Δημοσιεύθηκε στην ΠΤΗΣΗ, τεύχος 71, Μάιος 2026

Αν θέλεις ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο». Η ρήση είναι παμπάλαιη, αλλά στην εποχή μας ξαναβρίσκει πρακτική σημασία. Επειδή αγαπώ αυτή τη χώρα, επειδή έζησα τον Έβρο και το Αιγαίο από -πολύ- κοντά, επειδή παρακολουθώ τι συμβαίνει τώρα στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή ή στο Ναγκόρνο Καραμπάχ πρόσφατα και επειδή ο πόλεμος αλλάζει μορφή με ταχύτητα που κανένας σχεδιασμός δεκαετίας δεν προέβλεψε, καταθέτω αυτές τις σκέψεις.

Γρηγόρης Δημητριάδης

Η Ελλάδα είναι χώρα μικρομεσαίου οικονομικού μεγέθους με συγκεκριμένες οικονομικές αντοχές. Έχει όμως τεράστιο θαλάσσιο χώρο ευθύνης, αχανές νησιωτικό σύμπλεγμα μοναδικής πολυπλοκότητας, σύνορα υψηλής στρατηγικής ευαισθησίας και πάνω απ’ όλα βρίσκεται σε μια «εύφλεκτη» περιοχή. Η δουλειά μας -η πραγματική μας δουλειά- είναι να κάνουμε πολύ «ακριβό» το τίμημα σε κάθε αντίπαλο σε ό,τι κι αν επιχειρήσει εναντίον μας. Και ας μιλήσουμε ανοιχτά: τι είναι πιο φθηνό; Να ξοδεύεις ένα σοβαρό ποσοστό του προϋπολογισμού σου και να έχεις αποτροπή ή να δίνεις ένα συγκεκριμένο ποσοστό ανά χρόνο κι όταν γίνει η σύρραξη το κόστος να είναι δυσβάσταχτο; Καλό το κράτος πρόνοιας, αλλά για να υπάρχει, θα πρέπει πρώτα να υπάρχει κράτος. Συνεπώς, είναι πολυτέλεια να μιλάμε για περισσότερα σχολεία ή ΜΕΘ, που κι αυτά είναι φυσικά απαραίτητα σε μια κοινωνία, αν δεν έχουμε πρώτα τα μέσα να προστατεύσουμε την Πατρίδα. Ο σεβασμός στα χρήματα του φορολογούμενου που επενδύονται στην Άμυνα δεν σημαίνει αποφυγή δαπάνης﮲ σημαίνει σοφή δαπάνη, που μεγιστοποιεί την αποτροπή ανά ευρώ. Και η απόδειξη είναι πως και νέα σχολεία έχουμε και πολλαπλάσιες ΜΕΘ διαθέτουμε, αλλά και μια πολύ ισχυρότερη Εθνική Άμυνα. Τόσο ισχυρή όσο θα θέλαμε; Όχι, αλλά σίγουρα πολλαπλάσια ισχυρότερη από εκείνη του 2019.

Η συζήτηση για τους εξοπλισμούς όφειλε πάντοτε να είναι σε πλαίσιο σοβαρότητας, μακριά από δημόσιες επιδείξεις προθέσεων και ειδικά από αυτοσχεδιασμούς ανάλογα με το πολιτικό ακροατήριο. Όταν πρέπει να παρθούν αποφάσεις για δαπάνες των Ελλήνων πολιτών, τα πάντα πρέπει να γίνουν προσεκτικά, με σωστή ιεράρχηση.

