Η διάλυση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), στην ουσία των μαχόμενων Κούρδων της Συρίας, κλείνει ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του συριακού πολέμου. Συγκεκριμένα, χθες 25 Αυγούστου, από το προεδρικό μέγαρο στη Δαμασκό, ο επικεφαλής τους Μαζλούμ Αμπντί, ανακοίνωσε ότι ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της δύναμης στον συριακό στρατό και ότι οι SDF παύουν να υφίστανται ως ανεξάρτητος στρατιωτικός σχηματισμός. Η απόφαση εφαρμόζει τη σχετική συμφωνία με την κυβέρνηση του Άχμαντ αλ-Σάρα και ενισχύει αποφασιστικά την προσπάθεια της Δαμασκού να αποκαταστήσει τον έλεγχο της σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι SDF συγκροτήθηκαν το 2015, με βασικό κορμό τις κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG) και το αντίστοιχο γυναικείο σώμα, YPJ. Στον συνασπισμό προσχώρησαν αραβικές, ασσυριακές, αρμενικές και τουρκμενικές οργανώσεις, δίνοντάς του πολυεθνικό χαρακτήρα. Οι ρίζες του, ωστόσο, βρίσκονται στις κουρδικές δυνάμεις που από το 2012 εκμεταλλεύθηκαν την υποχώρηση του καθεστώτος Άσαντ από τη βορειοανατολική Συρία και δημιούργησαν μια ζώνη αυτοδιοίκησης, γνωστή αρχικά ως Ροζάβα.

Η μεγάλη καμπή ήρθε κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου, με την πολιορκία του Κομπάνι (πόλης στη βόρεια Συρία) το 2014-2015. Η αντίσταση των YPG και YPJ, με την υποστήριξη της αμερικανικής αεροπορίας, ανέκοψε την προέλαση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) και μετέτρεψε τις κουρδικές δυνάμεις στον βασικό χερσαίο εταίρο της Ουάσιγκτον στη Συρία. Υπό την ομπρέλα των SDF ακολούθησαν η κατάληψη της Μανμπίτζ, η εκδίωξη του ISIS από τη Ράκα το 2017 και, τον Μάρτιο του 2019, η πτώση του τελευταίου εδαφικού προπυργίου των τζιχαντιστών στο Μπαγούζ.

Στο απόγειό τους, οι SDF έλεγχαν περίπου το ένα τέταρτο της Συρίας: το μεγαλύτερο μέρος της Χασάκα, τη Ράκα, εκτεταμένες περιοχές της Ντέιρ εζ-Ζορ και τα σημαντικότερα πετρελαϊκά κοιτάσματα της χώρας. Παράλληλα, ανέλαβαν τη δημιουργία και επίβλεψη φυλακών και καταυλισμών όπου εκεί βρίσκονταν δεκάδες χιλιάδες μαχητές του ISIS, συγγενείς και υπόπτους. Η εδαφική αυτή επέκταση, όμως, έφερε στην επιφάνεια αντιθέσεις με αραβικές φυλές, οι οποίες κατηγορούσαν την κουρδική διοίκηση για συγκεντρωτισμό, διακρίσεις και υποχρεωτική στρατολόγηση.
Πολιτικά, οι SDF δεν υπήρξαν κόμμα. Συνδέθηκαν, όμως, με το Συριακό Δημοκρατικό Συμβούλιο και την Αυτόνομη Διοίκηση Βόρειας και Ανατολικής Συρίας. Το σύστημά τους είχε αρκετά στοιχεία δημοκρατικής διαχείρισης και σε κάποια σημεία έως και ελευθεριακές αντιλήψεις (στο πλαίσιο βέβαια της συντηρητικής αραβικής κοινωνίας). Με αποκέντρωση, τοπικά συμβούλια, κοσμική διακυβέρνηση, πολυεθνική/πολυφυλετική εκπροσώπηση και συμμετοχή των γυναικών σε κοινωνία και θεσμούς. Οι Κούρδοι ηγέτες υποστήριζαν πάντως ότι δεν επιδίωκαν ανεξάρτητο κράτος, αλλά μια χαλαρή αυτονομία εντός Συρίας, με συνταγματική κατοχύρωση της κουρδικής ταυτότητας.

