Αντιτορπιλικά FRAM στο ΠΝ – Μέρος 1ο, η γέννηση ενός θρύλου

Η αμερικανική ονομασία Fleet Rehabilitation and Modernization, από την οποία προέρχεται η συντομογραφία FRAM, σήμαινε αποκατάσταση και εκσυγχρονισμό του στόλου. Στην πράξη περιέγραφε την ανακατασκευή αντιτορπιλικών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου.

Το Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) παρέλαβε πλοία με δύο ολοκληρωμένες ζωές πίσω τους. Η πρώτη είχε αρχίσει στα αμερικανικά ναυπηγεία, όταν ο πόλεμος στον Ειρηνικό απαιτούσε ταχύτητα, αντιαεροπορικό πυροβολικό και αυτονομία για τη συνοδεία αεροπλανοφόρων. Η δεύτερη άρχισε περίπου δεκαπέντε χρόνια αργότερα, όταν η ανάπτυξη του σοβιετικού υποβρυχιακού στόλου μετέφερε το κύριο βάρος της αποστολής κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Το FRAM περιλάμβανε πολύ περισσότερα από την εγκατάσταση νεότερων όπλων και αισθητήρων. Τα πλοία άνοιγαν έως τα εσωτερικά διαμερίσματα, οι μηχανές και τα ηλεκτρικά δίκτυα ανακατασκευάζονταν και οι υπερκατασκευές άλλαζαν μορφή. Το αποτέλεσμα συνδύαζε γάστρα και πρόωση της δεκαετίας του 1940 με ανθυποβρυχιακή τεχνολογία της δεκαετίας του 1960. Η αξία αυτής της επένδυσης γίνεται κατανοητή μέσα από την εξέλιξη των κλάσεων Allen M. Sumner και Gearing.

Στη ναυτική τεχνολογία η γάστρα, η πρόωση, τα ηλεκτρικά δίκτυα και οι χώροι του πληρώματος αποτελούν την πλατφόρμα, ενώ οι αισθητήρες και τα όπλα συγκροτούν το φορτίο μάχης. Η μετασκευή FRAM επενέβαινε και στα δύο επίπεδα. Αποκαθιστούσε τη μηχανική αξιοπιστία της πλατφόρμας και παράλληλα δημιουργούσε νέα αλυσίδα εντοπισμού και προσβολής υποβρυχίων. Αυτή η διπλή επέμβαση εξηγεί το κόστος, τη διάρκεια των εργασιών και τη μακρά υπηρεσία που ακολούθησε. Η παράταση ζωής αποκτούσε έτσι επιχειρησιακό νόημα, επειδή το ανανεωμένο σκάφος μπορούσε να υπηρετήσει με συστήματα προσαρμοσμένα στην απειλή της εποχής.

Το USS Ingraham διασχίζει μεγάλα κύματα στον Ατλαντικό τη δεκαετία του 1950.
Το USS Ingraham σε βαριά θάλασσα στον Ατλαντικό τη δεκαετία του 1950. Η λήψη αποδίδει τις φορτίσεις που δέχονταν οι στενές γάστρες και εξηγεί γιατί η ευστάθεια και ο έλεγχος βάρους παρέμεναν κρίσιμα ζητήματα. Πηγή – U.S. Navy, μέσω του περιοδικού All Hands.

Από τα Fletcher στα Allen M. Sumner

Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 το αντιτορπιλικό αποτελούσε το πολυεργαλείο του στόλου. Συνόδευε αεροπλανοφόρα και νηοπομπές, αναζητούσε υποβρύχια, εξαπέλυε τορπίλες κατά πλοίων επιφανείας και υποστήριζε αποβάσεις με πυρά κατά ακτής. Τα Fletcher κάλυψαν αυτό το εύρος αποστολών, ενώ η αυξανόμενη αεροπορική απειλή οδήγησε το αμερικανικό Ναυτικό στην απαίτηση για περισσότερα πυροβόλα διπλού ρόλου σε γάστρα παρόμοιου μεγέθους.

