Η είδηση για τον προγραμματισμό της συμφωνίας απόκτησης από τη χώρα μας των μεταχειρισμένων φρεγατών Bergamini του ιταλικού Nαυτικού, πυροδότησε έναν νέο κύμα σχολίων στο “ελληνικό αμυντικό διαδικτυακό χωριό”. Ένα χωριό ατίθασο, αντιφατικό, αλληλοσυγκρουόμενο, που θα αντιστέκεται πάντοτε στον κατακτητή! Ακόμα κι αν αυτός είναι η αλήθεια.
Σήμερα, όμως, δεν θα ασχοληθούμε με ασκήσεις μαζικής ψυχολογίας ή επιλεκτικής ιστορικο-πολιτικής τύφλωσης. Θα μείνουμε σε κάποια σχόλια που παρουσιάζουν κάθετι ιταλικό ως άχρηστο και άρα ανάξιο χρήσης από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Ιστορικά, πράγματι η Ιταλία δεν έχει ιδιαίτερη πολεμική επίδοση τουλάχιστον στον 20ο αιώνα. Αυτό δεν την εμποδίζει να έχει σήμερα μια σημαντική και επιτυχημένη πολεμική βιομηχανία. Και η Ελλάδα στράφηκε αρκετές φορές προς τα εκεί για πολεμικό υλικό. Ας δούμε μερικά παραδείγματα από το Πολεμικό Ναυτικό, που είναι και σημείο ενδιαφέροντός μας:
Βαρύ καταδρομικό Γεώργιος Αβέρωφ
Το σκάφος αποκτήθηκε ενώ ήταν ημιτελές στα ναυπηγεία του Livorno (Cantiere Navale fratelli Orlando) που είχε αναλάβει τη ναυπήγηση τριών καταδρομικών κλάσης Pisa. Μετά την παράδοση του δεύτερου πλοίου, η ιταλική κυβέρνηση αρνήθηκε να παραλάβει το τρίτο αναγκάζοντας τα ναυπηγεία να στραφούν σε διεθνείς αγοραστές. Αφού προσφέρθηκε στο οθωμανικό ναυτικό και απορρίφθηκε, προσεγγίστηκε η ελληνική κυβέρνηση που μετά από διαπραγματεύσεις το αποδέχθηκε, πληρώνοντας για αυτό με το καταπίστευμα του Αλεξανδρινού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, προς τιμήν του οποίου έλαβε το όνομά του. Η αποδοχή έγινε το 1909, η καθέλκυση το 1910 και η παράδοσή του το 1911.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Το Αβέρωφ εντάχθηκε στη Μοίρα θωρηκτών με τα παλιά παράκτια θωρηκτά Υδρα, Σπέτσαι, Ψαρά, και μαζί τους καταναυμάχησε δύο φορές τον οθωμανικό στόλο κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Παρόν σε πολλές απελευθερώσεις νησιών και λιμένων του Αιγαίου, μετέφερε την ελληνική σημαία στην Κωνσταντινούπολη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο και οδήγησε τον ελληνικό στόλο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κατά την διαφυγή του στον Β΄ Παγκόσμιο. Συμμετείχε σε συνοδεία νηοπομπών από την Ινδία.

Υπηρέτησε σαν εκπαιδευτικό για πολλές γενιές ναυτοπαίδων, υπαξιωματικών, είναι έδρα του ναυτικού συμβουλίου και φέρει ακόμα τη σημαία πολεμικού εν ενεργεία, ενώ βέβαια αποτελεί διαχρονικό θρύλο του Κλάδου και της σύγχρονης ελληνικής πολεμικής ιστορίας.
Αντιτορπιλικά κλάσης Κουντουριώτης/Dardo
Τον Οκτώβριο του 1929, σε μια ακόμα φάση ανταγωνιστικών ελληνοτουρκικών ναυτικών εξοπλισμών, η ελληνική κυβέρνηση παρήγγειλε στα ναυπηγεία Odero (Cantieri Navali Odero), τέσσερα ταχέα αντιτορπιλικά, βασισμένα στην κλάση Freccia. H νέα κλάση που αποκαλείτο Dardo και έλαβε την ονομασία στο ελληνικό ναυτικό ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ, από το πρώτο πλοίο (Κουντουριώτης, Ύδρα, Σπέτσαι, Ψαρά), στοίχισε τότε το ποσό των 500 χιλιάδων λιρών.

