Μια αεροπορία μπορεί να εμποδίσει τον αντίπαλο να επιχειρεί πάνω από το έδαφός της, χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχη ελευθερία για τα δικά της αεροσκάφη. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην προστασία και στην πρωτοβουλία βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για το μέλλον της αεροπορικής ισχύος. Τα drones, τα περιφερόμενα πυρομαχικά και η αντιαεροπορική άμυνα διευρύνουν τις διαθέσιμες επιλογές. Το ερώτημα είναι ποια αποστολή μπορεί να εκτελέσει ο συνδυασμός τους, απέναντι σε ποιον αντίπαλο και για πόσο χρόνο.

Σε άρθρο του στο The Defense News, ο Αντισμήναρχος της αμερικανικής Αεροπορίας, Grant «SWAT» Georgulis υποστηρίζει ότι η μετατόπιση από την αεροπορική υπεροχή προς την άρνηση πρόσβασης περιορίζει την επιχειρησιακή φιλοδοξία της USAF. Η ένστασή του αφορά τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να προβάλλουν ισχύ και να υποστηρίζουν επιχειρήσεις μακριά από τις βάσεις τους. Για μια δύναμη με τέτοιες αποστολές, η παρεμπόδιση του εχθρού αποτελεί μέρος του προβλήματος.

Η συζήτηση έχει ήδη παρελθόν. Οι Maximilian Bremer και Kelly Grieco είχαν υποστηρίξει στο Atlantic Council ότι η πολυεπίπεδη άμυνα και τα φθηνότερα μη επανδρωμένα μέσα προσφέρουν μια οικονομικότερη στρατηγική αποτροπής, ιδιαίτερα όταν ζητούμενο είναι η αποτροπή κατάληψης εδάφους. Πρόκειται για διαφορετικές απαντήσεις σε διαφορετικές ανάγκες. Για την Ελλάδα, που πρέπει να προστατεύει νησιά, να μετακινεί ενισχύσεις και να υποστηρίζει ναυτικές δυνάμεις, η διάκριση έχει πρακτικό περιεχόμενο.

Τι σημαίνει έλεγχος του αέρα

Η άρνηση πρόσβασης αποσκοπεί στο να κάνει μια περιοχή επικίνδυνη για την εχθρική αεροπορία. Κινητά αντιαεροπορικά συστήματα, μαχητικά, παρεμβολές μπορούν να υποχρεώσουν τον αντίπαλο να αλλάξει διαδρομές, ύψη, όπλα και ρυθμό επιχειρήσεων. Η επιτυχία μετριέται και από τις εχθρικές αποστολές που δεν πραγματοποιήθηκαν, επειδή το αναμενόμενο κόστος κρίθηκε υπερβολικό. Μια αντιαεροπορική πυροβολαρχία που παραμένει κρυμμένη μπορεί να επηρεάζει τις εχθρικές αποφάσεις περισσότερο από μια άλλη που εκτοξεύει συνεχώς και αποκαλύπτει τη θέση της.

Στη συνέχεια, η αεροπορική υπεροχή περιγράφει τη δυνατότητα να εκτελούνται φίλιες επιχειρήσεις χωρίς απαγορευτική παρεμβολή από εναέριες και πυραυλικές απειλές. Το αμερικανικό δόγμα αεροπορικών επιχειρήσεων συνδέει αυτή την κατάσταση με συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η αεροπορική κυριαρχία είναι υψηλότερος βαθμός ελέγχου, στον οποίο ο αντίπαλος αδυνατεί να παρεμβληθεί αποτελεσματικά. Η υπεροχή δεν απαιτεί την εξαφάνιση κάθε εχθρικής απειλής. Απαιτεί αρκετή ελευθερία ώστε να ολοκληρωθεί η αποστολή.

Έτσι, ένας σχεδιασμός μπορεί να επιδιώκει την προστασία ενός θαλάσσιου διαδρόμου για λίγες ώρες, την κάλυψη μιας επιχείρησης ανεφοδιασμού ή την ασφαλέστερη διέλευση ενός σχηματισμού κρούσης. Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ορίζεται από την αποστολή. Η απαίτηση για συνεχή έλεγχο ενός ολόκληρου θεάτρου επιχειρήσεων θα μπορούσε να δεσμεύσει δυνάμεις δυσανάλογες προς τον σκοπό, αφήνοντας ακάλυπτες άλλες ανάγκες.

