Δύο χρόνια μετά την παράδοση των πρώτων μαχητικών, η επιχειρησιακή δράση των ουκρανικών F-16 εξελίσσεται σε ένα παράδοξο πρόβλημα για την Πολεμική Αεροπορία της χώρας. Τα αμερικανικής σχεδίασης μαχητικά έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην αναχαίτιση ρωσικών πυραύλων και drones, όμως ακριβώς αυτή η επιτυχία τα οδηγεί σε υπερβολική επιχειρησιακή καταπόνηση.
Σύμφωνα με την πρόσφατη ανάλυση του Justin Bronk για το Royal United Services Institute (RUSI), τα ουκρανικά F-16 έχουν καταρρίψει περισσότερα από 2.500 ρωσικά Geran και Gerbera, όμως η χρήση μαχητικών για την αντιμετώπιση αυτών των στόχων έχει ήδη καταναλώσει σημαντικό αριθμό ωρών πτήσης και πυραύλων αέρος-αέρος.
Το πρόβλημα όμως δεν εντοπίζεται μόνο στην κατανάλωση πυρομαχικών. Κάθε αποστολή σημαίνει ώρες λειτουργίας για κινητήρες, ραντάρ, ηλεκτρονικά συστήματα και δομικά στοιχεία του αεροσκάφους. Τα F-16 διαθέτουν πεπερασμένο απόθεμα ωρών πτήσης και, όταν φτάσουν στα προβλεπόμενα όρια συντήρησης, απαιτούν χρονοβόρες εργασίες βαθιάς συντήρησης από εξειδικευμένους τεχνικούς.
Η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω της κλίμακας της ρωσικής εκστρατείας. Η ρωσική βιομηχανία, σύμφωνα και πάλι με τον κ. Bronk, μπορεί να παράγει περισσότερα από 6.000 drones-καμικάζι τον μήνα. Επομένως, η χρήση ενός πολύτιμου μαχητικού για την αντιμετώπιση φθηνών drones δημιουργεί ένα δυσμενές επιχειρησιακό ισοζύγιο.
Ο στόλος F-16 της Ουκρανίας σήμερα δέχεται σημαντική πίεση διαθεσιμοτήτων. Από τα 79 συνολικά αεροσκάφη που οι δυτικές χώρες δεσμεύτηκαν από την αρχή του πολέμου να παραδώσουν στην Ουκρανία, περίπου τα μισά έχουν φτάσει στη χώρα και από αυτά, λιγότερα από 39 υπολογίζεται πως είναι επιχερησιακά σήμερα λόγω καταστροφών, απωλειών και κυρίως έλλειψης ανταλλακτικών. Αν υπολογίσει κανείς ότι τα ρωσικής προέλευσης μαχητικά που υπηρετούσαν προ του 2022 έχουν τεθεί σε μεγάλο μέρος εκτός μάχης και νεώτερα αεροσκάφη δεν έχουν γίνει διαθέσιμα, τα F-16 σηκώνουν σήμερα το 80% των επιχειρησιακών εξόδων των μαχητικών της ουκρανικής αεροπορίας.
Αντιμέτωπη σύντομα με ένα τεράστιο κενό ισχύος, η Ουκρανία προσπαθεί ήδη να περιορίσει αυτή τη φθορά μεταθέτοντας το βάρος της αεράμυνας σε πολυεπίπεδα συστήματα SHORAD και στα νέας κατασκευής drone-αναχαιτιστές, που μπορούν να αντιμετωπίσουν τους ρωσικούς Geran και Gerbera πολύ οικονομικότερα. Παράλληλα, τα F-16 διατηρούνται για απειλές μεγαλύτερης αξίας, όπως πυραύλους cruise και εχθρικά αεροσκάφη, ενώ οι πιλότοι τους χρησιμοποιούν, όπου είναι δυνατόν, το πυροβόλο των 20 mm και τις κατευθυνόμενες ρουκέτες AGR-20/APKWS II αντί για ακριβότερους πυραύλους αέρος-αέρος.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν τα F-16 μπορούν να καταρρίψουν drones — μπορούν και το έχουν αποδείξει. Το ερώτημα είναι πόσο καιρό μπορεί η Ουκρανία να διατηρήσει αυτή την ένταση επιχειρήσεων χωρίς να περιοριστεί δραστικά η διαθεσιμότητα του στόλου.

Τα ουκρανικά F-16 κινδυνεύουν έτσι να απορροφηθούν στη δίνη της «επιτυχίας» τους, που τα βυθίζει όλο και περισσότερο σε έναν φαύλο κύκλο: όσο περισσότερες απειλές αναχαιτίζουν, τόσο περισσότερες ώρες πετούν· όσο περισσότερες ώρες πετούν, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις συντήρησης και όσο περισσότερα αεροσκάφη εισέρχονται σε κύκλους συντήρησης, τόσο μεγαλύτερο επιχειρησιακό βάρος μεταφέρεται στα υπόλοιπα.