Μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, η Θέουτα, ισπανική κτήση στην Αφρική, απέναντι από το Γιβραλτάρ, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες μαζικές εισόδους που έχουν καταγραφεί ποτέ σε εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εκτίμηση έκανε λόγο για περισσότερους από 49.000 ανθρώπους να έχουν μετακινηθεί από το Μαρόκο, αριθμός μεγαλύτερο από το μισό του πληθυσμού της πόλης, ενώ τουλάχιστον 19 έχασαν τη ζωή τους. Η τελική καταμέτρηση θα χρειαστεί χρόνο, η πραγματική κλίμακα όμως είναι ήδη σαφής. Χιλιάδες πέρασαν από ξηρά και θάλασσα, οι τοπικές αρχές κατακλύστηκαν, ανήλικοι έμειναν σε δρόμους και πάρκα και ο στρατός αναπτύχθηκε για να αποκαταστήσει στοιχειώδη έλεγχο.

Η Θέουτα έχει περίπου 85.000 κατοίκους. Η είσοδος δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων σε λίγες ώρες δεν αποτελεί διαχειρίσιμη μεταναστευτική ροή. Αποτελεί κατάρρευση εξωτερικού συνόρου της ΕΕ. Στη συνέχεια η Γαλλία ενίσχυσε τους ελέγχους στα σύνορα με την Ισπανία, ενώ η Ιταλία απείλησε με έκτακτα μέτρα απέναντι στη Μαδρίτη. Αυτή είναι η αλληλουχία που μπορεί να διαλύσει την συμφωνία Σένγκεν για κοινά εσωτερικά σύνορα της Ε.Ε. Ένα κράτος χάνει τον έλεγχο της εξωτερικής του “πύλης” και οι εταίροι του αρχίζουν να δομούν εσωτερικά σύνορα. 

Χάρτης με τις θέσεις της Θέουτα και της Μελίγια, των ισπανικών κτήσεων στο Μαρόκο.

Η Ισπανία άνοιξε ένα πρόγραμμα για 500.000 και δέχθηκε 1.174.978 αιτήσεις

Τον Ιανουάριο του 2026, η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε την νομιμοποίηση περίπου 500.000 παράτυπα διαμενόντων μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Τον Απρίλιο εξακολουθούσε να εκτιμά ότι οι δυνητικοί δικαιούχοι θα ήταν περίπου μισό εκατομμύριο, έχοντας προβλέψει διοικητική δυνατότητα επεξεργασίας έως 752.250 φακέλων.

Στις 30 Ιουνίου, όταν έκλεισε η διαδικασία, είχαν κατατεθεί 1.174.978 αιτήσεις, υπερδιπλάσιες από την αρχική κυβερνητική πρόβλεψη. Έως τις 2 Ιουλίου είχαν τεθεί σε επεξεργασία 609.737 φάκελοι και 159.097 αιτούντες είχαν εγγραφεί στον ισπανικό οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης. Σε εκατοντάδες χιλιάδες χορηγήθηκε προσωρινή δυνατότητα εργασίας μέχρι την οριστική κρίση της αίτησής τους, ενώ οι άδειες διαμονής και εργασίας έχουν αρχική διάρκεια ενός έτους.

Οι άνθρωποι που περνούν σήμερα στη Θέουτα δεν υπάγονται βέβαια στη συγκεκριμένη ρύθμιση. Το ισπανικό διάταγμα απαιτεί παρουσία στην χώρα πριν από την 1η Ιανουαρίου 2026, για τουλάχιστον πέντε μήνες συνεχώς και λευκό ποινικό μητρώο. Το ζήτημα είναι πως όταν μια κυβέρνηση κάνει μαζική νομιμοποίηση μεταναστών (με οποιοδήποτε λόγο εισόδου), αυτό ερμηνεύεται ως “πρόσκληση” με ελπίδα μια ανάλογη τακτοποιήση στο μέλλον.

Η ισπανική άδεια διαμονής έχει ευρωπαϊκή εμβέλεια

Η Μαδρίτη παρουσιάζει τη ρύθμιση σαν να αφορά αποκλειστικά την ισπανική οικονομία και κοινωνία. Αυτή η θέση παραβλέπει τον τρόπο λειτουργίας της Σένγκεν. Ο κάτοχος ισπανικής άδειας διαμονής μπορεί να ταξιδεύει και να παραμένει στα υπόλοιπα κράτη της Σένγκεν έως 90 ημέρες μέσα σε κάθε περίοδο 180 ημερών, χωρίς να χρειάζεται νέα θεώρηση εισόδου.