Η διαφορά φαίνεται σε ένα υποθετικό παράδειγμα. Ένα νησί διαθέτει αντιαεροπορικά μέσα που αποτρέπουν τις εχθρικές πτήσεις πάνω από αυτό. Παράλληλα, ο αντίπαλος απειλεί τις προσεγγίσεις του νησιού με μαχητικά και πυραύλους. Οπότε η φρουρά του νησιού προστατεύεται μεν, αλλά τα μεταγωγικά που έρχονται με ενισχύσεις δυσκολεύονται να προσγειωθούν και τα πλοία ανεφοδιασμού χρειάζονται πρόσθετη κάλυψη. Οπότε η αποτροπή του βομβαρδισμού και η εξασφάλιση ενισχύσεων είναι δύο ξεχωριστές επιχειρησιακές απαιτήσεις.

Η Ουκρανία ανέδειξε την αξία της άμυνας και το κόστος της

Η ουκρανική αεράμυνα απέδειξε πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η εκμετάλλευση αριθμητικής υπεροχής στον αέρα. Μια μελέτη του ινστιτούρου RUSI για τον αεροπορικό πόλεμο του 2022 καταγράφει τη σημασία των διασπαρμένων, ουκρανικών κινητών αντιαεροπορικών συστημάτων, τα οποία η Ρωσία δεν κατάφερε να εξουδετερώσει συστηματικά. Οι προσπάθειες διείσδυσης σε χαμηλό ύψος εξέθεταν τα ρωσικά αεροσκάφη σε άλλες απειλές, μεταξύ τους φορητούς αντιαεροπορικούς πυραύλους. Οπότε η επιβίωση του αμυντικού δικτύου περιόρισε δραστικά την αξιοποίηση της ρωσικής αεροπορίας.

Η ίδια μελέτη επισημαίνει ότι τα ρωσικά μαχητικά παρέμεναν επικίνδυνα για τα ουκρανικά αεροσκάφη κοντά στο μέτωπο. Η ουκρανική επιτυχία στην παρεμπόδιση των ρωσικών πτήσεων δεν έδωσε αυτομάτως στην Ουκρανία τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τον ίδιο χώρο κατά βούληση. Διατηρήθηκαν περιορισμοί στην υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων και στην εκτέλεση αποστολών κρούσης. Η άρνηση πρόσβασης προσέφερε επιβίωση και χρόνο, ενώ η αξιοποίηση αυτού του χρόνου απαιτούσε άλλες δυνατότητες.

Τα μικρά drones προσθέτουν ακόμη μία διάσταση. Η εναέρια παρατήρηση σε χαμηλό ύψος, η διόρθωση πυρών και η προσβολή στόχων μπορούν να συνεχίζονται σε χώρους όπου τα επανδρωμένα αεροσκάφη αντιμετωπίζουν περιορισμούς. Ο έλεγχος του αέρα αποκτά διαφορετικές απαιτήσεις ανά ύψος, περιοχή και είδος απειλής. Ένα μαχητικό που κρατά μακριά τα εχθρικά αεροσκάφη δεν απαλλάσσει μια μονάδα από την ανάγκη προστασίας απέναντι σε ένα μικρό drone πάνω από τη θέση της.

Το ουκρανικό παράδειγμα προσφέρει επομένως συγκεκριμένα διδάγματα για τη διασπορά, την απόκρυψη και τη διατήρηση μιας αξιόπιστης απειλής. Δεν δίνει όμως έναν έτοιμο κατάλογο αγορών όπλων για κάθε χώρα. Η γεωγραφία, οι αποστολές, τα διαθέσιμα αποθέματα και η δυνατότητα αναπλήρωσης απωλειών καθορίζουν τι μπορεί να αξιοποιηθεί σε κάθε χώρα. Η αντιγραφή του πιο ορατού όπλου ενός πολέμου συχνά παραβλέπει την οργάνωση που το έκανε χρήσιμο.

Τα drones χρειάζονται αποστολή, υποστήριξη και θέση στον σχεδιασμό

Ο όρος «drone» καλύπτει μέσα με διαφορετικές δυνατότητες. Ένα μικρό τετρακόπτερο αναγνώρισης, ένα περιφερόμενο πυρομαχικό, ένα αεροσκάφος μεγάλης παραμονής στον αέρα και ένα μη επανδρωμένο μαχητικό δεν είναι εναλλάξιμα. Διαφέρουν στην ταχύτητα, στο φορτίο, στην ακτίνα δράσης, στους αισθητήρες και στην αντοχή απέναντι σε παρεμβολές. Η συγκέντρωσή τους σε μία κατηγορία δημιουργεί την εντύπωση ότι η αγορά μεγάλου αριθμού καλύπτει αυτομάτως κάθε επιχειρησιακό κενό.