Η φάση της άμεσης αποκατάστασης ισχύος

Η περίοδος 2019-2023 ήταν μια φάση άμεσης αποκατάστασης της αποτροπής. Ύστερα από μια μακρά δεκαετία δημοσιονομικής πίεσης, ατελείωτων εσωτερικών αλλά και εξωτερικών περιορισμών, κομματικών ιδεοληψιών εναντίον της Εθνικής Άμυνας και διαρκούς αναβολής αποφάσεων οι Ένοπλες Δυνάμεις είχαν φτάσει σε σημείο που ορισμένα πράγματα έπρεπε να γίνουν γρήγορα, με ορίζοντα επείγουσας ανάγκης κι όχι θεωρητικής τελειότητας. Χρειαζόμασταν άμεσα την αποκατάσταση της αεροπορικής υπεροχής, την αναβάθμιση του Στόλου με νέα πλοία, χρειαζόμασταν επίσης να επανέλθουν και να ενισχυθούν οι διαθεσιμότητες σε όλα τα οπλικά μας συστήματα. Πάνω απ’ όλα όμως, χρειαζόμασταν αποκατάσταση της αξιοπιστίας της αποτροπής που είχε διαβρωθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι μεγάλες και κρίσιμες αγορές εκείνης της εποχής: η απόκτηση των 18 (αργότερα 24) Rafale με τους πανίσχυρους Meteor, η επιτάχυνση του εκσυγχρονισμού των F-16 Viper, η υπογραφή για τις 3 FDI HN, ο σχεδιασμός για μέχρι 5 κορβέτες, ο εκσυγχρονισμός των MEKO 200HN, η αναζήτηση νέων ΤΟΜΑ, οι αποφάσεις για UH-60M Black Hawk και F-35. Πάνω απ’ όλα όμως, οι δεκάδες συμβάσεις εν συνεχεία υποστήριξης (FOS), που επανέφεραν σε ουσιαστική επιχειρησιακή κατάσταση πολύτιμα μέσα. Όλα αυτά ήταν προγράμματα που σχεδιάστηκαν, χρηματοδοτήθηκαν και ξεκίνησαν να υλοποιούνται για να αποκτήσει η Πατρίδα αξιόπιστη Αποτροπή. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε πλέον μπροστά μας: η φρεγάτα ΚΙΜΩΝ πήγε να προστατεύσει την Κύπρο μας και η Τουρκία πέντε χρονιά μετά την άφιξη των πρώτων Rafale προσπαθεί απεγνωσμένα να αποκτήσει «αντίλογο» αγοράζοντας πανάκριβα Eurofighter. Ξοδέψαμε λιγότερα από 3 δις ευρώ και η Τουρκία θα ξοδέψει 10 δις -και πάλι- χωρίς να καταφέρει να επιτύχει αποκατάσταση της ισορροπίας. Αν αυτό δεν είναι πετυχημένη αμυντική κίνηση, τότε δεν ξέρω τι είναι.

Εδώ υπάρχει ένα σημείο που συχνά το προσπερνάμε, επειδή η επικοινωνία «προτιμά» τις ακριβές «αγορές» και τους εντυπωσιακούς τίτλους. Η αλήθεια είναι ότι ως χώρα είχαμε υλικό που ήταν ικανό στις περισσότερες περιπτώσεις, παρέμενε όμως υποαξιοποιημένο ή καθηλωμένο επειδή έλειπε η υποστήριξη. Είχαμε δηλαδή ήδη πληρώσει για συστήματα τα οποία στην πράξη παρήγαν λιγότερη αποτρεπτική ισχύ απ’ όση όφειλαν για την επένδυση που είχε γίνει. Ήταν, με δυο λόγια, δώρον άδωρον. Ήταν επίσης μια τεράστια σπατάλη των χρημάτων του Έλληνα φορολογούμενου. Έτσι, οι συμβάσεις υποστήριξης με ανταλλακτικά, η επαναφορά σε λειτουργία, η αποκατάσταση των διαθεσιμοτήτων ήταν τόσο κρίσιμα το 2019 για την ανάκτηση χαμένης στρατιωτικής ισχύος όσο και η αγορά νέων οπλικών πλατφορμών.

Η άμυνα μιας χώρας κρίνεται και από τα καινούρια συστήματα που αγοράζει, ταυτόχρονα όμως και από τον τρόπο με τον οποίο κρατά ζωντανό και αξιόμαχο το υλικό που ήδη διαθέτει και στο οποίο έχει επενδύσει με -μεγάλο συνήθως- κόστος. Για χώρα μεγέθους και δυνατοτήτων ανάλογων της Ελλάδας, η νοοτροπία του πελάτη βιτρίνας, που πετάει το παλιό και αγοράζει μόνο καινούριο, είναι μια ανέφικτη πολυτέλεια. Οφείλουμε να σκεφτόμαστε με όρους συνολικού «κύκλου ζωής», με αξιοποίηση κάθε ευρώ και κάθε διαθέσιμου συστήματος που έχουμε.

Η χώρα οφείλει να εκτελεί και μεγάλα προγράμματα στον χώρο της Άμυνας, με όριο όμως στους αριθμούς που αντέχουμε, σκεπτόμενοι πάντα τα κόστη στελέχωσης, συντήρησης, εκσυγχρονισμών και υποστήριξης για τη διάρκεια της επιχειρησιακής ζωής κάθε συστήματος. Από την άλλη, θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστέψουμε πως η ίδια ακριβώς λογική με την οποία αποφασίζαμε όταν σχεδιάζαμε τα προγράμματα το 2020 είναι αρκετή και για το επόμενο βήμα. Γιατί από τότε ο πόλεμος άλλαξε μορφή και μαζί του άλλαξε και το παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η οικονομία του πολέμου

