησκείας, στη σουνιτική εκδοχή της, είναι σταθερό, καθώς εντός Πακιστάν βρίσκονται κάπου 25 (και πλέον) εκατομμύρια σιίτες, ενώ και στην Τουρκία περίπου το 10% του πληθυσμού έχει σιιτικές αναφορές. Άρα, ούτε μια συμπαγής «σουνιτική συμμαχία ισλαμικής ορθοδοξίας» δομείται.

Όχι «σαουδαραβικά χρήματα, τουρκικός στρατός και πακιστανική βόμβα»

Ένα άλλο ιδιόρρυθμο χαρακτηριστικό της «Μέκκας» είναι πως το άθροισμά της είναι μικρότερο από τα μέρη της! Είναι αλήθεια πως η αρχική εικόνα έδινε «εξίσωση ισχύος», όπου η Σαουδική Αραβία διαθέτει τα κεφάλαια, η Τουρκία τον μεγάλο στρατό και την αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, ενώ το Πακιστάν τα πυρηνικά όπλα. Άρα, μια τέτοια άθροιση δυνάμεων και πόρων εμφανίζεται να έχει τεράστιο βάρος. Μόνο που τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να βγάλει κανείς, αν ξανακοιτάξει τη συμμαχία με ψυχραιμία.

Πακιστανικός βαλλιστικός πύραυλος Shaheen-III με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής, πάνω στο φορτηγό-φορέα του.

Αρχικά, καμία χώρα δεν έχει δημοσιοποιήσει ποια στρατιωτικά μέσα δεσμεύει, πόσες δυνάμεις θα διαθέσει ή ποιος θα χρηματοδοτήσει κοινές επιχειρήσεις. Δεν έχει συμφωνηθεί πυρηνική ομπρέλα, μιας και τα πακιστανικά πυρηνικά όπλα είναι σχεδιασμένα πρωτίστως για την αποτροπή της Ινδίας και η επέκταση της εγγύησής τους στην Τουρκία ή στη Σαουδική Αραβία θα απαιτούσε ρητή πολιτική δήλωση, δόγμα χρήσης, μηχανισμό διαβούλευσης και εξαιρετικά ευαίσθητες ρυθμίσεις διαχείρισης.

Εδώ βέβαια υπάρχει η ιστορική φιλολογία περί «ισλαμικής ατομικής βόμβας», που την αποδίδαμε στο Πακιστάν, αλλά το τελευταίο δεν έχει δείξει μεγάλες διαθέσεις να μετατραπεί σε αξιόπιστο «πυρηνικό πάτρωνα» του ισλαμικού κόσμου, ειδικά στην πολυδιάσπαση και ποικιλομορφία του τελευταίου. Αντίστροφα, οι πολλές ισλαμικές χώρες δεν έχουν λόγο να αποδώσουν στο Πακιστάν τέτοιο ρόλο και κύρος, βλέποντας την εσωτερική του αστάθεια, τα εξτρεμιστικά στοιχεία που κυριαρχούν σε πολλές εκφάνσεις εξουσίας του και γενικότερα την πολιτική του αμφισημία.

Υπάρχει, άλλωστε, και ιστορικό προηγούμενο. Έτσι, το Πακιστάν αρνήθηκε το 2015 να συμμετάσχει στη σαουδαραβική εκστρατεία στην Υεμένη, παρά τις στενές οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις με το Ριάντ. Δεν αντέδρασε στρατιωτικά ούτε στις επιθέσεις του 2019 κατά σαουδαραβικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Επίσης, το πρόσφατο συμφωνητικό κοινής άμυνας Πακιστάν-Σαουδικής Αραβίας (υπογράφηκε πέρυσι) ούτε κι αυτό έχει ενεργοποιηθεί μέχρι τώρα. Άρα, καλές οι διμερείς σχέσεις, αλλά το Ισλαμαμπάντ δεν μπήκε στον αυτοματισμό ότι κάθε απειλή κατά της Σαουδικής Αραβίας επέβαλλε αυτομάτως δική του εμπλοκή. Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, έχει ήδη διευκρινίσει ότι, σε περίπτωση επίθεσης σε μία από τις τρεις χώρες, θα προηγηθούν διαβουλεύσεις για την απάντηση – στοιχείο που περιορίζει την αντίληψη περί ταχείας στρατιωτικής ενεργοποίησης.