Η κλάση Allen M. Sumner έφερε τρεις δίδυμους πύργους Mk 38, δύο στην πλώρη και έναν στην πρύμνη. Η ένδειξη Mk αποτελεί σύντμηση της λέξης Mark και δηλώνει τον τύπο ενός αμερικανικού συστήματος. Κάθε πύργος φιλοξενούσε δύο πυροβόλα 5/38. Ο πρώτος αριθμός δήλωνε διάμετρο κάννης 5 ιντσών, δηλαδή 127 χιλιοστών, και ο δεύτερος μήκος κάννης ίσο με 38 διαμετρήματα. Τα έξι πυροβόλα μπορούσαν να πλήξουν αεροσκάφη, πλοία και στόχους στην ξηρά.

Το σύστημα διεύθυνσης πυρός Mk 37 πολλαπλασίαζε την αξία των πυροβόλων. Ο σταθμός παρακολούθησης έδινε στοιχεία σε αναλογικό υπολογιστή, ο οποίος υπολόγιζε τις διορθώσεις για την κίνηση του πλοίου, την πορεία του στόχου και τη βαλλιστική τροχιά. Οι πυροσωλήνες προσέγγισης ενεργοποιούσαν το βλήμα κοντά στο αεροσκάφος και αύξαναν την πιθανότητα καταστροφής του. Η ίδια πυροβολαρχία μπορούσε έπειτα να εκτελέσει βολή επιφανείας ή υποστήριξη ακτής.

Το USS Allen M. Sumner στη Μεσόγειο το 1953 πριν από τη μετασκευή FRAM II.
Το USS Allen M. Sumner (DD-692) εν πλω στη Μεσόγειο στις 8 Μαΐου 1953, πριν από τη μετασκευή FRAM II. Διακρίνονται καθαρά και οι τρεις δίδυμοι πύργοι Mk 38 των 5/38.

Η συγκέντρωση οπλισμού είχε ναυπηγικό κόστος. Πύργοι, πυριτιδαποθήκες, αντιαεροπορικά πυροβόλα, δύο πενταπλοί τορπιλοσωλήνες, σταθμοί διεύθυνσης βολής και κεραίες μοιράζονταν μια γάστρα περιορισμένων διαστάσεων. Το πλήρωμα ξεπερνούσε τους τριακόσιους ανθρώπους. Κάθε πρόσθετο βάρος ψηλά επηρέαζε την ευστάθεια και περιόριζε τις επόμενες μετασκευές.

Η επιμήκυνση που γέννησε τα Gearing

Η κλάση Gearing προήλθε από το σχέδιο των Sumner με επιμήκυνση της γάστρας κατά περίπου 4,3 μέτρα στο μέσο του πλοίου. Ο πρόσθετος όγκος επέτρεψε τη μεταφορά περισσότερου καυσίμου και αύξησε την ακτίνα δράσης. Για τις ομάδες αεροπλανοφόρων, που επιχειρούσαν επί ημέρες μακριά από βάσεις, αυτή η διαφορά περιόριζε τη συχνότητα ανεφοδιασμού και διευκόλυνε τη διατήρηση του σχηματισμού.

Η πρόωση περιλάμβανε τέσσερις λέβητες, δύο σύνολα ατμοστροβίλων και δύο άξονες. Η συνολική ισχύς έφθανε περίπου τους 60.000 ίππους. Ένα Gearing είχε μήκος περίπου 119 μέτρα και, σε καλή μηχανική κατάσταση, ανέπτυσσε ταχύτητα άνω των 30 κόμβων. Η επίδοση απαιτούσε πολυάριθμο προσωπικό, συνεχή επιτήρηση και σημαντική κατανάλωση καυσίμου.

Το πρόσθετο μήκος έδωσε επίσης μεγαλύτερο περιθώριο για εξοπλισμό, καλωδιώσεις και αποθήκες πυρομαχικών. Αυτός ο διαθέσιμος όγκος έκανε το Gearing καταλληλότερη βάση για τη βαθιά μετασκευή FRAM I. Τα πρώτα πλοία της κλάσης ολοκληρώθηκαν κοντά στο τέλος του πολέμου και αρκετά είχαν περιορισμένη πολεμική χρήση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 το αμερικανικό Ναυτικό διέθετε έτσι πολλές γάστρες με πληρωμένο κόστος ναυπήγησης και αξιόλογο υπόλοιπο ζωής.