Στην Αρμενία, στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και στη σύγκρουση Ισραήλ-Ιράν, η διαρκής μετάλλαξη του πεδίου μάχης έφερε εμπρός μας μια πραγματικότητα που παλαιότερα αρκετοί αντιμετώπιζαν ως δευτερεύουσα. Ο πόλεμος του αύριο κρίνεται πλέον όχι τόσο στο πεδίο της μάχης όσο στο Γενικό Λογιστήριο, στις εγχώριες γραμμές παραγωγής, στα αποθέματα πυρομαχικών, στην Ενέργεια, στη συντήρηση των όπλων μας, στα ανταλλακτικά, εν γένει στην αντοχή της εθνικής οικονομίας. Στο εξωτερικό θα το ακούσετε σαν «resilience», όρος που πρέπει να είναι σταθερή παράμετρος στους αμυντικούς σχεδιασμούς μιας χώρας (αλλά και γενικότερα). Ένα απλό παράδειγμα το είδαμε στην Ουκρανία και τώρα το βλέπουμε και στη Μέση Ανατολή. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει κορυφαία συστήματα πρώτης γραμμής, αλλά αν εξαντλείται οικονομικά αναχαιτίζοντας drones με πυραύλους εκατομμυρίων ευρώ, τότε χάνει στρατηγικά ακόμη κι όταν κερδίζει τις -αρχικές- τακτικές εμπλοκές. Για παράδειγμα, η αναχαίτιση πάμφθηνων μη επανδρωμένων αεροχημάτων όπως τα Shahed με πυραύλους Patriot πολλών εκατομμυρίων δεν είναι βιώσιμη ούτε από κράτη σαν το Κατάρ ή τα ΗΑΕ. Ή, για να το πούμε αλλιώς, δεν σκοτώνεις κουνούπια με κανόνια.

Μέχρι χθες ψάχναμε το ποιο σύστημα είναι καλύτερο στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Σήμερα οφείλουμε να ρωτάμε άλλα πράγματα: Ποιο σύστημα μπορεί να πολεμά περισσότερο χρόνο χωρίς ανάγκη εκτεταμένης συντήρησης; Ποιο (μπορεί να) συντηρείται στην Ελλάδα; Ποιο (μπορεί να) παράγεται σε ικανούς αριθμούς στη χώρα μας; Ο πόλεμος ασφαλώς κρίνεται στο πεδίο της μάχης. Χάνεται ή κερδίζεται όμως και αλλού. Χάνεται στο εργοστάσιο πυρομαχικών που λείπει, στην αποθήκη που αδειάζει, στη μονάδα μαχητικών που αναμένει ανταλλακτικά από το εξωτερικό, στον σταθμό ενέργειας που μένει χωρίς αντιαεροπορική προστασία γιατί «τελείωσαν οι πύραυλοι». Χάνεται στην οικονομία που έχει σχεδιαστεί για καιρό ειρήνης και παραλύει όταν η κρίση τραβήξει σε μάκρος. Η Ουκρανία το δείχνει αυτό κάθε μέρα, ότι εκεί είναι πλέον ένας πόλεμος επιμελητείας. Ή, αν το θέλετε, τη στρατιωτική ρήση του στρατηγού Πέρσινγκ: «Το Πεζικό κερδίζει τη μάχη, τα logistics κερδίζουν τους πολέμους».

Η χώρα χρειάζεται, λοιπόν, μια Εθνική Στρατηγική Πολεμικής Αντοχής. Γιατί, όπως λέει και ο Κλαούζεβιτς, «κανένα σχέδιο δεν επιβιώνει πλήρως μετά την πρώτη επαφή με τον εχθρό». Κανένας πόλεμος δε θα πάει όπως τον έχουμε σχεδιάσει. Πιθανότατα μάλιστα θα κρατήσει σε διάρκεια περισσότερο από όσο έχουμε προετοιμαστεί για να αντέξουμε. Οι εξοπλισμοί οφείλουν να πάψουν να είναι απλές αγορές «κάλυψης κενών» και να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο εθνικό σχέδιο. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, επάρκεια πυρομαχικών και μάλιστα πολλών, τόσων που να… ξεχειλίζουν οι αποθήκες μας. Χρειαζόμαστε αποκλειστικά εγχώρια συντήρηση. Απαιτείται ενεργειακή ασφάλεια, δηλαδή να μπορούμε να παράγουμε ενέργεια εμείς και όχι να εισάγουμε, ενώ η ενεργειακή παραγωγή πρέπει να γίνεται αποκεντρωμένα, όχι δηλαδή σε μεγάλες μονάδες (π.χ. Μεγαλόπολη), αλλά για παράδειγμα με πολλές ΑΠΕ και αποθήκευση ενέργειας. Φυσικά όλα αυτά θα πρέπει να συνδυαστούν με προστασία κρίσιμων υποδομών. Τέλος, θα πρέπει να υπάρχει σχέδιο άμεσης κινητοποίησης και επαύξησης της παραγωγής σε συνθήκες κρίσης. Το πραγματικό εξοπλιστικό πρόγραμμα μιας χώρας είναι και αυτό που μπορεί να παράγει όπλα, πυρομαχικά, ενέργεια, τρόφιμα, όταν αρχίσει ο πόλεμος.