Όχι μια επανάληψη του παναραβισμού

Σε ευρύτερη ιστορική προοπτική, η Συμφωνία της Μέκκας αποτελεί το δεύτερο μεγάλο υπόδειγμα μεταπολεμικής απόπειρας συλλογικής ασφάλειας με αραβικό ή μουσουλμανικό περίβλημα. Το πρώτο αναπτύχθηκε γύρω από τον αραβικό εθνικισμό, την Αραβική Ένωση και την αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Η Συνθήκη Κοινής Άμυνας και Οικονομικής Συνεργασίας του 1950 από τα μέλη του Αραβικού Συνδέσμου επιχείρησε να δημιουργήσει κοινό αραβικό πλαίσιο, ενώ το 1964 συγκροτήθηκε η Ενοποιημένη Αραβική Διοίκηση, με άμεσο σημείο αναφοράς την ισραηλινοαραβική σύγκρουση. Και βέβαια είχε μεσολαβήσει το κίνημα του παναραβισμού με νασερικό πρόσωπο, το πείραμα της «Ενωμένης Αραβικής Δημοκρατίας» που για λίγα χρόνια ενοποίησε πολιτικά τη Συρία και την Αίγυπτο, όπως και η επίσης βραχύβια «Αραβική Ομοσπονδία» που συνένωσε Ιράκ και Ιορδανία το 1958. Όλα τα παραπάνω, βέβαια, συνετρίβησαν διαδοχικά «πάνω» στο Ισραήλ και τους πολέμους της Μέσης Ανατολής, όπως και στις πολλές ενδοαραβικές διαφωνίες και ανταγωνισμούς.

Η «Μέκκα» όμως δεν επιχειρεί να αναβιώσει αυτό το μοντέλο. Δεν είναι παναραβική, καθώς δύο από τα τρία μέλη –Τουρκία και Πακιστάν– δεν είναι καν αραβικές χώρες. Δεν στηρίζεται σε ενιαία εθνικιστική ιδεολογία και δεν κατονομάζει το Ισραήλ, το Ιράν ή οποιοδήποτε άλλο κράτος ως κοινό εχθρό. Το συνεκτικό υλικό είναι χαλαρότερο: λίγο η ισλαμική ταυτότητα, αρκετά η γεωγραφική σύνδεση Μέσης Ανατολής και Νότιας Ασίας, φυσικά οι υφιστάμενες διμερείς σχέσεις και κυρίως η κοινή επιθυμία μεγαλύτερης στρατηγικής αυτονομίας.

Να σημειώσουμε, βέβαια, εδώ πως, αν στη «Μέκκα» ενταχθεί και η Αίγυπτος, δηλαδή η χώρα-«προπύργιο» του αραβικού εθνικισμού, τότε η συμμαχία θα αλλάξει ριζικά σε συμβολισμούς και επιρροή, αν και κανείς δεν γνωρίζει πώς θα μπορεί να εξελιχθεί μια συμφωνία τόσο πολύπλοκων ισορροπιών.

Μια ακόμη συμμαχία αλλά όχι η «κεντρική»

Μια σοβαρή επισήμανση είναι πως οι τρεις χώρες της «Μέκκας» επιχειρούν να… χωρέσουν τη νέα συμφωνία μέσα στις ήδη υφιστάμενες δεσμεύσεις τους. Δηλαδή η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ (με τον δικό της άναρχο τρόπο) και έχει διευκρινίσει ότι η «Μέκκα» δεν επηρεάζει τις υποχρεώσεις της. Το Πακιστάν δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική του σχέση με την Κίνα και η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να βασίζεται σε αμερικανικά οπλικά συστήματα, δυτική τεχνολογία και συνεργασία ασφαλείας με την Ουάσιγκτον, με την οποία διατηρεί και πακτωλό αμφίδρομων επενδύσεων.

