Όπως αναφέρουν οι Financial Times σε σημερινό τους δημοσίευμα, οι Βρυξέλλες εξετάζουν νέα προσέγγιση στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, μετά την πολύμηνη καθυστέρηση μεγάλου πακέτου μέτρων από την Ελλάδα, η οποία ζήτησε εξαίρεση για να προστατεύσει τα συμφέροντα της ναυτιλιακής εταιρείας Dynagas, συμφερόντων Γ. Προκοπίου.
Έτσι, ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναζητούν τρόπους να επιταχύνουν την έγκριση πιο στοχευμένων χρηματοοικονομικών κυρώσεων κατά της Μόσχας, ώστε τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να έχουν λιγότερες ευκαιρίες χρήσης βέτο στις διαπραγματεύσεις. Η Αθήνα στο τελευταίο πακέτο κυρώσεων, (το 21ο στη σειρά), ζήτησε εξαίρεση για τα πλοία της Dynagas, ώστε να συνεχίσουν τη μεταφορά ρωσικού LNG και μετά το 2027.
Σύμφωνα με τους FT, τρεις αξιωματούχοι ανέφεραν ότι ήδη εξετάζονται τρόποι περιορισμού αυτής της τακτικής, η οποία έχει γίνει ολοένα και πιο συχνή στις διαπραγματεύσεις των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, καθώς αρκετές χώρες επιδιώκουν να προστατεύσουν εταιρείες τους, που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με τη Ρωσία. Μια ιδέα που κερδίζει έδαφος τόσο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και στα πιο φιλοουκρανικά κράτη-μέλη, είναι η έγκριση και εφαρμογή κυρώσεων μεμονωμένα ή σε μικρές θεματικές ομάδες, αντί για μεγάλα «πακέτα». Αυτό θα μείωνε τον κίνδυνο καθυστερήσεων λόγω εθνικών βέτο.
«Αυτό θα μπορούσε να είναι το τελευταίο “πακέτο” κυρώσεων», δήλωσε ένας από τους αξιωματούχους, αναφερόμενος στα μέτρα που εγκρίθηκαν τελικά την Πέμπτη μετά από εβδομάδες ελληνικής παρεμπόδισης. «Είναι πλέον πολύ σαφές ότι αυτή η προσέγγιση δεν λειτουργεί πλέον».
Η ΕΕ έχει εγκρίνει 21 τέτοια πακέτα από τον Φεβρουάριο του 2022, μέσω ομόφωνης στήριξης των 27 κρατών-μελών. Ωστόσο, εθνικά βέτο σε συγκεκριμένα μέτρα έχουν συχνά καθυστερήσει και άλλες κυρώσεις. Η επιτυχία της Αθήνας σηματοδοτεί την πρώτη φορά που το συνολικό πλέγμα οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας αποδυναμώθηκε.
Η απάντηση της Dynagas
Από πλευράς της ναυτιλιακής εταιρείας, είχε εκδοθεί πριν λίγες μέρες σχετική ανακοίνωση, που εξηγούσε τη δική της θέση αναφέροντας πως οι συμβάσεις που έχει κάνει για την μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου είναι παλαιές και πολύχρονες και τυχόν ακύρωση τους, θα οδηγήσει σε σημαντική οικονομική ζημιά, απώλεια θέσων εργασίας αλλά πρακτικά η μεταφορά του αερίου θα συνεχιστεί, είτε απευθείας από την ρωσική πλευρά, είτε από αμερικανικές και ιαπωνικές εταιρείες που δεν δεσμεύονται από τις ευρωπαϊκές κυρώσεις. Συγκεκριμένα η ανακοίνωση της εταιρείας καταγράφει τα εξής:
“Παρότι η Ρωσία μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει καταναλωτικά αγαθά όπως μπύρα, αυτοκίνητα ή είδη πολυτελείας – με κόστος για τους Ευρωπαίους παραγωγούς – η περίπτωση της Dynagas είναι πολύ πιο κρίσιμη: Οι ασιατικές τράπεζες που χρηματοδότησαν τα συγκεκριμένα πλοία είναι πιθανό να τα κατασχέσουν σε ένα κλάσμα της αξίας τους, και στη συνέχεια να τα πουλήσουν ή να τα ναυλώσουν σε μη δυτικούς φορείς, οι οποίοι με τη σειρά τους θα τα διαθέσουν στο Yamal LNG (σ.σ. τον βασικό ρωσικό εξαγωγέα αερίου). Ως εκ τούτου, το εμπόριο θα συνεχιστεί απρόσκοπτα.
Αυτό θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους μεταφοράς, αύξηση των εσόδων για τις ρωσικές οντότητες και απώλεια για την Ευρώπη της πολύτιμης τεχνογνωσίας της στην αρκτική ναυτιλία, της ναυτιλιακής της ηγεσίας και της επιρροής της στη Βόρεια Θαλάσσια Διαδρομή. Επιπλέον, θα χαθούν 2.000 θέσεις εργασίας – θέσεις που απαιτούσαν πάνω από 20 χρόνια επενδύσεων και προσπάθειας από την Dynagas, τη μοναδική ελληνική/ευρωπαϊκή ναυτιλιακή εταιρεία που διαθέτει τέτοιου τύπου εξειδικευμένα αρκτικά πλοία και κατέχει την τεχνογνωσία και την επιχειρησιακή ικανότητα να εκτελεί αυτές τις αποστολές.
Πέραν αυτού, το Yamal LNG αποτελεί ιδιωτική διεθνή κοινοπραξία· συνεπώς, δεν ισχύει ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις LNG καταλήγουν κυρίως στο ρωσικό κράτος. Είναι γνωστό ότι τόσο το Yamal LNG όσο και η (σ.σ. ρωσική) Novatek έλαβαν ιδιαίτερα σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις για την υλοποίηση αυτού του πρωτοποριακού έργου.
Επιπλέον, μεγάλες αμερικανικές και ιαπωνικές εταιρείες που επίσης εξυπηρετούν το Yamal LNG θα συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους απρόσκοπτα, καθώς δεν υπόκεινται στις ευρωπαϊκές κυρώσεις. Αυτό καθιστά το μέτρο αυτοϋπονομευτικό και σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικό για την Ευρώπη. Οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές και να βασίζονται σε αυστηρή ανάλυση κόστους-οφέλους, όχι σε συναισθηματικές προσεγγίσεις”.