Η ιστορία των ελληνικών Phantom θεωρείται σε γενικές γραμμές γνωστή. Τα πρώτα F-4E έφτασαν στην Ελλάδα το 1974, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ακολούθησαν 28 επιπλέον αεροσκάφη που έγιναν γνωστά ως F-4E SRA και αργότερα ήρθε το πρόγραμμα αναβάθμισης Peace Icarus 2000. Ανάμεσα όμως στις δύο μεγάλες παραλαβές υπήρξε μια σχεδόν ξεχασμένη υπόθεση, η οποία θα μπορούσε να είχε αλλάξει ριζικά τη σύνθεση της Πολεμικής Αεροπορίας. Το 1987 οι ΗΠΑ πρόσφεραν στην Ελλάδα F-4C και F-4D!

F-4D της 507th Tactical Fighter Wing σε training deployment τη δεκαετία του 1980. Στην intake splitter plate διακρίνεται ο κόκκινος και κίτρινος αστέρας που δηλώνει κατάρριψη MiG από την περίοδο του Βιετνάμ. Η εικόνα δείχνει επίσης την κλασική διαμόρφωση του F-4D χωρίς το επιμηκυμένο ρύγχος και το εσωτερικό M61A1 του F-4E. Πηγή: Don Jay, 72nd Air Base Wing

Συγκεκριμένα στα Πρακτικά της Βουλής της 14ης Φεβρουαρίου 1992, σε απάντηση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, γίνεται αναφορά στην ΕΑΒ και στη διαδικασία συντήρησης που θα μπορούσε να εφαρμοστεί «και για τα 69 αεροσκάφη F-4C/D σε περίπτωση που θα γινόταν τελικά αποδεκτή η προσφορά των ΗΠΑ κατά το έτος 1987». Η αναφορά είναι σημαντική, επειδή προσδιορίζει τόσο τον αριθμό όσο και τις εκδόσεις των αεροσκαφών, χωρίς όμως να διευκρινίζει πόσα από αυτά θα ήταν F-4C και πόσα F-4D.

F-4C Phantom της USAF ανεφοδιάζονται από KC-135A πριν από αποστολή κρούσης στο Βόρειο Βιετνάμ, το 1966. Τα αεροσκάφη μεταφέρουν έξι βόμβες των 750 λιβρών, τέσσερις AIM-7 Sparrow και εξωτερικές δεξαμενές καυσίμου. Πηγή: U.S. Air Force

Το δεύτερο τεκμήριο είναι αποχαρακτηρισμένο αμερικανικό έγγραφο της CIA με τίτλο Renegotiation of the Greek Base Agreement. Σε αυτό καταγράφεται ότι Ελλάδα και Τουρκία είχαν δεχθεί προσφορά παλαιότερων F-4C/D, ενώ η ελληνική πλευρά ζητούσε F-4E και συνέδεε την απαίτηση με τη διατήρηση της ισορροπίας στο Αιγαίο.

Το 1987 η ΠΑ εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί μεγάλους αριθμούς F-5A/B και F-104G, αεροσκάφη που είχαν ενταχθεί σε υπηρεσία από τη δεκαετία του 1960. Από αμερικανική σκοπιά, η αντικατάστασή τους από F-4C και F-4D ήταν μια σαφής αναβάθμιση. Τα Phantom πρόσφεραν μεγαλύτερη ακτίνα δράσης, πολύ υψηλότερο οπλικό φορτίο, διθέσιο πλήρωμα, radar και δυνατότητα χρήσης βλημάτων μέσης ακτίνας. Για την Ελλάδα, όμως, το πρόβλημα ήταν διαφορετικό. Η ΠΑ διέθετε ήδη F-4E, άρα η εισαγωγή δεκάδων C και D θα δημιουργούσε έναν δεύτερο στόλο Phantom με διαφορετικά radar, ηλεκτρονικά και επίπεδο δυνατοτήτων.