Η άδεια δεν προσφέρει αυτομάτως μόνιμο δικαίωμα εργασίας σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος. Αυτός ο νομικός περιορισμός δεν αλλάζει την ουσία. Προσφέρει πραγματική, νόμιμη κινητικότητα σε έναν χώρο όπου, υπό κανονικές συνθήκες, δεν πραγματοποιούνται συστηματικοί έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα.

Επομένως, το ισπανικό έγγραφο δεν μένει στην Ισπανία. Επιτρέπει στον κάτοχό του να κινηθεί προς τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Βέλγιο ή την Ολλανδία. Η μεταναστευτική πολιτική της Μαδρίτης αποκτά αυτομάτως ευρωπαϊκές συνέπειες, ακόμη και όταν οι υπόλοιπες κυβερνήσεις δεν ερωτήθηκαν και δεν συμφώνησαν.

Αυτό είναι το δομικό πρόβλημα της Σένγκεν. Η ελευθερία κυκλοφορίας στηρίζεται στην παραδοχή ότι κάθε κράτος ελέγχει υπεύθυνα το κοινό εξωτερικό σύνορο και χορηγεί τίτλους διαμονής με επίγνωση των συνεπειών για όλους. Η κυβέρνηση Σάντσεθ διεκδικεί εθνική αυτονομία στη νομιμοποίηση και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στη διαχείριση των συνεπειών. Τα δύο δεν μπορούν να συνυπάρχουν επ’ αόριστον.

Η γήρανση αντιμετωπίζεται με νόμιμη μετανάστευση

Η βασική δικαιολογία της ισπανικής κυβέρνησης είναι γνωστή. Η χώρα γηράσκει, η οικονομία χρειάζεται εργαζομένους και το ασφαλιστικό σύστημα χρειάζεται νέους για να προσφέρουν πόρους. Ακόμη κι αν δεχθούμε πλήρως αυτή τη διάγνωση, δεν προκύπτει ότι η λύση είναι η εκ των υστέρων νομιμοποίηση της παράτυπης παραμονής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει την EU Blue Card για ειδικευμένους εργαζομένους, την ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας, πλαίσια για εποχική απασχόληση και οργανωμένες προσλήψεις από τρίτες χώρες.

Το 2024 τα κράτη της ΕΕ εξέδωσαν περίπου 3,5 εκατομμύρια πρώτες άδειες διαμονής, από τις οποίες 1,1 εκατομμύριο αφορούσαν εργασιακή απασχόληση. Η ίδια η Ισπανία εξέδωσε 561.640 πρώτες άδειες, τις περισσότερες στην ΕΕ, με 95.735 να αφορούν απευθείας εργασιακούς λόγους. Άρα η χώρα διαθέτει μηχανισμό, διοικητική εμπειρία και επαρκή κλίμακα για την προσέλκυση νόμιμου εργατικού δυναμικού.

Υπάρχει επίσης το ισπανικό πρόγραμμα GECCO, μέσω του οποίου επιχειρήσεις προσλαμβάνουν εργαζομένους ενώ αυτοί βρίσκονται ακόμη στις χώρες προέλευσής τους. Το κράτος γνωρίζει εκ των προτέρων ποιος έρχεται, για ποια εργασία, με ποιον εργοδότη, για πόσο χρόνο και υπό ποιες προϋποθέσεις επιστροφής. Το 2025, μέσω του GECCO, εργάστηκαν νόμιμα στην Ισπανία 25.767 άνθρωποι από 17 χώρες, ποσοστό αυξημένο κατά 25% έναντι του 2024.

Η νέα ρύθμιση GECCO για το 2026 προβλέπει πολυετείς άδειες, εργασία έως εννέα μήνες κάθε χρόνο και υποχρεωτική επιστροφή στη χώρα προέλευσης μετά το τέλος της εποχικής απασχόλησης. Αυτό είναι νόμιμη και ελεγχόμενη μετανάστευση. Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Η νόμιμη μετανάστευση επιλέγει εργαζομένους με βάση τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Η μαζική νομιμοποίηση καλείται να διαχειριστεί εκ των υστέρων όσους κατάφεραν να εισέλθουν, να παραμείνουν και να ενταχθούν στην παραοικονομία.

Οπότε η δημογραφική κρίση αποτελεί λόγο για περισσότερες νόμιμες προσλήψεις και μετακινήσερις πολιτών άλλων χωρών, αλλά δεν μπορεί να γίνεται λευκή επιταγή για τη μετατροπή της παράτυπης παραμονής σε υποκατάστατο μεταναστευτικής πολιτικής.

