Η Lufthansa επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τη Boeing προκειμένου είτε να μην παραλάβει ορισμένα από τα πρώτα 777-9 που έχουν ήδη κατασκευαστεί, είτε να τα αποδεχθεί μόνο εφόσον προηγηθούν εκτεταμένες εργασίες εκσυγχρονισμού και υπάρξει οικονομική αποζημίωση από την κατασκευάστρια εταιρία.

Την αποκάλυψη έκανε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Lufthansa, Carsten Spohr, δηλώνοντας ότι οι δύο πλευρές συζητούν «ποια αεροσκάφη δεν θα αποδεχθούμε για εμπορική εκμετάλλευση και ποια μπορούν να εκσυγχρονιστούν με οικονομική συμμετοχή της Boeing».

Η τοποθέτηση αυτή έρχεται λίγες μόλις εβδομάδες μετά τις αντίστοιχες δηλώσεις του προέδρου της Emirates, Tim Clark, ο οποίος είχε γνωστοποιήσει ότι η εταιρεία του δεν προτίθεται να παραλάβει περίπου τα δέκα πρώτα 777-9 που είχαν κατασκευαστεί για λογαριασμό της την περίοδο 2019-2021. Μέχρι την αναμενόμενη παράδοσή τους, γύρω στο 2027, τα συγκεκριμένα αεροσκάφη θα έχουν ήδη ηλικία επτά έως οκτώ ετών, ενώ θα απαιτούν εκτεταμένες μετατροπές ώστε να ευθυγραμμιστούν με τη διαμόρφωση της τελικής πιστοποιημένης έκδοσης.

Το πρόβλημα των «πρώιμων» αεροσκαφών

Οι συνεχείς καθυστερήσεις του προγράμματος 777X δημιούργησαν ένα πρωτόγνωρο πρόβλημα για τη Boeing. Πολλά αεροσκάφη είχαν ήδη κατασκευαστεί ή βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο παραγωγής, όταν η πιστοποίηση μετατέθηκε επανειλημμένα, λόγω τεχνικών προβλημάτων και αυστηρότερων απαιτήσεων των αμερικανικών αρχών.

Ως αποτέλεσμα, περίπου τριάντα αεροσκάφη βρίσκονται σήμερα αποθηκευμένα και απαιτούν σημαντικές εργασίες επαναδιαμόρφωσης πριν μπορέσουν να παραδοθούν στους πελάτες. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν περιορίζονται σε αναβαθμίσεις λογισμικού ή μικρές τεχνικές τροποποιήσεις, αλλά περιλαμβάνουν αντικαταστάσεις εξοπλισμού, ενσωμάτωση αλλαγών που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πιστοποίησης, καθώς και εκτεταμένους ελέγχους δομικής ακεραιότητας μετά από πολυετή παραμονή των αεροσκαφών σε αποθήκευση.

Η Boeing έχει ήδη δημιουργήσει ειδικές γραμμές εργασιών για την αναβάθμιση των συγκεκριμένων αεροσκαφών, ενώ το κόστος των επεμβάσεων έχει επηρεάσει τα οικονομικά αποτελέσματα του προγράμματος. Σύμφωνα με πληροφορίες, τουλάχιστον ένα από τα πρώτα αεροσκάφη κρίθηκε οικονομικά ασύμφορο να ανακατασκευαστεί και τελικά διαλύθηκε για ανταλλακτικά.

Η θέση της Lufthansa

Η Lufthansa αναμένεται να είναι ένας από τους πρώτους αερομεταφορείς που θα εντάξουν το 777-9 στον στόλο τους, με τις αρχικές παραδόσεις να εξακολουθούν να προγραμματίζονται για το πρώτο τρίμηνο του 2027 και την εμπορική αξιοποίηση να ακολουθεί αργότερα μέσα στο ίδιο έτος.

Παρότι τα πρώτα αεροσκάφη που προορίζονται για τη γερμανική εταιρεία είναι νεότερης κατασκευής από εκείνα της Emirates, αντιμετωπίζουν τα ίδια βασικά ζητήματα: πολύχρονη αποθήκευση, ανάγκη εκτεταμένων αναβαθμίσεων και πιθανές διαφορές διαμόρφωσης σε σχέση με τα αεροσκάφη που θα κατασκευάζονται σύμφωνα με το τελικό πρότυπο.

Οι δηλώσεις του Carsten Spohr δείχνουν ότι η Lufthansa δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει το κόστος ή τις επιχειρησιακές συνέπειες αυτής της κατάστασης. Αντίθετα, επιδιώκει είτε να απορρίψει επιλεκτικά ορισμένα αεροσκάφη, είτε να εξασφαλίσει ότι η Boeing θα αναλάβει τόσο τον πλήρη εκσυγχρονισμό τους όσο και την οικονομική αποζημίωση για τυχόν μειωμένη αξία ή αυξημένο κόστος υποστήριξης.

Ένα ακόμη πλήγμα για το πρόγραμμα 777X

Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τις δυσκολίες που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το πρόγραμμα 777X, το οποίο αρχικά επρόκειτο να εισέλθει σε υπηρεσία το 2020. Έπειτα από διαδοχικές καθυστερήσεις, τεχνικές αναθεωρήσεις και αλλαγές στις απαιτήσεις πιστοποίησης, η πρώτη επιχειρησιακή ένταξη μετατέθηκε τελικά για το 2027.

Η απροθυμία δύο από τους σημαντικότερους πελάτες του προγράμματος, της Emirates και πλέον της Lufthansa, να παραλάβουν τα πρώτα κατασκευασμένα αεροσκάφη δημιουργεί ένα νέο επιχειρησιακό και οικονομικό πρόβλημα για τη Boeing. Η εταιρεία καλείται πλέον όχι μόνο να ολοκληρώσει επιτυχώς την πιστοποίηση του 777-9, αλλά και να διαχειριστεί έναν στόλο αεροσκαφών που κατασκευάστηκαν πολλά χρόνια πριν από την παράδοσή τους και ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις των πελατών.

Εφόσον και άλλες αεροπορικές εταιρείες υιοθετήσουν αντίστοιχη στάση, η Boeing ενδέχεται να αναγκαστεί να προχωρήσει σε εκτεταμένες επαναδιαμορφώσεις ή ακόμη και σε αντικατάσταση ορισμένων αεροσκαφών, αυξάνοντας περαιτέρω το ήδη υψηλό κόστος του μεγαλύτερου δικινητήριου επιβατικού αεροσκάφους που έχει αναπτύξει ποτέ.

Υπογραμμίζεται ότι το πρόβλημα δεν αφορά την αξιοπλοΐα ή την ασφάλεια των πρώτων 777-9. Οι αεροπορικές εταιρείες ανησυχούν κυρίως για την οικονομική βιωσιμότητα της επένδυσης: ένα αεροσκάφος που θα παραδοθεί ως «καινούργιο» αλλά θα έχει ήδη περάσει 6-8 χρόνια σε αποθήκευση, με διαφορετική αρχική διαμόρφωση και εκτεταμένες μετασκευές, ενδέχεται να εμφανίσει αυξημένο κόστος συντήρησης, χαμηλότερη μεταπωλητική αξία και μικρότερη ομοιοτυπία με τα μεταγενέστερα αεροσκάφη του στόλου. Αυτοί οι παράγοντες φαίνεται να αποτελούν σήμερα τη βασική αιτία της επιφυλακτικότητας τόσο της Lufthansa όσο και της Emirates.