Η ελληνική επιλογή να ανασχεδιαστεί η αεράμυνα της χώρας με αποκλειστικά ισραηλινά συστήματα, στο πλαίσιο της “Ασπίδας του Αχιλλέα” (η οποία περιλαμβάνει και σκέλη άμυνας σε επιφάνεια και βυθό) έχει παράγει μεγάλο σχολιασμό στη χώρα μας. Με δύο -φανερά αντικρουόμενες- αντιλήψεις.

Η μια, η αρνητική, περιγράφει την προμήθεια ως άστοχη, περιττή και αναποτελεσματική μιας και τα ίδια συστήματα απέτυχαν να προστατεύσουν το Ισράηλ από τις ιρανικές επιθέσεις των τελευταίων 12 μηνών, τόσο με βαλλιστικούς πυραύλους όσο και με drone. Έτσι η ισραηλινή άμυνα περιγράφεται ως “σουρωτήρι”, άρα (λέει το επιχείρημα), πως θα καλυφθεί η Ελλάδα που είναι πολύ μεγαλύτερη σε έκταση και δεν είχε και τις σημαντικές διεθνείς βοήθειες που διέθετε το Τελ Αβίβ;

Η άλλη προσέγγιση, πιο θετική, περιγράφει τα ισραηλινά συστήματα αεράμυνας ως εξελιγμένα, δοκιμασμένα σε πραγματικές συνθήκες μάχης και αναφέρει τα σημαντικά ποσοστά ευστοχίας και τον μεγάλο όγκο καταρρίψεων που πέτυχαν, ακριβώς έναντι των ιρανικών επιθέσεων. Και επισημαίνει πως καμμία αεράμυνα δεν μπορεί να καλύψει στο “100%” μια χώρα, πως πάντα σε επιθέσεις κορεσμού εχθρικά βλήματα θα καταφέρουν να περάσουν την όποια αεράμυνα -όσο πυκνή και να είναι- κάτι που βλέπουμε να γίνεται και στην Ρωσία και στην Ουκρανία. Δηλαδή τις δύο εμπόλεμες χώρες που “ανταλλάσουν” εκατοντάδες drones και πυραύλους κάθε μέρα, σημειώνοντας επιτυχίες αμφίπλευρα. Και η συγκεκριμένη ανάλυση καλεί να εξεταστεί η ισραηλινή επιλογή, τουλάχιστον στο τεχνικό και επιχειρησιακό της σκέλος -και όχι στο πολιτικό που είναι μια άλλη συζήτηση- όπως είναι, δηλαδή ένα σύγχρονο σύστημα αεράμυνας, χωρίς να αναμένει κανείς “θαύματα”,. Ενώ θέτει το ερώτημα, “αν δεν υπήρχαν και αυτά τα συστήματα, πόσα ιρανικά βλήματα θα είχαν περάσει και προκαλέσει πολύ μεγαλύτερες καταστροφες;”.

Αξίζει εδώ να δούμε και μια αποτίμηση της “Ασπίδας του Αχιλλέα” από την αντίπαλη πλευρά, δηλαδή την τουρκική. Έτσι έχουμε την πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση υπ’ αριθ. 48 του τουρκικού Κέντρου Μελετών Μέσης Ανατολής (ORSAM), με τίτλο «Το Σχέδιο Ασπίδα του Αχιλλέα και η ελληνική ομπρέλα αεράμυνας», η οποία υπογράφεται από τον Arda Mevlütoğlu. Πρόκειται για μια εκτενή αποτίμηση της υφιστάμενης ελληνικής αεράμυνας και της μετάβασής της σε μια νέα, δικτυοκεντρική αρχιτεκτονική, με κεντρικό άξονα το πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα» και την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ.

Η τουρκική μελέτη για την “Ασπίδα του Αχιλλέα” από το ινστιτούτο ORSAM.