Τα F-4C και F-4D

Το F-4C ήταν η πρώτη μεγάλη έκδοση του Phantom για την USAF. Το αεροσκάφος είχε αρχικά σχεδιαστεί για το Αμερικανικό Ναυτικό ως αναχαιτιστικό άμυνας του στόλου, όμως η USAF αντιλήφθηκε γρήγορα τις δυνατότητές του και το υιοθέτησε σε προσαρμοσμένη μορφή. Με δύο κινητήρες J79, ταχύτητα άνω του Mach 2 και εξωτερικό φορτίο περίπου 7,2 τόνων, το F-4C αποτέλεσε τεράστιο άλμα για την αμερικανική Αεροπορία.

Βασικό στοιχείο του ήταν το AN/APQ-100, ένα pulse radar συνδεδεμένο με το σύστημα ελέγχου πυρός και τους AIM-7 Sparrow. Το radar είχε σχεδιαστεί κυρίως για ανακάλυψη και εμπλοκή εναέριων στόχων, όμως όπως όλα τα radar της εποχής είχε περιορισμένες look-down δυνατότητες. Οι επιστροφές από το έδαφος μπορούσαν να κρύψουν χαμηλά ιπτάμενους στόχους, ενώ το F-4C δεν διέθετε εσωτερικό πυροβόλο.

Το F-4C 63-7704, ένα από τα αεροσκάφη που έγραψαν την ιστορία των «Gunfighters». Στις 14 Μαΐου 1967 συμμετείχε σε μία από τις πρώτες επιτυχείς καταρρίψεις της USAF με F-4 και εξωτερικό SUU-16 gun pod, όταν κατέρριψε MiG-17. Η φωτογραφία το δείχνει αργότερα στην υπηρεσία της Oregon Air National Guard. Πηγή: 142nd Wing History Archive μέσω 142nd Wing.

Το F-4D αποτέλεσε εξέλιξη του C και προσαρμόστηκε περισσότερο στις ανάγκες της USAF για κρούση και τακτικές αποστολές. Διέθετε το μεγαλύτερο AN/APQ-109A, βελτιωμένα συστήματα ναυτιλίας και άφεσης όπλων και συνολικά πιο ώριμες δυνατότητες αέρος-εδάφους. Παρέμενε όμως αεροσκάφος χωρίς εσωτερικό πυροβόλο και χωρίς το τεχνολογικό άλμα που αργότερα θα έφερναν τα πιο εξελιγμένα pulse-Doppler radar.

F-4D της 390th Tactical Fighter Squadron «Wild Boars» επιστρέφει στη Da Nang μετά από αποστολή air interdiction πάνω από το Λάος. Τα άδεια Multiple Ejector Racks κάτω από τις πτέρυγες δείχνουν ότι το φορτίο έχει ήδη αφεθεί, ενώ διακρίνεται ECM pod και απουσιάζουν AIM-7 και AIM-9. Πηγή: Col. Scott Powell μέσω 142nd Wing, U.S. Air Force, public domain.

Γιατί δημιουργήθηκε το F-4E

Το F-4E αναπτύχθηκε κυρίως ως απάντηση στα προβλήματα που είχαν εμφανιστεί στις αερομαχίες του Βιετνάμ. Τα πρώτα Phantom είχαν σχεδιαστεί σε μια εποχή κατά την οποία πολλοί θεωρούσαν ότι οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι είχαν καταστήσει το πυροβόλο περιττό. Στην πράξη, οι περιοριστικοί κανόνες εμπλοκής, η ανάγκη οπτικής αναγνώρισης και η χαμηλή αξιοπιστία των πρώτων βλημάτων αέρος-αέρος έφεραν τα αεροσκάφη συχνά σε μάχη μικρής απόστασης.

Στο F-4E ενσωματώθηκε έτσι το εξακάννο M61A1 Vulcan των 20 mm, γεγονός που απαίτησε πλήρη επανασχεδίαση του ρύγχους. Παράλληλα αναπτύχθηκε το AN/APQ-120, μικρότερο και πιο σύγχρονο από τα προηγούμενα radar των εκδόσεων C και D. Αρχικά είχε σχεδιαστεί η χρήση ενός ακόμη πιο προηγμένου συστήματος, όμως το πρόγραμμα εγκαταλείφθηκε και τελικά επιλέχθηκε το APQ-120.

Ελληνικό F-4E Phantom σε πτήση πάνω από τη θάλασσα. Η ΠΑ είχε ήδη επενδύσει επιχειρησιακά και τεχνικά στην έκδοση E από το 1974. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία.