Η διαφορά μήκους ανάμεσα στις δύο κλάσεις επηρέαζε ολόκληρη τη μελλοντική τους εξέλιξη. Κάθε νέα κεραία απαιτούσε στήριξη και καλωδίωση, κάθε όπλο χώρο για πυρομαχικά και κάθε ηλεκτρονικό σύστημα πρόσθετη ηλεκτρική ισχύ και ψύξη. Ο διαθέσιμος όγκος και το περιθώριο βάρους καθόριζαν τον συνδυασμό οπλισμού που μπορούσε να δεχθεί κάθε πλοίο. Για αυτό τα Gearing και τα Sumner ακολούθησαν συγγενείς, αλλά διακριτές εκδόσεις του προγράμματος.

Τα μαθήματα του πολέμου και της θάλασσας

Οι επιχειρήσεις στον Ειρηνικό συνέδεσαν την επιβίωση με τη στεγανή υποδιαίρεση, τα δίκτυα πυρόσβεσης και την εκπαίδευση στον έλεγχο βλαβών. Οι επιθέσεις καμικάζι προκαλούσαν πυρκαγιές, διαρροές καυσίμου και εκρήξεις πυρομαχικών μέσα σε πλοία με πυκνή εσωτερική διαρρύθμιση. Η πειθαρχημένη αντίδραση του πληρώματος συχνά έσωζε μια μονάδα που είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα.

Το USS Hollister μετά το FRAM I με κατάστρωμα DASH και εκτοξευτή ASROC.
Το USS Hollister (DD-788) μετά την ολοκλήρωση του FRAM I. Ο πρυμναίος πύργος έχει παραχωρήσει τη θέση του στο υπόστεγο και στο κατάστρωμα DASH, ενώ ο εκτοξευτής ASROC βρίσκεται ανάμεσα στις καπνοδόχους. Πηγή – U.S. Navy / NavSource.

Ο Τυφώνας Cobra τον Δεκέμβριο του 1944 πρόσθεσε το μάθημα της ευστάθειας. Τρία αμερικανικά αντιτορπιλικά βυθίστηκαν και δεκάδες πλοία υπέστησαν ζημιές. Με την κατανάλωση των καυσίμων μειωνόταν το βάρος χαμηλά στη γάστρα, ενώ όπλα και κεραίες παρέμεναν ψηλά. Η κατανομή βάρους και οι διαδικασίες βαριάς κακοκαιρίας απέκτησαν άμεση σχέση με την επιβίωση. Το ίδιο ζήτημα θα επανερχόταν σε κάθε προσθήκη ιστού, ραντάρ ή οπλικού συστήματος.

Μετά το 1945 πολλά αντιτορπιλικά πέρασαν στην εφεδρεία. Ο Πόλεμος της Κορέας τα επανέφερε σε συνοδείες, περιπολίες και βολές κατά ακτής. Αρκετά Gearing απέκτησαν την ταξινόμηση DDR, από τον αγγλικό όρο Destroyer Radar Picket, δηλαδή αντιτορπιλικό προκεχωρημένης επιτήρησης ραντάρ. Οι μεγάλες κεραίες και οι χώροι επιχειρήσεων των DDR απέδειξαν την προσαρμοστικότητα της πλατφόρμας και ταυτόχρονα κατανάλωσαν μέρος των διαθέσιμων περιθωρίων βάρους.

Ο υποβρύχιος αντίπαλος του Ψυχρού Πολέμου

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 η Σοβιετική Ένωση ανέπτυσσε μεγάλο στόλο υποβρυχίων με αυξανόμενη ταχύτητα και αυτονομία. Τα αντιτορπιλικά του πολέμου χρησιμοποιούσαν βόμβες βυθού και Hedgehog. Το Hedgehog ήταν πολλαπλός εκτοξευτής μικρών βομβών που έπεφταν μπροστά από την πλώρη και εκρήγνυντο με την επαφή. Και τα δύο μέσα απαιτούσαν προσέγγιση σε μικρή απόσταση, η οποία έδινε στο υποβρύχιο χρόνο για αλλαγή βάθους, διαφυγή ή βολή τορπίλης.

