Η Σερβία και το Ισραήλ ετοιμάζονται να εγκαινιάσουν στα μέσα Σεπτεμβρίου, εργοστάσιο παραγωγής επιθετικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Συγκεκριμένα ο ισραηλινός αμυντικός όμιλος Elbit Systems θα κατέχει το 51% της κοινοπραξίας, ενώ η κρατική σερβική εταιρεία όπλων Yugoimport-SDPR, το υπόλοιπο 49%. Η μονάδα θα παράγει drones μικρής και μεγάλης εμβέλειας, καθώς και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Όπως είπε ο Πρόεδρος της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, η μονάδα θα ανοίξει στη βιομηχανική ζώνη Σιμάνοβτσι, κοντά στο Βελιγράδι.
Η Σερβία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους στενότερους συμμάχους του Ισραήλ στην Ευρώπη, και οι διμερείς δεσμοί έχουν ενισχυθεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια, με πολιτικές επαφές υψηλού επιπέδου, συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και στρατηγικό διάλογο. Τον Απρίλιο, οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών ανακοίνωσαν την έναρξη νέου στρατηγικού διαλόγου και την προώθηση νέας εμπορικής συμφωνίας.
Στο επίκεντρο αυτής της σχέσης βρίσκεται η προμήθεια ισραηλινών οπλικών συστημάτων από τη Σερβία. Το 2025 αγοράστηκαν συστήματα πυροβολικού PULS και drones Hermes της Elbit, αξίας 335 εκατομμυρίων δολαρίων. Ακολούθησε, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, πενταετής σύμβαση ύψους περίπου 1,64 δισεκατομμυρίων δολαρίων για συστήματα πυραύλων ακριβείας μεγάλης εμβέλειας, μη επανδρωμένα αεροχήματα με τεχνητή νοημοσύνη, συστήματα πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISTAR), καθώς και ηλεκτροοπτικά και συστήματα νυχτερινής όρασης. Γενικότερα η Σερβία εκσυγχρονίζει τις ένοπλες δυνάμεις της, αντικαθιστώντας σοβιετικής προέλευσης εξοπλισμό με σύγχρονα συστήματα (δυτικά αλλά και κινεζικά), ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις εξαγωγές στρατιωτικού υλικού.

Σε αντίθεση με αυτή την εμβάθυνση της συνεργασίας, η Ελλάδα, παρότι αγοράζει σημαντικές ποσότητες ισραηλινών οπλικών συστημάτων, δεν έχει εξασφαλίσει αντίστοιχη βιομηχανική επένδυση. Η Αθήνα έχει προχωρήσει σε μεγάλες συμφωνίες, όπως την προμήθεια συστημάτων πυροβολικού PULS της Elbit αξίας περίπου 750 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις για συστήματα αεράμυνας ύψους κάπου 3,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, όπως τα αντιαεροπορικά David’s Sling, Spyder και Barak. Ενώ η χώρα μας ήδη παραλαμβάνει αντιαρματικούς πυραύλους Spike NLOS με τα τροχοφόρα-εκτοξευτές τους, και πλέον λειτουργεί το Κέντρο Αεροπορικής Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα, που έχει αναλάβει να λειτουργεί η Elbit, για κάπου 1,4 δις ευρώ για διάστημα 22 ετών.
Όμως παρά τον όγκο των ελληνικών αγορών και τις πολιτικές δηλώσεις περί στρατηγικής εταιρικής σχέσης στην Ανατολική Μεσόγειο, η χώρα μας δεν έχει διεκδικήσει ή απαιτήσει, κανένα σοβαρό έργο βιομηχανικής συμμετοχής στα ισραηλινά οπλικά συστήματα που προμηθεύεται, ούτε και μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας, ούτε κάποια εγχώρια επένδυση ή έστω κάποιο άσχετο με την άμυνα αντισταθμιστικό ωφέλημα.
Ενώ αναμένεται αν θα υπάρξει τέτοιο αντίστοιχο, στην επεκείμενη συμφωνία των αντιαεροπορικών. Εκεί ναι μεν δηλώνεται από πλευράς υπουργείου Εθνικής Άμυνας πως θα καταγραφεί ελληνική εγχώρια προστιθέμενη αξία κάπου 700 εκατ. ευρώ, αλλά αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι θα συμβεί και προφανώς πρέπει να υλοποιηθεί ως μέρος της συμφωνίας, και όχι ως κάποιο μελλοντικό ακολούθημα της, ως π.χ. “υπηρεσίες υποστήριξης στην Ελλάδα”, που είναι κάτι διαφορετικό και αφορά μετέπειτα συμβάσεις.
Εδώ λοιπόν η σερβική περίπτωση δείχνει πώς η μακροχρόνια πολιτική βούληση, σε συνδυασμό με μεγάλες συμβάσεις προμηθειών, μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη βιομηχανική συνεργασία και μάλιστα αμέσως. Δηλαδή οι συμβάσεις δισεκατομμυρίων με την Elbit του 2025, ήδη το 2026 φθάνουν σε κοινό εργοστάσιο drones εντός Σερβίας. Ενώ για την Ελλάδα, η οποία επενδύει σημαντικά ποσά στην ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της με ισραηλινή τεχνολογία, ακόμη περιμένει κάποιο ρόλο ως βιομηχανικός εταίρος, με παραπομπή σε καλένδες αορίστου χρόνου.