Το F-4E ήταν σαφώς καλύτερο από τα προηγούμενα Phantom της USAF. Το πλεονέκτημά του δεν περιοριζόταν στο radar, αλλά αφορούσε τον συνδυασμό πυροβόλου, βελτιωμένων ηλεκτρονικών, μεγαλύτερης ευελιξίας και καλύτερης προσαρμογής σε αποστολές αέρος-αέρος και κρούσης. Σε σχέση με το F-4C η διαφορά ήταν μεγάλη, ενώ έναντι του F-4D το πλεονέκτημα ήταν μικρότερο αλλά ουσιαστικό.

Τεχνικοί προετοιμάζουν F-4D της Air National Guard για απογείωση κατά την επιχείρηση Creek Klaxon. Από τον Απρίλιο του 1986 έως τον Απρίλιο του 1987 μονάδες της ANG από 20 Πολιτείες ανέλαβαν προσωρινά καθήκοντα Zulu Alert της 526th Tactical Fighter Squadron στο Ramstein. Πηγή: 142nd Wing, U.S. Air Force

Υπήρχε όμως μία σημαντική εξαίρεση. Το F-4J του Αμερικανικού Ναυτικού διέθετε καλύτερο radar για καθαρά αεροπορικές αποστολές. Το AWG-10 προσέφερε πολύ καλύτερες look-down δυνατότητες, επειδή μπορούσε να διαχωρίζει κινούμενους στόχους από τις επιστροφές του εδάφους. Σε αποστολή αναχαίτισης το F-4J είχε επομένως σημαντικό πλεονέκτημα αισθητήρα έναντι του F-4E. Το E, όμως, ήταν συνολικά πληρέστερο μαχητικό για την USAF, με εσωτερικό πυροβόλο και πολύ μεγαλύτερη έμφαση σε πολλαπλές αποστολές και κρούση.

F-4J-37-MC Phantom II, BuNo 155871, της VF-142 «Ghost Riders» προσεγγίζει το USS Constellation στις 23 Μαΐου 1969. Η Μοίρα είχε μόλις μεταβεί από το F-4B στο F-4J και προετοιμαζόταν για ανάπτυξη στο Βιετνάμ. Πηγή: U.S. Naval History and Heritage Command

Από τα 69 F-4C/D στα 28 F-4E

Το 1990, στο πλαίσιο της νέας ελληνοαμερικανικής Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας, η αρχική συζήτηση των F-4C/D είχε πλέον εγκαταλειφθεί. Η συμφωνία που υπογράφηκε στις 8 Ιουλίου 1990 και κυρώθηκε με τον νόμο 1893/1990 περιλάμβανε παραχώρηση 28 F-4E, μαζί με έξι P-3A, 28 A-7 και τέσσερα αντιτορπιλικά κλάσης Charles F. Adams. Τα 28 Phantom έφτασαν στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και έγιναν γνωστά ως F-4E SRA.

Η επιλογή ήταν απολύτως λογική από ελληνική σκοπιά. Τα 69 F-4C/D θα μπορούσαν να προσφέρουν τεράστιο αριθμητικό όφελος και να επιτρέψουν ταχύτερη απόσυρση παλαιότερων τύπων. Θα δημιουργούσαν όμως έναν στόλο με τρεις διαφορετικές βασικές εκδόσεις Phantom.

Ελληνικό F-4E Phantom με πλήρη μετάκαυση. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Τα 28 επιπλέον Phantom έδωσαν στην ΠΑ περισσότερα αεροσκάφη της ίδιας βασικής έκδοσης και στήριξαν μια επιχειρησιακή διαδρομή που αργότερα θα οδηγούσε και στον εκσυγχρονισμό των F-4E AUP. Η απόφαση να επιλεγούν λιγότερα αλλά σαφώς καταλληλότερα αεροσκάφη αποδείχθηκε πολύ πιο συνεκτική από την παραλαβή ενός τεράστιου αλλά ανομοιογενούς στόλου. Και η ιστορία των ελληνικών Phantom συνεχίστηκε για δεκαετίες και έφτασε μέχρι τα 50 χρόνια υπηρεσίας.