Πάνω απ’ όλα όμως είναι το έμψυχο δυναμικό, κάτι το οποίο στην Ελλάδα συχνά προτιμάμε να μην αγγίζουμε επειδή έχει πολιτικό κόστος. Καμία αγορά οπλικού συστήματος δεν ακυρώνει το προφανές: οι Ένοπλες Δυνάμεις παραμένουν πρωτίστως άνθρωποι. Εκπαιδευμένοι, πειθαρχημένοι, τεχνικά καταρτισμένοι, ικανοί να χειρίζονται προηγμένα συστήματα, ικανοί να αντέχουν σε παρατεταμένη πίεση και φυσικά να προσαρμόζονται στον νέο πόλεμο. Απολύτως απαραίτητη είναι η επανεξέταση του μισθολογικού, καθώς και η κινητροδότηση από την πολιτεία, ώστε νέοι άνθρωποι να επιλέγουν τις ένοπλες δυνάμεις στον επαγγελματικό τους προσανατολισμό, γνωρίζοντας μάλιστα ότι η μέριμνα, προκειμένου να μπορούν να εκτελέσουν τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, θα είναι διαρκής.

Η θητεία πρέπει να επανεξεταστεί με κριτήριο την πραγματική επιχειρησιακή απόδοση: όλοι οφείλουν να υπηρετούν τουλάχιστον 12 μήνες και μόνο στον Στρατό Ξηράς. Η Εθνοφυλακή χρειάζεται νέα αποστολή, νέα υψηλή τεχνολογία, εκπαίδευση και σαφές δόγμα. Τους εκπαιδεύσαμε αυτούς τους ανθρώπους να αμύνονται απέναντι σε drones; Τους εκπαιδεύσαμε να αναγνωρίζουν απειλές στον αέρα ή θα τους έχουμε σε σκοπιές και στατικές διαδικασίες που βλέπαμε τον προηγούμενο αιώνα;

Λέιζερ, HPM και η νέα φθηνή άμυνα

Οι πολεμικές συγκρούσεις των τελευταίων χρόνων ανέδειξαν τα μη επανδρωμένα συστήματα, ιδιαίτερα τα αεροχήματα, ως κυρίαρχα σε αρκετές πτυχές του σύγχρονου πεδίου μάχης. Αυτό σημαίνει ότι και η αντιμετώπιση επιθέσεων drone και μάλιστα μαζικών, όπως δείχνει ήδη το μέλλον, απαιτεί εντελώς νέα λογική και φιλοσοφία. Η παλιά συνταγή -ακριβά κατευθυνόμενα όπλα εναντίον κάθε απειλής- οδηγεί σε στρατηγική και οικονομική αιμορραγία, που μπορεί τελικά να αποβεί μοιραία. Χρειαζόμαστε συστήματα λέιζερ, HPM (High Power Microwave), προηγμένου ηλεκτρονικού πολέμου, παρεμβολών, spoofing, φθηνών αναχαιτιστών (σαν το Sting στην Ουκρανία) και ολοκληρωμένης άμυνας anti-drone.

Λύσεις όπως το Leonidas της αμερικανικής Epirus δείχνουν ήδη τον δρόμο: ένα σύστημα HPM που αχρηστεύει σμήνη drones με έναν μόνο ηλεκτρομαγνητικό παλμό, χωρίς πυρομαχικά, χωρίς κόστος ανά εμπλοκή, με αποθέματα που δεν εξαντλούνται ποτέ. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ανατροπή. Τα λέιζερ και τα HPM είναι φθηνά σε σχέση με όλες τις άλλες λύσεις αναχαίτισης: μία βολή δέσμης λέιζερ κοστίζει λίγα ευρώ ηλεκτρικής ενέργειας, ένας ηλεκτρομαγνητικός παλμός HPM κοστίζει ακόμη λιγότερο, την ώρα που ένας πύραυλος Patriot κοστίζει εκατομμύρια και ένας αναχαιτιστής μικρότερης κατηγορίας εκατοντάδες χιλιάδες. Όταν στην άλλη πλευρά υπάρχει επερχόμενο σμήνος Shahed των λίγων χιλιάδων δολαρίων το καθένα, η αριθμητική του πολέμου μιλάει από μόνη της. Όπως λέει και ο Κλαούζεβιτς, «τα πάντα στον πόλεμο είναι απλά, αλλά το απλούστερο πράγμα είναι και το πιο δύσκολο».