Από τους πυραύλους στα ολοκληρωμένα δίκτυα

Βασική θέση της έκθεσης είναι ότι η σύγχρονη αεράμυνα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως απλό άθροισμα αντιαεροπορικών πυραύλων. Η εμφάνιση ταυτόχρονα μαχητικών αεροσκαφών, βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise, περιφερόμενων πυρομαχικών και φθηνών drones επιβάλλει τη δημιουργία πολυεπίπεδων συστημάτων στα οποία συνδυάζονται ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, αισθητήρες, ηλεκτρονικός πόλεμος, διοίκηση και έλεγχος, ανταλλαγή δεδομένων και αυτοματοποιημένη επιλογή του κατάλληλου όπλου.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην οικονομία της αναχαίτισης. Η έκθεση χρησιμοποιεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την αναντιστοιχία ανάμεσα σε ένα drone αξίας περίπου 35.000 δολαρίων και έναν αναχαιτιστικό PAC-3 MSE αξίας εκατομμυρίων. Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς εάν ένα σύστημα μπορεί να καταρρίψει έναν στόχο, αλλά ποιο όπλο πρέπει να χρησιμοποιηθεί εναντίον ποιας απειλής, ώστε η άμυνα να παραμένει βιώσιμη σε μια παρατεταμένη σύγκρουση.

Η σημερινή ελληνική αεράμυνα

Η έκθεση παρουσιάζει την Ελλάδα ως χώρα που έχει δημιουργήσει επί τρεις δεκαετίες ένα πολυεπίπεδο, αλλά εξαιρετικά ετερογενές σύστημα αεράμυνας. Στην κορυφή βρίσκονται οι αμερικανικοί Patriot PAC-2/PAC-3 και οι ρωσικοί S-300PMU1. Ακολουθούν οι I-HAWK στη μεσαία ακτίνα και οι Tor-M1, Osa-AK/AKM, Crotale NG/GR, Skyguard/Velos και ASRAD-Hellas στις μικρότερες αποστάσεις. Αυτό το μωσαϊκό λέει ή έκθεση, έχει ένα προφανές πλεονέκτημα: καλύπτει διαφορετικές αποστάσεις, ύψη και τύπους απειλών. Δημιουργεί όμως, προβλήματα τυποποίησης, συντήρησης, προμήθειας ανταλλακτικών και –κυρίως– διασύνδεσης διαφορετικών συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.

Σε επίπεδο αισθητήρων, καταγράφονται 11 επίγεια ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης σε όλη τη χώρα, τα οποία συμπληρώνονται από τέσσερα αεροσκάφη EMB-145H AEW&C με το σύστημα ERIEYE. Τα δεδομένα τους μεταφέρονται στο εθνικό κέντρο αεροπορικών επιχειρήσεων στη Λάρισα. Η ελληνική δομή διοίκησης έχει παράλληλα κινηθεί προς την αρχιτεκτονική ACCS του NATO, ώστε διαφορετικοί αισθητήρες και όπλα να συντονίζονται ψηφιακά.

Patriot και το πρόβλημα των ρωσικών συστημάτων

Ο Patriot περιγράφεται ως ο βασικός πυλώνας της στρατηγικής αεράμυνας. Η Ελλάδα απέκτησε έξι συστοιχίες την περίοδο 1999-2000 και, σύμφωνα με την έκθεση, βρίσκεται σε διαδικασία εκσυγχρονισμού τους με δυνατότητες PAC-3 CRI και εν μέρει PAC-3 MSE. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ελληνική πυροβολαρχία Patriot που αναπτύχθηκε στη Σαουδική Αραβία το 2021 μαζί με 120-130 στελέχη. Στον αντίποδα βρίσκεται το ρωσικό υλικό. Οι S-300PMU1 στην Κρήτη, που προήλθαν από την κρίση των S-300 στην Κύπρο στα τέλη της δεκαετίας του 1990, έχουν αντιμετωπίσει επί χρόνια προβλήματα διαθεσιμότητας. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι κυρώσεις και η διακοπή της ρωσικής τεχνικής υποστήριξης κατέστησαν ακόμη δυσκολότερη τη διατήρηση του συστήματος. Η έκθεση θεωρεί ότι το Barak MX προορίζεται ουσιαστικά να καλύψει το κενό που θα αφήσει η απόσυρση του S-300. Αντίστοιχα προβλήματα αποδίδονται στα Tor-M1 και γενικότερα στα ρωσικής προέλευσης συστήματα. Η έκθεση βλέπει επομένως την «Ασπίδα του Αχιλλέα» όχι απλώς ως αγορά νέων όπλων, αλλά ως ευκαιρία ανανέωσης ενός κατακερματισμένου στόλου δυτικών και ρωσικών συστημάτων.