Έτσι, ο Abdulla Banndar Al-Etaibi από το Middle East Council περιγράφει τη συμφωνία ως στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου: όχι ως ευθεία αντικατάσταση των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ως διαφοροποίηση εγγυήσεων. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι η «Μέκκα» δεν είναι «κορυφαία» συμμαχία γύρω από την οποία τα μέλη θα οργανώσουν το σύνολο της εξωτερικής τους πολιτικής, αλλά ξεκινά (τουλάχιστον) ως ένας ακόμη κύκλος συνεργασίας, μέσα σε ένα σύστημα επικαλυπτόμενων διεθνών σχέσεων.

Ερντογάν, Τραμπ και πρίγκηπας Σαλμάν σε συνάντηση του G20

Ο ρόλος των ΗΠΑ ως «μαμής της ιστορίας»!

Κρίσιμο στοιχείο εδώ, όμως, είναι η αμερικανική πολιτική που εκφράζει τόσο επιθετικά η Ουάσιγκτον διά στόματος Τραμπ: ότι, δηλαδή, οι ΗΠΑ, κάνοντας τη «στροφή προς την Ασία», επιθυμούν να απεξαρτηθούν σταδιακά από τη Μέση Ανατολή και γενικότερα από τις περιφερειακές συγκρούσεις στο τρίγωνο «Ευρώπη-μεσανατολική ζώνη-Αφρική», οπότε επικροτούν έμμεσα συσπειρώσεις όπως αυτή της «Μέκκας», ελπίζοντας ότι θα αναλάβουν τα ηνία της τοπικής ασφάλειας. Στην αρκετά ασαφή αμερικανική ανάλυση, ακόμη και η φετινή επίθεση στο Ιράν ακολουθεί την ίδια λογική: ότι, δηλαδή, συντρίβοντας την Τεχεράνη και υποχρεώνοντάς την να έρθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, θα τακτοποιηθεί και αυτό το σοβαρό ζήτημα, άρα μετά οι… νικηφόρες ΗΠΑ θα σαλπάρουν για τον Ειρηνικό.

Το ότι αυτές οι αμερικανικές φιλοδοξίες και οι αφέλειες δεν απέδωσαν και αντίθετα ενέπλεξαν όλη τη Μέση Ανατολή και την Τουρκία σε έναν κυκεώνα αντιπαραθέσεων του οποίου κανείς δεν θέλει την κλιμάκωση, αλλά ούτε βρίσκει τη λύση, είναι σχεδόν σίγουρο πως έδωσε φτερά στην πρωτοβουλία της «Μέκκας». Πρόκειται για ένα αρχικό σχήμα κοινής ασφαλείας το οποίο όμως τα συμμετέχοντα κράτη θα δουν πως θα ωριμάσει στο πέρασμα του χρόνου και κυρίως στη ρευστότητα των ημερών. Οι τρεις χώρες, όμως, μάλλον συμφωνούν παρασκηνιακά πως πρέπει να οραματιστούν μια λύση ασφαλείας πέρα από τις ΗΠΑ, που προβάλλουν κιόλας ως «βαρίδι» με την εξτρεμιστική πολιτική τους, πάλι λόγω Τραμπ, αλλά όχι μόνο εξαιτίας του.

Η οικονομία πίσω από την άμυνα

Η σημαντικότερη ίσως διάσταση της «Μέκκας» μπορεί τελικά να μην είναι η κοινή άμυνα, αλλά η οικονομική ανάπτυξη. Αρχικά, οι πρώτες συζητήσεις των τριών κρατών-μελών περιλαμβάνουν αμυντική διαλειτουργικότητα, κοινή παραγωγή όπλων, μεταφορά τεχνολογίας, τεχνητή νοημοσύνη, drones, ηλεκτρονικό πόλεμο και εφοδιαστική υποστήριξη. Για τη Σαουδική Αραβία, αυτά συνδέονται με τον δικό της στόχο, το Vision 2030, που θέλει οι αμυντικές της δαπάνες να γίνονται κατά 50% με εγχώρια προστιθέμενη αξία. Για την Τουρκία η «Μέκκα» ανοίγει διαδρομές χρηματοδότησης αμυντικής τεχνολογίας, νέες γραμμές παραγωγής και πολλές εξαγωγές όπλων, ενώ για το Πακιστάν δημιουργούνται επίσης επενδύσεις, τεχνολογική συνεργασία και πρόσβαση σε νέες αγορές όπλων. Άλλωστε, οι τρεις χώρες έχουν ήδη αμυντική συνεργασία σε εξοπλισμούς, με το Πακιστάν να αγοράζει τουρκικές κορβέτες και μη επανδρωμένα, να συζητά συμμετοχή στο μαχητικό Kaan, να το εξετάζει κι αυτό η Σαουδική Αραβία, έχοντας ήδη κάνει και μεγάλες παραγγελίες τουρκικών drones.