Η Ελλάδα πρέπει να παρακολουθήσει αυτή την τεχνολογική μετάβαση και εκεί που μπορεί να συμμετέχει σε αυτήν. Τα λέιζερ και τα HPM φυσικά δεν αποτελούν μοναδική λύση. Εντάσσονται σε πολυστρωματική άμυνα μαζί με τα πυροβόλα, τους αισθητήρες, τα νέας γενιάς βλήματα χαμηλού κόστους, τους παρεμβολείς. Η ουσία είναι ότι η κλίμακα κόστους ανά αναχαίτιση πρέπει να αλλάξει δραματικά, αλλιώς ο αμυνόμενος χάνει οικονομικά αυτό που κερδίζει τακτικά.

Η ελληνική αμυντική βιομηχανία στο κέντρο

Η ελληνική αμυντική βιομηχανία πρέπει να είναι παρούσα σε κάθε αγορά, σε κάθε πρόγραμμα και σε κάθε νέα επιχειρησιακή αρχιτεκτονική. Το 25% ελληνικής συμμετοχής που ζήτησε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας είναι θετικό ως αφετηρία, αλλά στόχος θα πρέπει να είναι στο μέλλον να αυξηθεί κι άλλο. Οφείλουμε να επιδιώξουμε πολύ υψηλότερα ποσοστά με ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και εγχώρια παραγωγή υποσυστημάτων.

Και ναι, οφείλουμε να προτιμάμε ελληνικά αμυντικά προϊόντα ακόμη κι όταν στην πρώτη τους εκδοχή υστερούν απέναντι σε ξένες λύσεις, αρκεί να καλύπτουν ένα σοβαρό επιχειρησιακό κατώφλι και να συνοδεύονται από καθαρό ενσωματωμένο σχέδιο βελτίωσης. Σε πόλεμο διαρκείας, εκείνο που παράγεις, υποστηρίζεις και εξελίσσεις στη χώρα σου μπορεί να αποδειχθεί στρατηγικά πολύτιμο, ακόμη και αν στα χαρτιά φαίνεται λιγότερο ικανό από το εισαγόμενο. Μπορεί τα τουρκικά όπλα να μην είναι ανάλογης ικανότητας και ποιότητας με τα αμερικανικά ή τα ευρωπαϊκά, φτιάχνονται όμως στην Τουρκία, σε ποσότητες που μόνοι οι Τούρκοι μπορούν να γνωρίζουν, συντηρούνται στην Τουρκία και σε καιρό πολέμου δεν θα τους αγγίξει (σημαντικά) κάποιο εμπάργκο.

Υπάρχει βέβαια μία προϋπόθεση: η ελληνική βιομηχανία οφείλει να στέκεται στο ύψος της αποστολής της. Να παράγει στην ώρα της, με τις συμφωνημένες προδιαγραφές, με συνέπεια, χωρίς να επιβαρύνει τα χρονοδιαγράμματα κανενός αμυντικού project και χωρίς να ζητά διαρκώς «προστασία» από τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς ανταπόδοση. Η απάντηση στις παλιές μας αδυναμίες πρέπει να πάψει να είναι η διαχρονική παραίτηση και αιώνια αποχή. Χρειάζεται πειθαρχημένη βιομηχανική ανασυγκρότηση με όρους πραγματικού έργου και παραδοτέων.

Η Πολεμική Αεροπορία

Αν υπάρχει Κλάδος στον οποίο η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έκανε ουσιαστικά βήματα, αυτός είναι η Πολεμική Αεροπορία. Τα Rafale, τα F-16 Viper και η δρομολόγηση των F-35 είναι τρεις κινήσεις που επανέφεραν την αεροπορική ισχύ στο κέντρο της αποτρεπτικής προσπάθειας. Η πρώτη φάση λοιπόν αφορούσε πλατφόρμες και ισορροπία. Η επόμενη φάση οφείλει να δείξει κάτι διαφορετικό, ότι η ισχύς αυτή αντέχει πραγματικά σε απαιτητική, ενδεχομένως παρατεταμένη, σύγκρουση, χωρίς να εξαντληθεί σε ελάχιστο χρόνο.