Η USAF αντιμετωπίζει τα συνεργατικά μη επανδρωμένα μαχητικά ως μέσα που θα επιχειρούν μαζί με επανδρωμένα αεροσκάφη και θα συμβάλλουν στην εξασφάλιση αεροπορικής υπεροχής. Η λογική αυτή διευρύνει τις επιλογές ενός σχηματισμού και επιτρέπει την κατανομή του κινδύνου. Ένα μη επανδρωμένο μέσο μπορεί να αναλάβει αποστολή στην οποία η έκθεση πληρώματος θα ήταν δυσανάλογη προς το αναμενόμενο όφελος.

Στον σχεδιασμό μιας επιχείρησης, τέτοια μέσα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως προωθημένοι αισθητήρες, φορείς παρεμβολών, δολώματα ή πρόσθετοι φορείς όπλων. Ένα δόλωμα μπορεί να προκαλέσει ενεργοποίηση εχθρικού ραντάρ. Η εκπομπή πρέπει στη συνέχεια να εντοπιστεί, να αξιολογηθεί και να αξιοποιηθεί εγκαίρως. Η αξία βρίσκεται στην ολοκλήρωση της διαδικασίας εντοπισμού και προσβολής. Αν η πληροφορία φτάσει αργά ή το κατάλληλο όπλο δεν είναι διαθέσιμο, η αποκάλυψη του στόχου μένει ανεκμετάλλευτη.

Το ίδιο ισχύει για την καταστολή της εχθρικής αεράμυνας. Η προσωρινή διακοπή λειτουργίας ενός ραντάρ μπορεί να αρκεί για μια διέλευση, ενώ η προστασία επαναλαμβανόμενων πτήσεων απαιτεί διαφορετική προσπάθεια. Έτσι ο συνολικός σχεδιασμός αεράμυνας και επιθετικών ενεργειών χρειάζεται να συνδυάζει πληροφορίες, παρεμβολές, όπλα, χρονισμό και επανεκτίμηση του αποτελέσματος. Ο αριθμός των διαθέσιμων αεροσκαφών αποκτά νόημα μέσα σε αυτή τη διαδικασία.

Υπάρχει και η οικονομία της αναχαίτισης. Η συστηματική χρήση ακριβών αντιαεροπορικών βλημάτων εναντίον φθηνών απειλών μπορεί να εξαντλήσει αποθέματα που προορίζονται για δυσκολότερους στόχους. Η πολυεπίπεδη προστασία χρειάζεται κατάλληλα μέσα για κάθε κατηγορία απειλής, από παρεμβολές και πυροβόλα έως κατευθυνόμενα βλήματα. Παράλληλα, ακόμη και ένα φθηνό επιθετικό drone χρειάζεται χειριστές, συντήρηση, επικοινωνίες και πληροφορίες στόχευσης. Η τιμή αγοράς περιγράφει μόνο ένα μέρος του κόστους χρήσης.

Τέλος, κανένα αεροσκάφος δεν παράγει επιχειρησιακό αποτέλεσμα όταν παραμένει καθηλωμένο στο έδαφος. Καύσιμα, ανταλλακτικά, προσωπικό, προστατευμένοι χώροι, λειτουργικοί διάδρομοι και δυνατότητα επανεξοπλισμού καθορίζουν τον ρυθμό των αποστολών. Η ανθεκτικότητα των βάσεων είναι μέρος της αεροπορικής ισχύος. Οι δαπάνες για αυτήν έχουν μικρότερη δημοσιότητα από μια νέα αγορά, αλλά επηρεάζουν πόσα μέσα θα είναι διαθέσιμα τη δεύτερη και την τρίτη ημέρα μιας σύγκρουσης.

Τι χρειάζεται η Ελλάδα στο Αιγαίο

Η Ελλάδα έχει αμυντικό στρατηγικό προσανατολισμό, με αποστολές που απαιτούν κίνηση. Η ενίσχυση ενός νησιού, η υποστήριξη του Στόλου, η απομάκρυνση τραυματιών και η προσβολή μιας δύναμης που επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένο προϋποθέτουν πρόσβαση στον χώρο της επιχείρησης. Η επιτυχία στην προστασία εγκαταστάσεων δεν εξασφαλίζει από μόνη της αυτές τις δυνατότητες. Χρειάζεται να διατηρούνται επιλογές αντίδρασης ακόμη και όταν ο αντίπαλος απειλεί τις διαδρομές προσέγγισης.

