Προβλήματα αντιμετωπίζει το στρατηγικό δίκτυο επιτήρησης του Διαστημικού Σώματος των ΗΠΑ. Ειδικότερα το πρόγραμμα Deep Space Advanced Radar Capability (DARC) αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της νέας αρχιτεκτονικής διαστημικής επιτήρησης, με στόχο την ενίσχυση της παρακολούθησης της γεωσύγχρονης τροχιάς. Αναπτύσσεται στο πλαίσιο τριμερούς συνεργασίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αυστραλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ κύριος ανάδοχος είναι η Northrop Grumman.

Το σύστημα προβλέπει την ανάπτυξη τριών επίγειων σταθμών ραντάρ, προσφέροντας 24ωρη επιτήρηση αντικειμένων σε ύψη έως και 36.000 χιλιομέτρων. Η αποστολή τους είναι η ανίχνευση και παρακολούθηση στρατιωτικών και εμπορικών δορυφόρων, διαστημικών συντριμμιών και κάθε δραστηριότητας στη γεωσύγχρονη τροχιά.

Σύμφωνα όμως με πρόσφατη έκθεση της υπηρεσίας του Κογκρέσου, GAO (Government Accountability Office) η πρώτη εγκατάσταση στη Δυτική Αυστραλία έχει ήδη λάβει έγκριση για πρώιμη επιχειρησιακή αξιοποίηση, ωστόσο το πρόγραμμα αντιμετωπίζει καθυστερήσεις λόγω αυξημένου κόστους κατασκευής και πρόσθετων τεχνικών παρεμβάσεων, που επιβλήθηκαν από τις απαιτήσεις της χώρας υποδοχής. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν και το συνολικό χρονοδιάγραμμα, μεταθέτοντας κατά περίπου δέκα μήνες την έναρξη των εργασιών για την τρίτη εγκατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες (η δεύτερη θα είναι στην Ουαλία).

Με βάση τον αναθεωρημένο προγραμματισμό, το σύνολο του δικτύου αναμένεται να επιτύχει πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα έως τον Δεκέμβριο του 2032, αποτελώντας μία από τις πλέον προηγμένες επίγειες υποδομές επιτήρησης του διαστημικού χώρου.