Στις 17 Ιουλίου 1996, πριν από 30 χρόνια, το αεροσκάφος που εκτελούσε την πτήση TWA 800 διαλύθηκε στον αέρα λίγο μετά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης με προορισμό το Παρίσι. Από την πρώτη στιγμή το δυστύχημα έλαβε τεράστιες διαστάσεις, καθώς σημειώθηκε λίγες ημέρες πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα και συνδέθηκε σχεδόν αμέσως με το ενδεχόμενο τρομοκρατικής ενέργειας.
Νωρίς το απόγευμα εκείνης της ημέρας το Boeing 747-131, με νηολόγιο N93119, προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο JFK προερχόμενο από την Αθήνα. Οι προετοιμασίες για τη συνέχεια του δρομολογίου προς Παρίσι και Ρώμη ξεκίνησαν κανονικά, όμως προέκυψαν δύο προβλήματα που καθυστέρησαν την αναχώρηση. Μια συνηθισμένη αναποδιά για την πολιτική αεροπορία αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, ότι πιθανότατα συνέβαλε στις συνθήκες που οδήγησαν στο δυστύχημα.

Η καθυστέρηση προκλήθηκε από ασυμφωνία μεταξύ του αριθμού των επιβατών που είχαν επιβιβαστεί και των αποσκευών που είχαν φορτωθεί. Ταυτόχρονα μια δυσλειτουργία εξοπλισμού επίγειας εξυπηρέτησης οδήγησε τον πιλότο να χρησιμοποιήσει το σύστημα κλιματισμού από του αεροσκάφους. Τελικά, το αεροσκάφος ξεκίνησε την τροχοδρόμησή του στις 20:02 και απογειώθηκε στις 20:19.
Περίπου δώδεκα λεπτά αργότερα, το πλήρωμα θαλάμου διακυβέρνησης ακούστηκε να σχολιάζει την υψηλή ροή καυσίμου προς τον κινητήρα Νο 4. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που καταγράφηκαν στον καταγραφέα φωνής του πιλοτηρίου. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα αργότερα, πληρώματα άλλων αεροσκαφών που πετούσαν ανοικτά της Νέας Υόρκης ανέφεραν μια μεγάλη έκρηξη. Αρκετοί αυτόπτες μάρτυρες πίστεψαν ότι είδαν ένα φωτεινό ίχνος να ανέρχεται προς το αεροσκάφος, γεγονός που οδήγησε πολλούς στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για κατάρριψη με πύραυλο.
Η διερεύνηση ξεκίνησε αμέσως, την ώρα που οι φήμες περί τρομοκρατικού χτυπήματος οργίαζαν. Η άφιξη του αεροσκάφους από την Αθήνα –η οποία, παρά τη σημαντική βελτίωση των μέτρων ασφαλείας στο Ελληνικό, εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται με καχυποψία στο εξωτερικό– προκάλεσε καταιγισμό δημοσιευμάτων που υποστήριζαν ότι είχε τοποθετηθεί βόμβα στην ελληνική πρωτεύουσα. Η ανίχνευση ιχνών εκρηκτικής ύλης φάνηκε αρχικά να ενισχύει αυτή τη θεωρία, μέχρι που το FBI ανακοίνωσε ότι το συγκεκριμένο Boeing 747 είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως σε άσκηση εκπαίδευσης σκύλων ανίχνευσης εκρηκτικών και ότι τα ίχνη προέρχονταν από εκείνη τη διαδικασία. Μέχρι να δοθεί αυτή η εξήγηση, όμως, το σενάριο της τρομοκρατικής ενέργειας κυριαρχούσε στην ειδησιογραφία.

Όπως αποδείχθηκε τελικά, η αιτία του δυστυχήματος ήταν η έκρηξη της σχεδόν άδειας κεντρικής δεξαμενής καυσίμου, η οποία πυροδοτήθηκε από έναν ηλεκτρικό σπινθήρα που προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα. Στην περιοχή της δεξαμενής διέρχονταν δύο καλώδια: ένα χαμηλής τάσης, που αποτελούσε μέρος του συστήματος ένδειξης της ποσότητας καυσίμου και λειτουργούσε με τάση περίπου 5 Volt, και ένα δεύτερο, πολύ υψηλότερης τάσης, που εξυπηρετούσε άλλα ηλεκτρικά συστήματα του αεροσκάφους.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η μόνωση των καλωδίων απέκλειε τη δημιουργία ηλεκτρικού τόξου. Ωστόσο, η φθορά που είχε συσσωρευθεί από την πρώτη πτήση του αεροσκάφους το 1971, είχε υποβαθμίσει τη μόνωση, επιτρέποντας την επαφή των αγωγών και την πρόκληση βραχυκυκλώματος. Μέσω του κυκλώματος ένδειξης στάθμης καυσίμου, ο σπινθήρας έφθασε στην κεντρική δεξαμενή, η οποία δεν χρησιμοποιούνταν στο συγκεκριμένο δρομολόγιο επειδή δεν ήταν απαραίτητη.
Παρότι οι ενδείξεις έδειχναν ότι η δεξαμενή ήταν άδεια, στην πραγματικότητα περιείχε περίπου 200 λίτρα καυσίμου, καθώς και μεγάλες ποσότητες εξαιρετικά εύφλεκτων ατμών. Η πολύωρη λειτουργία των μονάδων κλιματισμού, που βρίσκονταν ακριβώς κάτω από τη δεξαμενή, είχε αυξήσει σημαντικά τη θερμοκρασία της κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης, δημιουργώντας ιδανικές συνθήκες ανάφλεξης. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένας σπινθήρας.