Κι εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο ερώτημα, πλήρως αποδεσμευμένο από τη συζήτηση για το επόμενο αεροσκάφος. Τα αποθέματα όπλων επαρκούν για τα αεροσκάφη που ήδη αγοράσαμε; Πόσες αποστολές κάνει ένα αεροσκάφος πριν μείνει χωρίς βλήματα; Διότι, αν σε μια αναμέτρηση αρχίσουμε να μετράμε με αγωνία κάθε βλήμα αέρος-αέρος, κάθε stand-off πυρομαχικό, κάθε αντιπλοϊκό πύραυλο, τότε έχουμε οικοδομήσει αεροπορική ισχύ πανίσχυρη στα χαρτιά αλλά περιορισμένη και βραχύβια στην πράξη. Τι να τα κάνουμε τα F-16 ή τα Rafale και στο μέλλον τα F-35 αν μπορούν να κάνουν μόνο δύο ή τρεις αποστολές πριν καθηλωθούν; Η εμπειρία της Ουκρανίας το απέδειξε αμείλικτα: οι σύγχρονες συγκρούσεις καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών, με ρυθμούς που σε καιρό ειρήνης αποφεύγαμε ακόμη και να φανταστούμε.

Η χώρα χρειάζεται «βάθος» οπλικών αποθεμάτων. Χρειάζεται επίσης όπλο ή μια οικογένεια όπλων που να γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στα ακριβά stand-off βλήματα και στις… iron bombs. Έναν low-cost πύραυλο cruise ή αντίστοιχο μέσο μακρού πλήγματος ή βαθιάς κρούσης χαμηλότερου κόστους από τους υπάρχοντες, κατά το δυνατόν ελληνικής σχεδίασης ή παραγωγής, σε μεγάλους αριθμούς. Μόνο έτσι η Πολεμική Αεροπορία αποκτά δυνατότητα να επιβάλει πλήγματα σε βάθος με τρόπο επαναλαμβανόμενο, χωρίς να νιώθει πως κάθε βολή κοστίζει μια μικρή περιουσία.

Στο ίδιο πνεύμα η ΠΑ οφείλει να χτιστεί ως ευρύτερο οικοσύστημα αεροπορικής ισχύος με τα επανδρωμένα αεροσκάφη στον πυρήνα και γύρω τους νέας γενιάς ΜΕΑΜ (Μη Επανδρωμένα Αεροχήματα Μάχης) και τα συνεργατικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη CCA-loyal wingman, περιφερόμενα πυρομαχικά μεγάλης εμβέλειας, αεροεκτοξευόμενα δολώματα επίσης νέας γενιάς, stand-in, και γενικά φθηνότερα, ημιαναλώσιμα μέσα. Χρειάζεται λύσεις ικανές να ανοίγουν διαδρόμους για τα μαχητικά της ΠΑ, να διασπούν τις αεράμυνες, να παραπλανούν τον εχθρό και να προκαλούν κατανάλωση εχθρικών αντιαεροπορικών πυραύλων, ενώ μειώνουν την έκθεση σε κίνδυνο των πολύτιμων μαχητικών μαζί με τους πιλότους μας.

Κάπου εδώ πρέπει να μιλήσουμε και για την προστασία αεροπορικών βάσεων. Η αεροπορική μας ισχύς μπορεί να καταστραφεί πριν καν απογειωθούν τα Rafale, τα Viper και τα F-35, εάν οι βάσεις, οι διάδρομοι, τα καταφύγια, οι αποθήκες καυσίμων και πυρομαχικών, τα ραντάρ δεχτούν συνδυασμένη επίθεση με διάφορα μέσα. Χρειαζόμαστε ένα νέο δόγμα άμυνας βάσεων με αισθητήρες 360 μοιρών, anti-UAS λύσεις σταθερές και κινητές, παρεμβολείς, φθηνούς αναχαιτιστές, πυροβόλα με πυρομαχικά κατάλληλα για τέτοιες αποστολές και σε επόμενη φάση λέιζερ και HPM. Επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε αεροσκάφη χωρίς όμως αντίστοιχη πρόβλεψη για την προστασία τους στο έδαφος απέναντι σε απειλές κλάσματος της αξίας τους, συνιστούν στρατηγικό λάθος.

