Οι ένοπλες δυνάμεις αγοράζουν σήμερα συστήματα που θα υπηρετούν χρόνια αργότερα , ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζουν την αμυντική τους τακτική και διάταξη σε ένα περιβάλλον το οποίο αλλάζει ταχύτερα από τον κύκλο των εξοπλισμών. Εδώ η Φινλανδική Υπηρεσία Αμυντικής Έρευνας επιχείρησε να γεφυρώσει αυτή την απόσταση με τη μελέτη «Era of Unrest», μια συστηματική περιγραφή του φινλανδικού επιχειρησιακού περιβάλλοντος έως το 2040.
Η μελέτη FIN FOE 2040 όπως λέγεται εν συντομία, εκπονήθηκε το 2025 και δημοσιεύθηκε το 2026 και αναγνωρίζει πέντε μεγάλους παράγοντες αλλαγής: τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, τις απειλές από το άμεσο περιβάλλον ασφαλείας, τις συμμαχίες και εταιρικές σχέσεις, τη μεταβολή του πολέμου και των στρατιωτικών ικανοτήτων, καθώς και τα ζητήματα κοινωνίας και την “ολοκληρωτική” άμυνα. Οι παράγοντες παράγουν δύο βασικά σενάρια, ένα περί παρατεταμένης αβεβαιότητας και ένα περί πολέμου στην Ευρώπη, ενώ μελετώνται τέσσερις ακραίες παραδοχές. Συγκεκριμένα τι θα γίνει αν α) υπάρχει νέα διεθνής διαίρεση σε “σφαίρες επιρροής”, β) αν διακοπεί η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης, γ) αν “σπάσει” το πυρηνικό ταμπού και έχουμε χρήση όπλων μαζικής καταστροφής και δ) δεν υπάρχει πλέον θέληση υπεράσπισης της χώρας.

Στρατηγική πρόβλεψη μέσα από πολλαπλές εκδοχές
Η αξία μιας τέτοιας εργασίας προκύπτει από την αποδοχή της αβεβαιότητας. Οι συντάκτες ξεχωρίζουν τις συνέχειες από τις μεταβλητές και εξετάζουν πώς διαφορετικοί συνδυασμοί τους επηρεάζουν τη δυνατότητα δράσης. Η Ρωσία θεωρείται διαρκής στρατιωτική απειλή για τη Φινλανδία, ενώ η αμερικανική δέσμευση στην Ευρώπη, η συνοχή του ΝΑΤΟ, η ευρωπαϊκή βιομηχανική αντοχή και η τεχνολογική εξέλιξη παραμένουν μεταβλητές.
Το αποτέλεσμα λειτουργεί ως εργαλείο ελέγχου των σημερινών αποφάσεων. Ένα πρόγραμμα που προϋποθέτει απρόσκοπτες δορυφορικές επικοινωνίες, άμεση συμμαχική ενίσχυση και άφθονα πυρομαχικά εμφανίζει μικρή ανθεκτικότητα σε αρκετές εύλογες εκδοχές του 2040. Ένα σύστημα με εφεδρικές επικοινωνίες, αποκεντρωμένη διοίκηση, εγχώρια υποστήριξη και δυνατότητα κλιμάκωσης διατηρεί αξία σε περισσότερα σενάρια.
Η ελληνική γεωγραφία αλλάζει τις παραδοχές
Είναι σαφές πως και η Ελλάδα χρειάζεται ένα αντίστοιχο δικό της σύγχρονο πλαίσιο δράσης που να λαμβάνει υπόψη του και τις δικές ιδιαιτερότητες, αλλά και τη διεθνή ρευστότητα. Αρχικά η ελληνική άμυνα οργανώνεται γύρω από αρχιπελαγική γεωγραφία, μικρές αποστάσεις, πυκνή πολιτική δραστηριότητα, μεγάλα θαλάσσια δίκτυα και σύνθετη σχέση ανταγωνισμού με τυπικά σύμμαχο αλλά στην πράξη αντίπαλο κράτος, την Τουρκία.
Οι ελληνικές σταθερές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη σημασία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, την προστασία νησιωτικών πληθυσμών, την εξάρτηση από θαλάσσιες μεταφορές, την ανάγκη αεροναυτικής υπεροχής και τη συμμετοχή σε ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κρίσιμες αβεβαιότητες θα αφορούσαν τη μορφή της τουρκικής στρατηγικής, την ένταση στη Μέση Ανατολή, τη στάση των ΗΠΑ, την ευρωπαϊκή ικανότητα ενίσχυσης, τις μεταναστευτικές πιέσεις και τη διαθεσιμότητα υποδομών.
Η κλίμακα του ελληνικού θεάτρου δημιουργεί επίσης πολύ μικρούς χρόνους προειδοποίησης. Αεροπορικές βάσεις, λιμένες, κέντρα διοίκησης και ενεργειακές εγκαταστάσεις βρίσκονται μέσα στην ακτίνα πολλών κατηγοριών όπλων. Η διασπορά, η παραπλάνηση, η ταχεία αποκατάσταση ζημιών σε κρίσιμες υποδομές και η δυνατότητα μετακίνησης στρατιωτικών μονάδων έχουν συνεπώς την ίδια βαρύτητα με την ενεργητική άμυνα. Ένα ελληνικό μοντέλο του 2040 οφείλει να μετρά πόσο γρήγορα ανασυντίθεται η δύναμη μας μετά το πρώτο πλήγμα και πόσες επιχειρησιακές λειτουργίες συνεχίζονται με υποβαθμισμένα δίκτυα διοίκησης και υποστήριξης.