Η ναυπήγηση ισάριθμων νέων συνοδών θα απορροφούσε χρόνο και πόρους. Το πρόγραμμα FRAM αξιοποίησε τις υπάρχουσες γάστρες, την ισχύ της πρόωσης και την ωκεάνια ικανότητά τους. Είχε δύο συνδεδεμένους στόχους. Ο πρώτος αφορούσε την αποκατάσταση της μηχανικής ζωής του πλοίου. Ο δεύτερος αφορούσε την εγκατάσταση αισθητήρων και όπλων που επέτρεπαν εντοπισμό, παρακολούθηση και προσβολή υποβρυχίου σε μεγαλύτερη απόσταση.

Το FRAM I ως ανακατασκευή

Στο ναυπηγείο ένα Gearing έχανε μεγάλο μέρος της υπερκατασκευής του. Ιστοί, καλωδιώσεις, σωληνώσεις και διαμερίσματα αφαιρούνταν ή μετακινούνταν. Λέβητες, ατμοστρόβιλοι, άξονες, αντλίες και βοηθητικά μηχανήματα ανοίγονταν για επιθεώρηση και επισκευή. Τα ηλεκτρικά δίκτυα και οι χώροι ενδιαίτησης ανανεώνονταν, ώστε η παράταση ζωής να αφορά ολόκληρο το πλοίο.

Η μαζική εφαρμογή του προγράμματος έφερε κοινές προδιαγραφές, εκπαίδευση και ανταλλακτικά. Κάθε γάστρα έφθανε όμως με το δικό της ιστορικό πολεμικών ζημιών, προηγούμενων μετασκευών και φθοράς. Οι τεχνικοί εφάρμοζαν ένα τυποποιημένο σχέδιο σε πλοία με διαφορετική αφετηρία. Οι επιμέρους αποκλίσεις παρέμειναν ορατές και αργότερα, όταν οι μονάδες παραχωρήθηκαν σε συμμαχικά ναυτικά.

Το USS Stickell εν πλω μετά τη μετασκευή FRAM I, περί το 1965.
Το USS Stickell (DD-888), μετέπειτα Α/Τ ΚΑΝΑΡΗΣ, εν πλω περί το 1965 μετά τη μετασκευή FRAM I. Διακρίνονται οι δύο πρωραίοι δίδυμοι πύργοι, ο ASROC και η πρυμναία εγκατάσταση DASH. Πηγή – U.S. Navy, περιοδικό All Hands.

Η έκδοση FRAM I αφαιρούσε τον πρυμναίο δίδυμο πύργο και δημιουργούσε υπόστεγο και κατάστρωμα για το DASH. Το ακρωνύμιο DASH προερχόταν από το Drone Anti-Submarine Helicopter και περιέγραφε τηλεκατευθυνόμενο ανθυποβρυχιακό ελικόπτερο. Ανάμεσα στις καπνοδόχους τοποθετούνταν ο οκταπλός εκτοξευτής Mk 112 του ASROC. Η ονομασία ASROC προερχόταν από το Anti-Submarine Rocket, δηλαδή ανθυποβρυχιακό πύραυλο που μετέφερε τορπίλη προς την περιοχή του στόχου.

Το πλοίο αποκτούσε επίσης δύο τριπλούς τορπιλοσωλήνες Mk 32 για ελαφρές ανθυποβρυχιακές τορπίλες και το ενεργό σόναρ γάστρας AN/SQS-23. Το σόναρ εξέπεμπε ακουστικό παλμό και υπολόγιζε διόπτευση και απόσταση από την επιστρεφόμενη ηχώ. Οι πληροφορίες συγκεντρώνονταν στο Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, γνωστό ως CIC από το Combat Information Center. Εκεί οι χειριστές συνέθεταν την τακτική εικόνα και προετοίμαζαν τη λύση βολής.