Τέλος, είναι σημαντική η τεχνική και βιομηχανική υποστήριξη μέσα στην Ελλάδα. Πραγματική πολεμική αντοχή χωρίς εγχώρια συντήρηση για επισκευή, ανακατασκευή, έλεγχο υποσυστημάτων και λογισμικό παραμένει περισσότερο ευχή παρά ουσία. Κάθε σοβαρή χώρα προσπαθεί συστηματικά να μειώνει τις αμυντικές της εξαρτήσεις. Εδώ ακριβώς η ελληνική αμυντική βιομηχανία βρίσκει τον ρόλο της αποκτώντας δυνατότητες και υποστηρίζοντας πλήρως υποσυστήματα, λογισμικό, βοηθήματα αποστολής, αναβαθμίσεις και ηλεκτρονικά. Αυτό είναι πολύ πιο ρεαλιστικό και ουσιαστικό από σχεδιασμούς πλήρους αεροναυπηγικής αυτάρκειας. Αν μια ολόκληρη Ευρώπη δυσκολεύεται να φτιάξει ένα μαχητικό 6ης γενιάς, είναι μάλλον ουτοπικό, αν όχι παραπλανητικό, να ζητάμε να γίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα.

Το Πολεμικό Ναυτικό

Η Ελλάδα μας είναι, πριν και πάνω απ’ όλα, θαλάσσια χώρα με χαρακτήρα αρχιπελάγους, παράγοντες από τους οποίους απορρέει ανάγκη διασποράς δυνάμεων σε εκτεταμένο θαλάσσιο περιβάλλον με απαίτηση συνεχούς παρουσίας, επιτήρησης και αποτροπής. Η ναυτική ισχύς φαίνεται, τόσο όταν ασκείται όσο όμως και όταν απλώς υφίσταται, αλλά κυρίως, όταν υποχρεώνει τον αντίπαλο να υπολογίζει το κόστος κάθε κίνησής του. Αυτό ακριβώς ζήσαμε το καλοκαίρι του 2020, όπου το ΠΝ δοκιμάστηκε και κέρδισε.

Το Πολεμικό Ναυτικό υπήρξε διαχρονικά ένας από τους πιο αξιόπιστους πυλώνες της αποτροπής, επειδή έμαθε να λειτουργεί με επαγγελματισμό σε περιβάλλον όπου τα λάθη πληρώνονται με υψηλό τίμημα. Για πολλά χρόνια όμως γερνούσε μαζί με τα πλοία του, σηκώνοντας βάρη δυσανάλογα προς τα μέσα που διέθετε. Γι’ αυτό η επιλογή των φρεγατών FDI HN, για τις οποίες εξασφαλίστηκε δυνατότητα ταχείας παράδοσης, ήταν επιβεβλημένη, γιατί η Ελλάδα είχε ανάγκη από νέο σημείο αναφοράς, μια καινούρια μονάδα πρώτης γραμμής, ως τεχνολογική αφετηρία πάνω στην οποία θα ξαναχτίσει τη ναυτική της ισχύ. Χρειαζόταν και τον εκσυγχρονισμό των MEKO 200HN, ενώ τότε μπήκε σε συζήτηση το θέμα των κορβετών. Ήταν η στιγμή που όφειλε να εγκαταλείψει τη λογική «η ανανέωση μπορεί πάντα να περιμένει λίγο ακόμη».

Σήμερα γνωρίζουμε κάτι περισσότερο. Το σύγχρονο πολεμικό πλοίο επιχειρεί σε περιβάλλον γεμάτο νέες απειλές: drones, USV, επιθέσεις κορεσμού, περιφερόμενα πυρομαχικά, μαζική στοχοποίηση μέσω δικτύων αισθητήρων, φθηνά μέσα που επιδιώκουν να εξαντλήσουν τα ακριβά βλήματά μας. Είναι δηλαδή η ίδια λογική που προαναφέρθηκε: πλοίο που υποχρεώνεται να καταναλώνει τα ακριβά (και λίγα) βλήματα εναντίον φθηνών drones μπαίνει γρήγορα σε αρνητική στρατηγική εξίσωση. Το ΠΝ του αύριο χρειάζεται ισχυρότερη αεράμυνα σημείου, φθηνά μέσα αυτοπροστασίας, πυροβόλα με σύγχρονα προγραμματιζόμενα πυρομαχικά, ισχυρά μέσα ηλεκτρονικού πολέμου και σε επόμενη φάση, τις αντίστοιχες ναυτικές λύσεις λέιζερ και HPM.