Τελετή αποφοίτησης σαουδαράβων χειριστών των τουρκικών drones Akinci, που το Ριάντ έχει αγοράσει σε μεγάλους αριθμούς.

Περαιτέρω, είναι αυτονόητο πως η κοινή ασφάλεια συνδέεται με λιμάνια, ενεργειακούς διαδρόμους και εμπορικές οδούς. Εδώ οι Azeema Cheema και Mohanad Hage Ali από το Ινστιτούτο Malcolm H. Kerr Carnegie σημειώνουν ότι Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη συμφωνία για να ενισχύσουν τον ρόλο τους απέναντι στον οικονομικό διάδρομο IMEC, ο οποίος σχεδιάστηκε παρακάμπτοντας και τις δύο (προτείνοντας μια εμπορική διαδρομή Ινδίας-Σαουδικής Αραβίας-Ισραήλ-Ευρώπης). Συνεπώς, μία εναλλακτική εμπορική διαδρομή μεταξύ Ανατολής και Δύσης θα μπορούσε να συνδέσει τον κινεζοπακιστανικό διάδρομο με τη Βασόρα στο Ιράκ, την Τουρκία και τελικά την Ευρώπη.

Αυτός ο αναπτυξιακός πυρήνας δεν χρειάζεται κοινό εχθρό για να λειτουργήσει. Χρειάζεται κυρίως κεφάλαια, υποδομές, ασφάλεια μεταφορών και πρόθυμες αγορές, οπότε και παράγει ένα άλλο επίπεδο επέκτασης της «Μέκκας»: ως ένα χαλαρό δίκτυο οικονομικής συνεργασίας, αλλά και μια διαφορετική εξέλιξη σύγκλισης συμφερόντων, πέρα από τη στρατιωτική ενοποίηση.

Υπαίθρια διαφήμιση στο Καράτσι για την συμφωνία της Μέκκας

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στην εξέλιξη της «Μέκκας»; Και το Ισραήλ;

Είπαμε παραπάνω πως η πραγματική δοκιμασία της «Μέκκας» θα εμφανιστεί όταν μία διμερής αντιπαράθεση ζητήσει τριμερή απάντηση. Εδώ, η Τουρκία και το Πακιστάν διατηρούν ήδη στενή στρατιωτική συνεργασία και μπορούν να συμπέσουν σε ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία θα υιοθετήσει τουρκικές θέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο ή θα συμμετάσχει σε ελληνοτουρκική σύγκρουση. Το αντίθετο είναι και το πιθανότερο, καθώς το Ριάντ δεν έχει κανέναν λόγο, ούτε πολιτικό ούτε οικονομικό, να μπλεχθεί σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση «εντός ΝΑΤΟ».

Στην σκληρά ελληνοκεντρική ανάλυση όμως, αυτή που ζητά από το… σύμπαν να καθορίζει την πορεία του με βάση την σχέση του με την Ελλάδα, το ότι η Σαουδική Αραβία σύναψε σύμφωνο άμυνας με την Τουρκία αντιμετωπίστηκε ως “προδοσία”, οπότε βεβαίως θα έπρεπε να διακόψουμε σχέσεις με το Ριάντ και να αποσύρουμε την συστοιχία Patriot που έχουμε στείλει εκεί (και διαπρέπει) ως “τιμωρία”. Μακάρι βέβαια για την αφέλεια των συγκεκριμένων απόψεων, να λειτουργούσαν έτσι οι διεθνείς σχέσεις: ως ένα πλέγμα “ή με μένα ή με τον άλλο”, απαγορεύοντας κάθε ευελιξία, ανεξαρτησία κινήσεων, πολυπολικότητα και πολυμέρεια, τήρηση ισορροπιών, ανάγκη για διατήρηση επαφών ακόμη και όταν δεν είναι όλα ιδανικά.