Η έκρηξη απέκοψε το εμπρόσθιο τμήμα του Boeing 747, μπροστά από τις πτέρυγες. Το τμήμα αυτό κατέπεσε σχεδόν αμέσως στον Ατλαντικό, ενώ το υπόλοιπο αεροσκάφος συνέχισε για λίγα ακόμη δευτερόλεπτα την ανοδική του πορεία λόγω της αεροδυναμικής του ορμής. Η εικόνα αυτή τροφοδότησε περαιτέρω τις θεωρίες περί πυραυλικής επίθεσης. Παρά τις επίμονες προσπάθειες υποστηρικτών αυτής της θεωρίας να αποδείξουν ότι το αεροσκάφος καταρρίφθηκε, καμία σχετική ένδειξη δεν επιβεβαιώθηκε. Το τελικό πόρισμα του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας Μεταφορών των ΗΠΑ (NTSB) απέδωσε ξεκάθαρα την καταστροφή στην έκρηξη της κεντρικής δεξαμενής καυσίμου λόγω ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος.
Και οι 230 επιβαίνοντες έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας ενός προβλήματος που είχε διαφύγει της προσοχής κατά τους ελέγχους συντήρησης.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας διαπιστώθηκε ότι παρόμοια προβλήματα γήρανσης της καλωδίωσης υπήρχαν και σε αρκετά άλλα αεροσκάφη αντίστοιχης ηλικίας. Παράλληλα, όμως, έγινε σαφές ότι η πλήρης εξάλειψη κάθε πιθανότητας βραχυκυκλώματος ήταν τεχνικά ανέφικτη. Για τον λόγο αυτό, οι συστάσεις ασφαλείας επικεντρώθηκαν σε διαφορετική προσέγγιση: στην αδρανοποίηση των δεξαμενών καυσίμου.

Η λύση, που χρησιμοποιούνταν ήδη επί δεκαετίες στα δεξαμενόπλοια, βασίζεται στη διοχέτευση αδρανούς αερίου –κυρίως αζώτου– ώστε να μειώνεται η περιεκτικότητα του οξυγόνου κάτω από το όριο στο οποίο μπορεί να προκληθεί ανάφλεξη των ατμών καυσίμου. Στα επιβατικά αεροσκάφη η τεχνολογία που τελικά υιοθετήθηκε βασίζεται στην παραγωγή αζώτου κατά τη διάρκεια της πτήσης. Ατμοσφαιρικός αέρας διέρχεται από ειδικές μεμβράνες, οι οποίες διαχωρίζουν το οξυγόνο από το άζωτο. Το οξυγόνο αποβάλλεται στο περιβάλλον, ενώ το άζωτο διοχετεύεται στη δεξαμενή καυσίμου, μειώνοντας δραστικά την πιθανότητα έκρηξης των ατμών.
Όπως συμβαίνει συχνά με σημαντικές βελτιώσεις ασφαλείας, οι αεροπορικές εταιρείες αντέδρασαν αρχικά λόγω του κόστους, του βάρους και της πολυπλοκότητας του νέου εξοπλισμού. Ωστόσο, η εξέλιξη της τεχνολογίας κατέστησε δυνατή την παραγωγή αζώτου χωρίς σημαντική επιβάρυνση του αεροσκάφους, ενώ οι ρυθμιστικές αρχές αποδέχθηκαν ότι η μείωση της περιεκτικότητας του οξυγόνου στο 12%, αντί του αρχικά προτεινόμενου 10%, ήταν επαρκής για την επίτευξη του απαιτούμενου επιπέδου ασφάλειας, μειώνοντας παράλληλα τις απαιτήσεις του συστήματος.
Ορισμένα αεροπορικά δυστυχήματα, πέρα από την ανείπωτη ανθρώπινη τραγωδία, αφήνουν ως παρακαταθήκη σημαντικές αλλαγές που βελτιώνουν την ασφάλεια των πτήσεων για τις επόμενες γενιές. Όπως η συντριβή της United Airlines το 1978 οδήγησε στη θεμελίωση της Διαχείρισης Πόρων Πληρώματος (Crew Resource Management) και το δυστύχημα της British Midland το 1989 επέφερε σημαντικές αλλαγές στον σχεδιασμό των θαλάμων επιβατών και των καθισμάτων, έτσι και η καταστροφή της TWA 800 οδήγησε στην υιοθέτηση τεχνολογιών που κατέστησαν τα επιβατικά αεροσκάφη ακόμη ασφαλέστερα.
Τάσσος Αναστασιάδης