Η εξάρτηση από το Μαρόκο

Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν και μία εντυπωσιακή γεωγραφική μονομέρεια. Παρότι στο GECCO συμμετείχαν 17 χώρες, το 81% των εργαζομένων που προσλήφθηκαν το 2025 στην Ισπανία, προήλθε από το Μαρόκο. Το 92% αυτών ήταν γυναίκες, κυρίως για εποχικές γεωργικές εργασίες. Η Κολομβία ακολούθησε με μόλις 13% και η Ονδούρα με 4%.

Η Ισπανία θα μπορούσε να διευρύνει τις νόμιμες προσλήψεις προς τη Λατινική Αμερική, την υποσαχάρια Αφρική, την Ασία και άλλες χώρες με τις οποίες μπορεί να συνάψει διμερείς συμφωνίες. Αντί γι’ αυτό, έχει δημιουργήσει υπερβολική εξάρτηση από μία χώρα που ελέγχει τη χερσαία πρόσβαση προς τη Θέουτα και τη Μελίγια (τις δύο ισπανικές κτήσεις στις ακτές του Μαρόκου), ενώ η ίδια αμφισβητεί μακροπρόθεσμα την ισπανική κυριαρχία στους δύο θύλακες.

Το Μαρόκο έχει αποδείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιεί τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών ως μοχλό πολιτικής πίεσης. Το 2021, περίπου 8.000 άνθρωποι πέρασαν στη Θέουτα μέσα σε ένα διήμερο, εν μέσω σοβαρής διπλωματικής κρίσης μεταξύ Μαδρίτης και Ραμπάτ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταδίκασε τότε ρητά τη χρήση του συνοριακού ελέγχου, της μετανάστευσης και ιδιαίτερα των ασυνόδευτων ανηλίκων ως μέσων πίεσης εναντίον κράτους μέλους.

Για τη σημερινή έκρηξη δεν έχει ακόμη αποδειχθεί οργανωμένη μαροκινή επιχείρηση. Εξετάζονται η πρόσφατη απόφαση του ισπανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου για τις άμεσες επαναπροωθήσεις από τη θάλασσα, η δράση διακινητών, η ανεπαρκής ισπανική δύναμη ασφαλείας και η στάση των μαροκινών αρχών. Η προϊστορία, όμως, υποχρεώνει την Ευρώπη να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο υβριδικής πίεσης. Και για να ασκηθεί υβριδικός εξαναγκασμός δεν χρειάζονται άρματα μάχης. Αρκεί η επιλεκτική χαλάρωση των ελέγχων, η διοχέτευση απελπισμένων ανθρώπων προς ένα ευάλωτο σημείο και η γνώση ότι η ευρωπαϊκή πλευρά θα βρεθεί παγιδευμένη ανάμεσα στο ανθρωπιστικό καθήκον και στην ανάγκη προστασίας των συνόρων της.

Η Ελλάδα του 2015 και το μοτίβο του «ανοικτού διαδρόμου»

Η Ελλάδα έχει ήδη ζήσει σχετικό δράμα. Το 2015 η νέα κυβέρνηση τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αντιμέτωπη με το τεράστιο και τραγικό κύμα των προσφύγων από τη Συρία, το οποίο “διοχέτευε” η Τουρκία στο Αιγαίο (για να απαλλαγεί και η ίδια από την σχετική πίεση), περιόρισε δραστικά τη διοικητική κράτηση, προχώρησε στην αποσυμφόρηση δομών και χορηγούσε μετά την καταγραφή εισόδου, υπηρεσιακά έγγραφα προσωρινής παραμονής, συχνά διάρκειας έως έξι μηνών. Τα έγγραφα επέτρεπαν την παραμονή και μετακίνηση εντός Ελλάδας, διευκολύνοντας τη γρήγορη μετάβαση από τα νησιά προς την Αθήνα και στη συνέχεια προς τα βόρεια σύνορα της χώρας για πέρασμα προς την Κεντρική Ευρώπή. 

Το αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στους αριθμούς. Από 41.038 θαλάσσιες και 2.280 χερσαίες αφίξεις το 2014, η Ελλάδα έφθασε το 2015 στις 856.723 θαλάσσιες και 4.907 χερσαίες αφίξεις. Λίγους μήνες αργότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντόπισε σοβαρές ελλείψεις στη διαχείριση των ελληνικών εξωτερικών συνόρων, στην ταυτοποίηση, στη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και στον έλεγχο ταξιδιωτικών εγγράφων.