Θα τολμήσουμε, λοιπόν, με τον κίνδυνο να χαρακτηρισθούμε “προδότες της χώρας” να πούμε το εξής: Προς το παρόν από αμυντική άποψη, το σύμφωνο της «Μέκκας» δεν επηρεάζει άμεσα την Ελλάδα. Με έμφαση στα “άμεσα/προς το παρόν”. Δηλαδή, δεν παράγει τώρα ειδικό και περισσότερο ρίσκο και δεν συσσωρεύει εναντίον μας παραπάνω πολεμική ισχύ απ’ ό,τι ήδη αντιμετωπίζουμε. Ξαναλέμε τα προφανή: σε ελληνοτουρκική κρίση, η συμπαράταξη Πακιστάν-Τουρκίας θα υπάρχει έτσι κι αλλιώς (σε τι έκταση, θα κριθεί από την εποχή και το πλαίσιο ισορροπιών), ενώ η Σαουδική Αραβία δεν έχει εκφράσει μέχρι σήμερα “εχθρότητα” προς την Ελλάδα, ή διάθεση ενεργού ανάμιξης στα δικά μας προβλήματα και μάλιστα εις βάρος μας. Το αντίθετο, συχνά εμφανίζεται επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά και κοινές δράσεις, όπως το έργο σύνδεσης οπτικών ινών μεταξύ μας (East to Med Data Corridor – EMC), όπου το Ριάντ “πιέζει” να το προχωρήσουμε.

Έμμεσα, όμως, η συμφωνία της «Μέκκας» βεβαίως και αφορά, καθώς μπορεί να δημιουργήσει ευρύτερα ζητήματα ασφαλείας στην περιοχή, αλλά και να ενισχύσει πολιτικά και οικονομικά την Άγκυρα όπως περιγράψαμε. Έτσι δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει σενάρια, όπως τα παρακάτω (μόνο ενδεικτικά):

  • Κάποια εμπλοκή Τουρκίας-Ισραήλ (όχι κατ’ ανάγκη μεγάλης έκτασης), οπότε η «Μέκκα» μπορεί να κληθεί να παρέμβει, ενώ και η Ελλάδα θα προβληματιστεί —και θα πιεστεί και θα δελεαστεί ίσως— να μετάσχει στο πλευρό του Ισραήλ. Δύσκολο, αλλά όχι τελείως απίθανο.
  • Να ξεσπάσουν ισχυρές αντιπαραθέσεις οικονομικής φύσεως, τόσο για τις εμπορικές διαδρομές όσο και για τις περιφερειακές ισορροπίες στον Κόλπο, όπου όλα τα εκεί μικρά αλλά πλούσια κράτη εξαρτώνται από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Συνεπώς, η γεωπολιτική αστάθεια που θα εμπλέξει και τη Συμφωνία της Μέκκας, θα μας επηρεάσει τουλάχιστον αναπτυξιακά.
  • Να εξελιχθεί η «Μέκκα» σε μεγαλύτερο συνασπισμό, π.χ., με την είσοδο της Αιγύπτου, της Λιβύης και της Σομαλίας. Δηλαδή, χωρών όπου η Τουρκία είτε ασκεί μεγάλη επιρροή είτε θέλει να ασκήσει. Συνεπώς, να «μικρύνει» έως και απελπιστικά το ελληνικό περιθώριο διπλωματικών κινήσεων, όταν εμείς θέλουμε να βρούμε στήριξη στην οριοθέτηση μιας μεγάλης ΑΟΖ.