Για την Τουρκία η γιγάντωση του YPG/SDF ήταν βέβαια ο μεγάλος τρόμος της, καθώς εκεί έβλεπε την σοβαρή πιθανότητα συγκρότησης ακόμη μιας κουρδικής κρατικής οντότητας, σε γειτνίαση κιόλας με εκείνη στο Βόρειο Ιράκ, που έχει πετύχει τη μερική αυτονομία της. Άρα κατά την τουρκική ανάλυση, στα σύνορα της σε Ανατολή και Νότο, ανέτειλαν δύο κουρδικά “κρατίδια”, με πολύ στενές σχέσεις, πολιτικές και στρατιωτικές με το τουρκικό Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν, το γνωστό μας PKK, που είχε ήδη ισχυρή ανταρτική δράση εντός ανατολικής Τουρκίας.
Έτσι η Άγκυρα πραγματοποίησε διαδοχικές επεμβάσεις για να εμποδίσει τη δημιουργία ενιαίας κουρδικής ζώνης στα σύνορά της: την επιχειρήση «Ασπίδα του Ευφράτη» το 2016, την «Κλάδος Ελαίας» στο Αφρίν το 2018 και την «Πηγή Ειρήνης» το 2019. Με αποτέλεσμα να δομήσει η Άγκυρα δικές της ελεγχόμενες ζώνες εντός βόρειας Συρίας, όπου εκεί δρούσαν και δικά της στρατεύματα, αλλά και υποστηριζόμενες και χρηματοδοτούμενες από την ίδια ισλαμικές οργανώσεις που μάχονταν τους Κούρδους. Έτσι είχαμε συγκρούσεις με την SDF στη Μανμπίτζ, στο Τελ Αμπιάντ, στο Ρας αλ-Αΐν και, μετά την πτώση του Άσαντ, γύρω από το φράγμα Τισρίν. Η απώλεια της πόλης Αφρίν υπήρξε το πρώτο μεγάλο πλήγμα στο κουρδικό σχέδιο εδαφικής συνέχειας, ενώ η τουρκική πίεση περιόριζε διαρκώς τα περιθώρια πολιτικής αυτονομίας.
Η επικράτηση των “τέων τζιχαντιστών” με τουρκική υποστήριξη
Η ανατροπή του Μπασάρ αλ-Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 άλλαξε τις ισορροπίες. Η Ουάσιγκτον άρχισε να οικοδομεί στενότερες σχέσεις με τη νέα κυβέρνηση του “μετανοημένου ισλαμιστή” αλ-Σάρα, μειώνοντας την πολιτική αξία των SDF ως αυτόνομου συμμάχου. Οι αρχικές διαπραγματεύσεις του 2025 δεν γεφύρωσαν τη διαφωνία: οι Κούρδοι ζητούσαν οι μονάδες τους να ενταχθούν στη νέα διοίκηση ως οργανωμένα σώματα με τοπική αυτονομία, ενώ η Δαμασκός απαιτούσε την κατάργηση κάθε ανεξάρτητης ένοπλης ομάδας εντός Συρίας.