Ενώ ένα ελληνικό σενάριο παρατεταμένης αβεβαιότητας χρειάζεται να εξετάσει μια κατάσταση καθημερινής πίεσης, αλλά κάτω από το κατώφλι της σύγκρουσης. Δηλαδή να δέχεται η χώρα μας κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβολές, παραβιάσεις, εργαλειοποίηση πληροφοριών, επιτήρηση υποδομών και αιφνίδιες κρίσεις.
Ο χρόνος ως ξεχωριστό πεδίο επιχειρήσεων
Οι φινλανδοί ερευνητές προειδοποιούν για μια άμυνα που μένει διαρκώς σε υπερβολική ένταση. Η συνεχής μέγιστη ετοιμότητα φθείρει προσωπικό, καταναλώνει πόρους και μειώνει τη δυνατότητα απόκρισης όταν εμφανιστεί πραγματική κορύφωση. Οπότε εδώ μια σωστή ερώτηση είναι για ποιο επίπεδο ετοιμότητας μπορεί να διατηρηθεί για εβδομάδες, μήνες και χρόνια, με δυνατότητα γρήγορης μετάβασης σε πολεμική λειτουργία.
Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει εναλλασσόμενες δυνάμεις επιφυλακής, μετρήσιμους χρόνους ενεργοποίησης εφέδρων, προωθημένα αποθέματα, συντήρηση σε διασπορά και συμβάσεις βιομηχανικής υποστήριξης που ενεργοποιούνται σε κρίση. Απαιτεί επίσης εξέλιξη και δοκιμή των πολιτικών διαδικασιών. Λιμένες, δίκτυα ενέργειας, τηλεπικοινωνίες, νοσοκομεία και τοπική αυτοδιοίκηση αποτελούν μέρος της αμυντικής λειτουργίας, όπως αναδεικνύει και η ανάλυση για ανθεκτική κοινωνία και προστασία κρίσιμων υποδομών.
Η ίδια λογική αφορά και το ανθρώπινο δυναμικό. Το μέγεθος της εφεδρείας έχει αξία όταν συνοδεύεται από πρόσφατη εκπαίδευση, γνωστή θέση επιστράτευσης, διαθέσιμο υλικό και στελέχη που μπορούν να απορροφήσουν γρήγορα τους εφέδρους. Η Φινλανδία εντάσσει τη βούληση άμυνας και την ψυχολογική ανθεκτικότητα στις βασικές μεταβλητές. Η Ελλάδα χρειάζεται αντίστοιχη μέτρηση με τακτικές έρευνες, ασκήσεις πολιτικής κινητοποίησης και ειλικρινή αξιολόγηση των δημογραφικών περιορισμών.
Ο σχεδιασμός χρειάζεται δείκτες που ενώνουν το στρατιωτικό και το πολιτικό σκέλος. Για παράδειγμα ποιά είναι η διαθεσιμότητα γεννητριών παραγωγής ρεύματος, ο χρόνος αποκατάστασης ενός υποθαλάσσιου καλωδίου, η δυνατότητα ανεφοδιασμού νησιού, ο ρυθμός επισκευής αεροσκαφών και η ημερήσια παραγωγή πυρομαχικών. Η ολοκληρωτική άμυνα παύει έτσι να αποτελεί γενικό σύνθημα και μετατρέπεται σε πίνακα δυνατοτήτων με υπευθύνους, χρόνους και εναλλακτικές.
Ένα ελληνικό FIN FOE με αποφάσεις στο τέλος
Μια ελληνική μελέτη για το 2040 θα είχε αξία εφόσον κατέληγε σε επιλογές σχεδιασμού. Θα μπορούσε να συνδυάσει δύο βασικές εξελίξεις, είτε τον διαρκή στρατηγικό ανταγωνισμό είτε την περιφερειακή σύγκρουση υψηλής έντασης, με ακραίες υποθέσεις, όπως την περιορισμένη αμερικανική παρουσία στην περιοχή μας, την ταυτόχρονη κρίση σε Αιγαίο και Μέση Ανατολή, την παρατεταμένη διακοπή δορυφορικών υπηρεσιών ή ένα σοβαρό πλήγμα σε ενεργειακή υποδομή.
Κάθε σενάριο πρέπει να δοκιμάζει τη δομή δυνάμεων, τα αποθέματα, τη διοίκηση, τη βιομηχανία και την κοινωνική ανθεκτικότητα ως ενιαίο σύστημα.
Έτσι η Φινλανδία μας προσφέρει ένα παράδειγμα στρατηγικής ωριμότητας, επειδή εκθέτει δημόσια και μελετά τις αβεβαιότητες και δοκιμάζει τις συνέπειές τους. Για την Ελλάδα, το ουσιαστικό δίδαγμα είναι να σχεδιάσει το δικό της επιχειρησιακό περιβάλλον του 2040 πριν οι σημερινές εξοπλιστικές αγορές, υποδομές και οργανωτικές επιλογές το διαμορφώσουν σιωπηρά. Ενώ έχουμε ανάγκη από μόνιμο θεσμικό μηχανισμό που θα ανανεώνει τα σενάρια και θα ελέγχει κάθε μεγάλη απόφαση απέναντι στον χρόνο και στην έκπληξη.