Η σημασία των Barak MX, David’s Sling και SPYDER

Το Barak MX αποτελεί για την έκθεση κομβικό στοιχείο, επειδή είναι αρθρωτό και δικτυοκεντρικό και μπορεί να χρησιμοποιήσει διαφορετικούς αναχαιτιστές ανάλογα με την απόσταση και το είδος του στόχου. Αυτό το καθιστά κατάλληλο για την αντικατάσταση διαφορετικών παλαιότερων συστημάτων από μία κοινή οικογένεια.

Το David’s Sling καταλαμβάνει το ανώτερο επίπεδο της νέας αρχιτεκτονικής. Ο προσανατολισμός του αφορά πιο απαιτητικές απειλές, όπως βαλλιστικούς πυραύλους και όπλα μεγαλύτερης εμβέλειας. Το SPYDER αντιθέτως προσφέρει το χαμηλότερο και μεσαίο στρώμα άμυνας και προορίζεται να αντιμετωπίζει αεροσκάφη, ελικόπτερα, UAV και άλλες αεροπορικές απειλές.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με το σχέδιο που περιγράφει ο Mevlütoğlu, θα είναι η σταδιακή απόσυρση συστημάτων όπως HAWK, Osa και Tor, ενώ οι Patriot αναμένεται να παραμείνουν και να ενσωματωθούν στη νέα αρχιτεκτονική.

Αντιαεροπορικό σύστημα David’s Sling. Πηγή MoDIsrael

Το στρατηγικό αποτέλεσμα για την Πολεμική Αεροπορία

Μία από τις σημαντικότερες παρατηρήσεις της έκθεσης αφορά τη σχέση μεταξύ επίγειας αεράμυνας και μαχητικών αεροσκαφών. Εφόσον ένα μεγάλο μέρος της προστασίας του ελληνικού εναέριου χώρου μπορεί να ανατεθεί σε ένα αυτοματοποιημένο, πολυεπίπεδο επίγειο δίκτυο, περισσότερα μαχητικά μπορούν να διατεθούν για άλλες αποστολές.

Ο συγγραφέας αναφέρεται συγκεκριμένα στα Rafale, F-16V και μελλοντικά F-35, υποστηρίζοντας ότι η νέα αρχιτεκτονική θα μπορούσε να τα απαλλάξει από μέρος των αμυντικών καθηκόντων και να αυξήσει τη διαθεσιμότητά τους για επιθετικές επιχειρήσεις. Η έκθεση ερμηνεύει αυτό το στοιχείο ως δυνητική ενίσχυση της ελληνικής δυνατότητας προβολής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ελλάδα, Ισραήλ και Κύπρος

Από το σημείο αυτό και μετά η μελέτη μετακινείται από την τεχνική ανάλυση σε μια σαφώς τουρκική γεωπολιτική οπτική. Ο συγγραφέας εντάσσει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στη διεύρυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας, Ισραήλ και Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία –κατά την εκτίμησή του– έχει μετατραπεί από ενεργειακή και οικονομική συνεργασία σε βαθύτερη αμυντική ολοκλήρωση.

Η έκθεση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην τριμερή σύνοδο της 22ας Δεκεμβρίου 2025 στην Ιερουσαλήμ και θεωρεί ότι οι σχέσεις των τριών χωρών αποκτούν πλέον χαρακτηριστικά ευρύτερου στρατηγικού σχήματος.

Η αυξημένη ικανότητα έγκαιρης προειδοποίησης

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποδίδει το ORSAM στο δίκτυο αισθητήρων. Η έκθεση θεωρεί ότι τα ισραηλινά ραντάρ ELM-2084 που θα προμηθευθεί η Ελλάδα και η διασύνδεσή τους με ελληνικά, ισραηλινά, νατοϊκά και ενδεχομένως ευρωπαϊκά δίκτυα μπορούν να δημιουργήσουν μια ιδιαίτερα πυκνή εικόνα αεροπορικής επιτήρησης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από τουρκική σκοπιά, αυτό παρουσιάζεται ως ίσως η σημαντικότερη μακροπρόθεσμη συνέπεια: ελληνικά και κυπριακά δίκτυα αισθητήρων θα μπορούσαν, κατά τον συγγραφέα, να προσφέρουν στο Ισραήλ καλύτερη εικόνα της νότιας και δυτικής περιφέρειας της Τουρκίας, ενώ τουρκικά αεροσκάφη, UAV και ναυτικές πλατφόρμες θα μπορούσαν να εντοπίζονται νωρίτερα.

Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι η συνεργασία δεν περιορίζεται στη μεταφορά υλικού. Το Ισραήλ μπορεί να μεταφέρει στην Ελλάδα επιχειρησιακές εμπειρίες, δόγματα και CONOPS (Concepts of Operations) από πρόσφατες πολεμικές επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας θεωρεί ότι η αξία της συνεργασίας βρίσκεται τόσο στο hardware όσο και στη γνώση για τη χρήση του.

Ευρωπαϊκή διάσταση και νέα εξάρτηση

Η μελέτη εξετάζει και τη σχέση του προγράμματος με την ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Η Ελλάδα συμμετέχει στο European Sky Shield Initiative, αλλά παράλληλα ακολουθεί τη δική της εθνική πορεία με αμερικανικά και, κυρίως πλέον, ισραηλινά συστήματα. Ο Mevlütoğlu θεωρεί ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη παρουσία ισραηλινής τεχνολογίας μέσα στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα αεράμυνας. Η έκθεση μάλιστα χρησιμοποιεί έντονη διατύπωση περί πιθανής ισραηλινής «διείσδυσης» στην αμυντική αρχιτεκτονική της ΕΕ μέσω Ελλάδας και Κύπρου.

Παράλληλα επισημαίνεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο για την Ελλάδα. Η αντικατάσταση των ρωσικών συστημάτων περιορίζει την εξάρτηση από τη Ρωσία, αλλά ενδέχεται να δημιουργήσει νέα εξάρτηση από το Ισραήλ. Και στα σύγχρονα δικτυοκεντρικά συστήματα αυτή δεν αφορά μόνο πυραύλους και ανταλλακτικά. Αφορά λογισμικό, κρυπτογραφία, βιβλιοθήκες απειλών, αναβαθμίσεις, τεχνική υποστήριξη και πρόσβαση σε κρίσιμους κώδικες. Για τον συγγραφέα, επομένως, σημαντικός δείκτης επιτυχίας θα είναι το πόσο ουσιαστικά θα συμμετάσχει η ελληνική αμυντική βιομηχανία και πόσο τεχνολογικά αυτόνομη θα παραμείνει η Αθήνα.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης

Συνολικά, η έκθεση παρουσιάζει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως ποιοτική και όχι απλώς ποσοτική αλλαγή της ελληνικής αεράμυνας. Η ουσία δεν βρίσκεται στην προσθήκη περισσότερων πυραύλων, αλλά στην ενοποίηση αισθητήρων, ραντάρ, διοίκησης και ελέγχου, τεχνητής νοημοσύνης και διαφορετικών αναχαιτιστών σε ένα ενιαίο δίκτυο.

Στο επιχειρησιακό επίπεδο, ο συγγραφέας εκτιμά ότι η αλλαγή θα αυξήσει την ταχύτητα εντοπισμού και εμπλοκής στόχων, θα βελτιώσει την αντιμετώπιση ταυτόχρονων και διαφορετικών απειλών και θα απελευθερώσει μαχητικά αεροσκάφη για άλλες αποστολές.

Στο γεωπολιτικό επίπεδο, τέλος, το ORSAM διαβάζει το πρόγραμμα πρωτίστως μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η έκθεση θεωρεί ότι η στρατιωτική ολοκλήρωση Ελλάδας–Ισραήλ–Κύπρου, εφόσον επεκταθεί σε αισθητήρες, πληροφορίες, έγκαιρη προειδοποίηση και κοινές επιχειρησιακές αντιλήψεις, θα έχει μεγαλύτερη στρατηγική σημασία από οποιοδήποτε μεμονωμένο οπλικό σύστημα. Η καταληκτική της εκτίμηση είναι ότι η Άγκυρα πρέπει να παρακολουθεί την «Ασπίδα του Αχιλλέα» όχι ως μια απλή ελληνική προμήθεια αντιαεροπορικών πυραύλων αλλά ως ένα ευρύτερο «σύστημα συστημάτων» που μπορεί να επηρεάσει τη στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.