Τα τέσσερα αντιτορπιλικά ήταν ό,τι πιο σύγχρονο διέθετε ο ελληνικός στόλος και παρέμειναν έτσι μέχρι την έλευση των βρετανικής ναυπήγησης Βασιλεύς Γεώργιος ο Ι. Τα Dardo/Κουντουριώτης ήταν ικανά για ταχύτητες μέχρι 30 κόμβους, εκτόπιζαν 1.450 τόνους και διέφεραν από τα ιταλικά μόνο ως προς την επιλογή του οπλισμού (δύο πύργους με μονό πυροβόλο των 120mm έναντι ενός δίδυμου σε ιταλική υπηρεσία).
Η πρώτη αποστολή του Κουντουριώτης D99 ήταν η μεταφορά της σορού του Ελευθερίου Βενιζέλου από τη Γαλλία στα Χανιά. Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα πλοία χρησιμοποιήθηκαν σε αποστολές περιπολίας και συνοδείας μεταφοράς εφέδρων από τα νησιά του Αιγαίου. Έλαβαν μέρος σε δύο τουλάχιστον νυχτερινές επιδρομές κατά αλβανικών λιμένων. Με την είσοδο των Γερμανών στον πόλεμο, τα Υδρα D97 και Ψαρά D96 βυθίστηκαν από τη Luftwaffe αλλά τα αδελφά Κουντουριώτης D99 και Σπέτσαι D98 διέφυγαν στην Μέση Ανατολή και πολέμησαν στη Μεσόγειο και στον Ινδικό μετά από αναπροσαρμογή του οπλισμού τους με βρετανικό, για καλύτερη υποστήριξη.

Στα χέρια των ανδρών του Πολεμικού (Βασιλικού την περίοδο εκείνη) Ναυτικού, ακόμα και ελαφρά πλοία σαν αυτά απέδωσαν το μέγιστο. Μεταξύ τους τα δύο διασωθέντα αντιτορπιλικά μετείχαν σε 450 τουλάχιστον πολεμικές αποστολές με πλεύση 140.000 ναυτικών μιλίων.
Ελαφρύ καταδρομικό Ελλη ΙΙ
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο, με την Ελλάδα στην πλευρά των νικητών και την Ιταλία να έχει ξεκινήσει τον πόλεμο στο πλευρό των Ναζί, τέθηκε το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων. Οπότε με τη συνθήκη των Παρισίων του 1947 αποφασίστηκε η παραχώρηση στην Ελλάδα των Δωδεκανήσων, όπως και η απόδοση ακινήτων, βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων αξίας 105 εκατομμυρίων δολαρίων (της εποχής) και ένός πολεμικού, του καταδρομικού Ευγένιος της Σαβοΐας (Eugenio di Savoia) που έλαβε τιμητικά το όνομα Έλλη ΙΙ, αφού το πρώτο Έλλη βυθίστηκε στην Τήνο από ιταλικό υποβρύχιο.