Η Ελλάδα δεν αποβλήθηκε τυπικά από τη Σένγκεν. Βρέθηκε, όμως, αντιμέτωπη με μία διαδικασία που επέτρεψε στα άλλα κράτη να διατηρούν παρατεταμένους εσωτερικούς ελέγχους και έφθασε κοντά σε de facto απομόνωση. Η εμπιστοσύνη των εταίρων είχε χαθεί. Η Ισπανία ακολουθεί σήμερα διαφορετική νομική διαδρομή, αναπαράγει όμως το ίδιο πολιτικό σφάλμα. Αντιμετωπίζει μία επιλογή με ευρωπαϊκές συνέπειες σαν εσωτερική πράξη κοινωνικής πολιτικής και θεωρεί αυτονόητο ότι οι υπόλοιποι θα απορροφήσουν το κόστος.

Οι συνέπειες στην εσωτερική μετακίνηση στην Ε.Ε.

Η «αποβολή» ενός κράτους από τη Σένγκεν δεν αποτελεί απλό ή άμεσο νομικό εργαλείο. Ο Κώδικας Συνόρων της Σένγκεν επιτρέπει, όμως, την προσωρινή επαναφορά ελέγχων όταν υπάρχει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια, καθώς και όταν επίμονες και σοβαρές ανεπάρκειες στα εξωτερικά σύνορα θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία ολόκληρου του χώρου. Αν η Ισπανία αδυνατεί να καταγράψει, να ταυτοποιήσει και να ελέγξει όσους πέρασαν στη Θέουτα, οι υπόλοιπες χώρες δικαιούνται να προστατευθούν. Αυτό μπορεί να σημαίνει προσωρινούς, αναλογικούς και στοχευμένους ελέγχους σε αεροπορικές, ακτοπλοϊκές, σιδηροδρομικές και οδικές συνδέσεις από την Ισπανία.

Μια τέτοια απόφαση θα έχει οικονομικό κόστος. Θα επιβαρύνει τα επαγγελματικά ταξίδια, τις μεταφορές, τον τουρισμό και τις εμπορικές σχέσεις. Αυτό ακριβώς είναι το κόστος που σήμερα η Μαδρίτη μεταφέρει στους εταίρους της. Η ελεύθερη κυκλοφορία αποτελεί κοινό ευρωπαϊκό αγαθό, όχι δικαίωμα ενός κράτους να εφαρμόζει μονομερή πολιτική χωρίς συνέπειες.

Η άμεση ευρωπαϊκή απαίτηση πρέπει να είναι πλήρης βιομετρική καταγραφή, έλεγχος εγγράφων και βάσεων δεδομένων, διαχωρισμός ανηλίκων και ευάλωτων ομάδων, εξέταση των αιτημάτων προστασίας και επιστροφές όσων δεν δικαιούνται παραμονή. Οι μεταφορές από τη Θέουτα προς την ηπειρωτική Ισπανία πρέπει να πραγματοποιούνται μόνο μετά την ολοκλήρωση των βασικών ελέγχων.

Αλλά είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η διαχείριση των μεταναστευτικών κρίσεων (είτε σε Ελλάδα, είτε σε Ισπανία, Ιταλία, Βρετανία και όπου αλλού στην Ευρώπη), δεν μπορεί να γίνεται με άλλο τρόπο από τη εφαρμογή της νομιμότητας μαζί με την ανθρωπιστική φροντίδα και τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Έτσι φωνές για βία και καταδίωξη μεταναστών είναι εξίσου επικίνδυνες ή και χειρότερες με την κοινωνική αναστάτωση που προκαλεί η αδυναμία διαχείρισης μεταναστευτικών πληθυσμών, καθώς ωθούν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε αντιλήψεις ρατσιστικές και φυλετικής εχθρότητας.

Το μήνυμα για την Ελλάδα και την Ισπανία

Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν στη Θέουτα ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Το 2020 η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέγραψε ότι η Τουρκία ενθάρρυνε ενεργά μετανάστες και πρόσφυγες να κινηθούν προς τα ελληνικά χερσαία σύνορα, δημιουργώντας στον Έβρο μία οργανωμένη πίεση με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Να υπενθυμίσουμε εδώ πως τα ισπανικά στρατηγικά συμφέροντα δεν ταυτίζονται αυτομάτως με τα ελληνικά ή τα κυπριακά. Και η Αθήνα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι μία κυβέρνηση που υποβαθμίζει τους κινδύνους στη Θέουτα θα αντιληφθεί εγκαίρως μία αντίστοιχη πίεση στο Αιγαίο ή στον Έβρο. Αλλά είναι ήδη εμφανές πως η Θέουτα είναι εργαστήριο υβριδικής πίεσης και το Μαρόκο έχει δείξει πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μετανάστευση εναντίον της Ισπανίας. Η Τουρκία έκανε το ίδιο στην Ελλάδα το 2015 και το 2020 και όπως φαίνεται η Μαδρίτη δεν κατάλαβε την ελληνική εμπειρία του τότε.