Στο Αιγαίο, οι μικρές αποστάσεις και η νησιωτική γεωγραφία συμπιέζουν τους χρόνους προειδοποίησης. Ένα υποθετικό σχέδιο ενίσχυσης πρέπει να συνδέει την αναχώρηση των μεταφορικών μέσων με την κάλυψη της διαδρομής, την προστασία του προορισμού και την παρακολούθηση των εχθρικών κινήσεων. Η καθυστέρηση σε έναν κρίκο μπορεί να ακυρώσει την προσπάθεια των υπολοίπων. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί η κατάλληλη δυνατότητα δράσης τη στιγμή που χρειάζεται.

Με αυτό το κριτήριο πρέπει να αξιολογείται η σύνθεση της Πολεμικής Αεροπορίας. Η συμπληρωματικότητα Rafale και F-35 έχει μεγαλύτερο επιχειρησιακό ενδιαφέρον από μια σύγκριση που αναζητά έναν απόλυτο νικητή μεταξύ τύπων. Μαχητικά εναέριας μάχης, αεροσκάφη με δυνατότητες διείσδυσης, αισθητήρες, μέσα ηλεκτρονικού πολέμου και μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να υπηρετούν διαφορετικά στάδια της ίδιας αποστολής. Η σύνθεση χρειάζεται κατάλληλα όπλα, εκπαίδευση και δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών για να αποδώσει.

Αντίστοιχα, η συζήτηση για την αεράμυνα των ελληνικών FDI αφορά κάτι ευρύτερο από τις δυνατότητες ενός πλοίου. Μια φρεγάτα με αντιαεροπορικά όπλα περιορίζει τις επιλογές του αντιπάλου και προσφέρει προστασία σε άλλες μονάδες. Η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από τη θέση της, την εικόνα που διαθέτει, το απόθεμα βλημάτων και τις απειλές που αντιμετωπίζει.

Η συνεργασία Αεροπορίας, Ναυτικού και επίγειας αεράμυνας χρειάζεται δοκιμασμένες διαδικασίες. Οι φίλιες δυνάμεις πρέπει να γνωρίζουν ποιος παρακολουθεί μια απειλή, ποιος θα την αναχαιτίσει και πώς θα αποφευχθούν επικίνδυνες παρεμβολές μεταξύ τους. Η παρουσία drones κάνει ακόμη πιο απαιτητική την αναγνώριση και τη διαχείριση του εναέριου χώρου. Περισσότεροι αισθητήρες και όπλα μπορούν να προσφέρουν περισσότερες επιλογές, εφόσον η διοίκηση μπορεί να τις αξιοποιήσει στον διαθέσιμο χρόνο.

Για τον ελληνικό σχεδιασμό, χρήσιμο κριτήριο είναι η δυνατότητα εκτέλεσης συγκεκριμένων αποστολών μετά το πρώτο εχθρικό πλήγμα. Πόσες πτήσεις μπορούν να παραχθούν από περισσότερες της μίας βάσεις; Ποια αποθέματα επιτρέπουν τη συνέχιση των επιχειρήσεων; Πώς διατηρείται η διοίκηση όταν μια σύνδεση διακοπεί; Αυτά είναι μετρήσιμα ζητήματα που μπορούν να δοκιμάζονται στις ασκήσεις και να κατευθύνουν τις αγορές προς τα πραγματικά κενά.

Τα drones έχουν θέση σε αυτή την προσπάθεια, από την επιτήρηση έως την κρούση και την προστασία δυνάμεων. Η ένταξή τους πρέπει να αυξάνει τις διαθέσιμες επιλογές και να απελευθερώνει άλλα μέσα για αποστολές που απαιτούν τις ιδιαίτερες δυνατότητές τους. Ένας σχεδιασμός που αντικαθιστά μια ακριβή πλατφόρμα με πολλές φθηνότερες οφείλει να αποδεικνύει ότι διατηρεί το επιχειρησιακό αποτέλεσμα, μαζί με την αντοχή και τη διάρκεια που χρειάζονται.

Η αποτροπή γίνεται ισχυρότερη όταν ο αντίπαλος πρέπει να υπολογίζει και την αποτυχία της επίθεσής του και τη δυνατότητα ελληνικής αντίδρασης. Για αυτό, η αξιολόγηση κάθε νέου συστήματος χρειάζεται να καταλήγει στην ίδια πρακτική απαίτηση. Να επιτρέπει στις Ένοπλες Δυνάμεις να φτάσουν εκεί όπου πρέπει, να ολοκληρώσουν την αποστολή και να παραμείνουν ικανές να επιχειρήσουν ξανά.