Το Έλλη ΙΙ ανήκε στην κλάση Condottieri του ιταλικού Ναυτικού και ήταν της τέταρτης και νεώτερης έκδοσης (υποκλάση Duca d’Aosta). Ναυπηγήθηκε στα ναυπηγεία Ansaldo της Γένοβας το 1933, παραδόθηκε το 1936 και μεταβιβάστηκε στο ελληνικό ΠΝ το 1950. Με μήκος 187 μέτρα είναι μέχρι και σήμερα το μεγαλύτερο σε μήκος πολεμικό που έχει υπηρετήσει στον Κλάδο.
Χαρακτηριστικό της ιταλικής σχολής ναυπήγησης, είχε όμορφη σχεδίαση, υψηλή ταχύτητα, αλλά ελαφριά θωράκιση. Ξεπερνούσε τους 35 κόμβους, είχε πλήρωμα 578 ανδρών σε ιταλική υπηρεσία και εκτόπιζε 8.450 τόνους. Ο οπλισμός του ήταν εντυπωσιακός για τα ελληνικά δεδομένα με 8 πυροβόλα των 6 ιντσών, 6 των 4 ιντσών και 8 αντιαεροπορικά Breda των 37 χιλιοστών ενώ διέθετε τορπίλες των 21 ιντσών. Το Έλλη ΙΙ έφερε τη σημαία της ναυαρχίδας του ελληνικού στόλου από το 1950 ως το 1964, οπότε και παροπλίστηκε.
Πλοίο Γενικής Υποστήριξης Προμηθεύς
Η πλέον πρόσφατη εισαγωγή ιταλικού πλοίου στο Πολεμικό Ναυτικό ήταν με τη ναυπήγηση του πλοίου ανεφοδιασμού Προμηθεύς. Αυτό ανήκει στην ιταλική κλάση Etna, με το ομώνυμο να υπηρετεί ακόμη και να υποστηρίζει ομάδες πλοίων όπως εκείνες των αεροπλανοφόρων Giuseppe Garibaldi και Cavour.

Το πλοίο μπορεί να δράσει επίσης ως εκπαιδευτικό, πλωτό νοσοκομείο και στρατηγείο. Το Προμηθεύς παραδόθηκε από τα ναυπηγεία Ελευσίνας το 2003 με ελάχιστες διαφορές από το Etna, σε σχέδια των ναυπηγείων Riva Trigoso (Cantieri Navali der Tirreno e Riuniti) της Fincantieri και είναι το μεγαλύτερο σε εκτόπισμα πολεμικό πλοίο του ΠΝ, σήμερα.
Κλάση FREMM/Carlo Bergamini
Η απόκτηση αξιόλογων μεταχειρισμένων φρεγατών έχει εξελιχθεί στην αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου για το ΠΝ τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Eδώ η προοπτική των Bergamini μπορεί να γίνει μια από τις πιο επιτυχημένες πρωτοβουλίες ενίσχυσης του με μεταχειρισμένα πλοία. Πρόκειται για σύγχρονα σκάφη, καλά εξοπλισμένα και με εξαιρετικές επιδόσεις. Ίδιας κλάσης υπηρετούν με τα ναυτικά της Ιταλίας, της Γαλλίας του Μαρόκου και της Αιγύπτου, τα έχει πλέον παραγγείλει η Πορτογαλία, ενώ τα υποσυστήματά τους υποστηρίζονται από μεγάλους βιομηχανικούς ομίλους εξασφαλίζοντας την αναβάθμιση και παραμονή τους σε υπηρεσία για αρκετές ακόμα δεκαετίες.

Το σημαντικότερο, όμως, και ως απάντηση στα απαξιωτικά σχόλια που ακούστηκαν για “ότι ιταλικό” είναι πως η απόδοση ενός συστήματος θα αποδειχθεί στην πράξη από το ίδιο το προσωπικό και την ηγεσία του ΠΝ.
Και παρά τα προβλήματα και τα σκαμπανεβάσματα των τελευταίων ετών -το Ναυτικό έχει υποφέρει ιδιαίτερα στην οικονομική κρίση- με ελλείψεις προσωπικού και περικοπή κονδυλίων, ο Κλάδος έχει κρατήσει τη σημαία ψηλά στις θάλασσες που πλέει, όπως και στη συνείδηση του λαού. Τα πλοία μας βρέθηκαν όπου χρειάστηκε, είτε ήταν οι τουρκικές προκλήσεις, είτε ήταν για ανθρωπιστική βοήθεια, είτε για υπεράσπιση της εμπορικής ναυσιπλοϊας στη Σομαλία και στην Ερυθρά Θάλασσα, είτε στην Κύπρο πρόσφατα. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι το προσωπικό αυτό θα κάνει το καλύτερο και με τις φρεγάτες Bergamini και με όποιο άλλο μέσο έρθει στα χέρια του. Από τη στιγμή που υψώνεται η σημαία, το πλοίο είναι ελληνικό!