Οπότε ναι, σε βάθος χρόνου η “Μέκκα” έχει περιθώριο να μας επηρεάσει αρνητικά και για αυτό χρειάζεται συστηματική παρακολούθηση και αναζήτηση δημουργίας σχέσεων με τους δυνητικά μετέχοντες σε επόμενη φάση.

Αλλωστε, αντίστοιχη προσέγγιση και εκτίμηση έχει -πάλι με την επισήμανση του προσωρινού- και το Ισραήλ. Δηλαδή ότι η συγκεκριμένη συμφωνία έχει προοπτική να δομήσει έναν “έξω-αμερικανικό” και σε κάποιο βαθμό ισλαμικό θεσμό περιφερειακής ασφαλείας, χωρίς όμως να είναι δεδομένο πως αυτό θα αυξήσει το επίπεδο κινδύνου για το Ισραήλ. Άλλωστε η αντιπαράθεση με την Τουρκία ήδη υπάρχει, το Πακιστάν έχει επιθετική ρητορική αλλά χωρίς να προχωρά σε ανοιχτή αντιπαράθεση ενώ η Σαουδική Αραβία ενδιαφέρεται να κλείσει τα θέματα ασφαλείας της στον στενό περίγυρο της, δηλαδή με το Ιράν και τα εξαρτήματα του (Χούθι) και όχι να ανεβάσει τόνους με το Ισραήλ.

Η «Μέκκα» που δεν έχει ακόμη περιεχόμενο αλλά…

Συνολικά, η Συμφωνία της Μέκκας είναι σημαντική όχι επειδή δημιούργησε ήδη ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ», αλλά επειδή οριοθέτησε έναν χώρο στον οποίο τρεις μεσαίες δυνάμεις μπορούν να διαπραγματευτούν τι θα ήθελαν να οικοδομήσουν. Δεν έχει ακόμη ηγεμόνα, συμφωνημένο εχθρό ή προσδιορισμένες εθνικές συνεισφορές. Διαθέτει, όμως, πολιτικό συμβολισμό, αρχική θεσμική δομή και οικονομική προοπτική. Συνεπώς, το μέλλον της δεν θα κριθεί από τη φράση «επίθεση στον έναν σημαίνει επίθεση σε όλους». Θα κριθεί από το αν οι τρεις κυβερνήσεις θα δημιουργήσουν μόνιμους μηχανισμούς, κοινές δυνατότητες άμυνας και πραγματική αλληλεξάρτηση –και κυρίως από το τι θα κάνουν όταν τα συμφέροντα του ενός πάψουν να συμπίπτουν με τα συμφέροντα των άλλων.

Όμως, ο Nayef Sha’aban στο Geopolitical Monitor κάνει μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναφορά, θυμίζοντας τον σημαντικό Άραβα ιστορικό Ιμπν Χαλντούν του 14ου αιώνα, ο οποίος είχε αναπτύξει την έννοια της Asabiyyah, η οποία μπορεί να μεταφραστεί ως κοινωνική συνοχή/συλλογική συνείδηση. Σύμφωνα με τον Χαλντούν, η Asabiyyah είναι ο πυλώνας που στηρίζει τη δημιουργία των μεγάλων δυναστειών και αυτοκρατοριών. Όσο, δηλαδή, ενισχύεται ένα αίσθημα αλληλεγγύης, συνύπαρξης και ταυτόσημης πορείας, τόσο ισχυροποιείται η συσπείρωση μιας κοινωνίας. Οπότε η Συμφωνία της Μέκκας, στην παροδικότητά της, ίσως έχει μέσα της αυτό το σπέρμα αραβικής-ισλαμικής-μεσανατολικής συγκρότησης. Να γίνει, δηλαδή —μικρή η πιθανότητα, βέβαια—, ένα σημείο γεωπολιτικής αναφοράς, όπου όλη η περιφέρεια θα καλείται να «προσκυνήσει», περίπου όπως κάνουν εδώ και αιώνες εκατομμύρια μουσουλμάνοι, που επισκέπτονται την ιερή πόλη της Μέκκας για να πραγματώσουν τη θρησκευτική τους αυτοσυνείδηση.