Τον Ιανουάριο του 2026, σημειώθηκε μεγάλη κυβερνητική επίθεση -με τη συνδρομή τοπικών συσπειρώσεων και φυλάρχων- κατά των μονάδων της SDF, που πέτυχε τον σημαντικό περιορισμό τους. Σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, η ζώνη ελέγχου τους συρρικνώθηκε κατά περίπου 80% (σε ότι αφορά τις κατοικημένες περιοχές, και όχι τις μεγάλες εκτάσεις ερήμου στην ανατολική Συρία). Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που ακολούθησε προέβλεψε την μεταβίβαση των όποιων θεσμών ήταν στον έλεγχο των Κούρδων, την είσοδο κυβερνητικών δυνάμεων στις μεγάλες πόλεις-προπύργια του SDF, Χασάκα και Καμισλί και την απορρόφηση των μαχητών από τον νέο στρατό. Τρεις ταξιαρχίες των SDF προβλεπόταν να ενταχθούν σε νέα στρατιωτική δομή, ενώ μονάδες στο Χαλέπι τέθηκαν υπό κρατική διοίκηση. Η συμφωνία αναγνώρισε επίσης πολιτιστικά, εκπαιδευτικά και πολιτικά δικαιώματα των Κούρδων και το δικαίωμα επιστροφής των εκτοπισμένων.
Μέχρι τον Αύγουστο είχε ενσωματωθεί στο νέο συριακό κρατικό μόρφωμα και ο πυρήνας των YPG, ενώ ο διοικητής τους, Σιπάν Χάμο, είχε διοριστεί αναπληρωτής υπουργός Άμυνας αρμόδιος για τις ανατολικές περιοχές. Αγκάθι παρέμενε η τύχη των YPJ: οι γυναίκες μαχήτριες ζητούν να συνεχίσουν ως στρατιωτική δύναμη, ενώ η Δαμασκός προτιμά την απορρόφησή τους στην αστυνομία.
Η ήττα των Κούρδων
Καταγράφεται έτσι μια σημαντική ήττα των κουρδικών συριακών δυνάμεων; Σε επίπεδο επιρροής και αυτονομίας σαφώς ναι, καθώς στο απόγειο τους ήλεγχαν σημαντική έκταση της Συρίας, με πετρελαϊκούς πόρους, είχαν βαρέα όπλα και ανεξάρτητη διοίκηση, κάτι που οικοδομούσαν επί μία δεκαετία. Η αποδυνάμωση όμως της αμερικανικής προστασίας, κάτι που δικαίως θεωρείται ως ακόμη ένα “πούλημα” των Κούρδων, όταν κάποτε περιγράφονταν από την Ουάσιγκτον ως ο “καλύτερος τοπικός εταίρος μας στη μάχη ενάντια του ISIS” και η κυβερνητική προέλαση των δυνάμεων της Δαμασκού τις ανάγκασαν να διαπραγματευθούν από δυσμενή θέση.
Πολιτικά, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η ηγεσία τους απέφυγε μια καταστροφική τελική μάχη, εξασφάλισε θέσεις στον νέο κρατικό μηχανισμό και, τουλάχιστον επί χάρτου, αναγνώριση δικαιωμάτων που το συριακό κράτος αρνούνταν επί δεκαετίες. Η διάλυση είναι έτσι μια πραγματιστική μετατροπή της στρατιωτικής υποχώρησης σε πολιτική επιβίωση. Το αν θα εξελιχθεί σε ιστορικό συμβιβασμό ή σε πλήρη παράδοση θα κριθεί από την εφαρμογή των εγγυήσεων, τη θέση των γυναικών και των τοπικών θεσμών και, κυρίως, από το εάν η νέα Συρία θα αποδεχθεί πραγματικά τους Κούρδους ως ισότιμους πολίτες.
Δεν πρέπει όμως ποτέ να ξεχνάμε, πως το κουρδικό στοιχείο -εντός Συρίας που γίνεται η συζήτηση- αλλά και σε Τουρκία και Ιράκ, παραμένει αριθμητικά ισχυρό, είναι πολιτικά και κοινωνικά συγκροτημένο, με βαθιές ρίζες και παραδόσεις, στο σύνολο του “μάχιμο” και σκληραγωγημένο. Άρα διατηρείται ως παράγοντας επιρροής και με αίσθημα αυτονομίας, τόσο πολιτικά όσο και πολιτισμικά, κάτι που κανένα κράτος και καθεστώς της περιοχής, δεν έχει καταφέρει εδώ και εκατονταετίες να “σιγάσει”.