Το Ναυτικό της επόμενης δεκαετίας χρειάζεται να σκεφτεί με όρους αριθμού φορέων ισχύος και όχι μόνο σε όρους εξαιρετικής ποιότητας λίγων μονάδων. Χρειαζόμαστε περισσότερες «πλώρες», δηλαδή φρεγάτες, υποβρύχια, κορβέτες, αλλά ταυτόχρονα μια ευρύτερη οικογένεια γύρω τους: οργανικά UAV, USV, UUV, λύσεις επιτήρησης, οικονομικότερα εργαλεία που πολλαπλασιάζουν την παρουσία της χώρας στην ΑΟΖ μας. Τα UAV επεκτείνουν το «αποτύπωμα» του πλοίου, υποστηρίζουν τη στοχοποίηση, προσφέρουν φθηνότερα «μάτια» μπροστά. Τα USV μπορούν στο μέλλον να λειτουργήσουν ως μέσα επιτήρησης, παραπλάνησης, ενδεχομένως επιθετικής χρήσης. Η Ελλάδα οφείλει να τα εντάξει στο ΠΝ ως μέρος της συνολικής ναυτικής αρχιτεκτονικής και όχι αποσπασματικά.

Εδώ υπάρχει ίσως και η μεγαλύτερη ευκαιρία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Η ναυπήγηση πλοίων έχει προφανές βιομηχανικό αποτύπωμα, καθώς γύρω της αναπτύσσεται ολόκληρο πλέγμα δυνατοτήτων από κατασκευές μέχρι λογισμικό, επικοινωνίες, ολοκλήρωση υποσυστημάτων, συντήρηση αισθητήρων, κατασκευή βοηθητικών μέσων, ανάπτυξη μη επανδρωμένων ναυτικών συστημάτων. Στα ναυτικά προγράμματα οφείλουμε να διεκδικήσουμε πολύ παραπάνω από 25% και το Πολεμικό Ναυτικό μπορεί πλέον να γίνει μοχλός αναγέννησης της εθνικής ναυπηγικής και αμυντικής βάσης.

Υπάρχει και κάτι ακόμα που αφορά ολόκληρο τον τρόπο σκέψης μας. Για πολλά χρόνια διατηρούσαμε τη βεβαιότητα πως σε μια σοβαρή αναμέτρηση ο πόλεμος θα εξελιχθεί γρήγορα και τα διακυβεύματα θα κριθούν σε σύντομο διάστημα. Το ελληνικό μοντέλο ήταν (ρητά ή άρρητα) μια σύντομη ένοπλη σύρραξη με τον αντίπαλο και μετά θα έρθουν «οι Μεγάλες Δυνάμεις» να μας χωρίσουν. Μπορεί πράγματι και να συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά μια σοβαρή χώρα δεν χτίζει Ναυτικό -ούτε κανέναν Κλάδο- πάνω στην «ευχή» ότι η κρίση θα λήξει πριν αρχίσει να μας πονάει. Οφείλει να σχεδιάζει τι θα συμβεί και για την περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης υψηλής έντασης, συνεχιζόμενων αποστολών, πολλαπλασιασμού απωλειών, μείωσης αποθεμάτων. Έχουμε πλάνο διαρκείας για το ΠΝ; Αυτό πρέπει να ρωτήσουμε. Και αν η απάντηση δεν μας αρέσει, τότε πρέπει να αλλάξουμε.

Τέλος, το ΠΝ του αύριο οφείλει να εγκαταλείψει την αντίληψη αυτόνομης δύναμης που απλώς επιχειρεί στη θάλασσα. Πρέπει να συνδέεται πλήρως με την Πολεμική Αεροπορία, τα επίγεια μέσα επιτήρησης, τα νησιά, τον «Θόλο» (ή την «Ασπίδα»), τα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου. Το ναυτικό πεδίο μάχης έπαψε να είναι μόνο ναυτικό, έγινε διακλαδικό, δικτυωμένο, πολυχωρικό. Όποιος το αγνοεί θα βρεθεί να ηττάται, όπως είδαμε να συμβαίνει με τον ρωσικό Στόλο της Μαύρης Θάλασσας.

Ο Στρατός Ξηράς

Ο χερσαίος πόλεμος ήταν πάντα ο χώρος όπου οι θεωρίες δοκιμάζονται σκληρά από την πραγματικότητα. Με όσα είδαμε πρώτα στην Αρμενία και αργότερα στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή με τη διάδοση των drones, περιπλανόμενα πυρομαχικά (loitering munitions), ψηφιακής στοχοποίησης, ο Στρατός Ξηράς του αύριο αφήνει τελείως πίσω τις λογικές του παρελθόντος. Η παρηγορητική (και πλέον ψευδής) ιδέα ότι αρκεί να αποκτήσουμε λίγα και καλά συστήματα (λίγα άρματα μάχης, λίγα πυροβόλα κ.ο.κ.) και το πρόβλημα λύνεται, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο Στρατός Ξηράς είναι, από τη φύση του, ο Κλάδος που απαιτεί όγκο, συνέχεια, ανθεκτικότητα και μια μεγάλη ανθρώπινη «δεξαμενή». Στο πεδίο πρέπει και να χτυπήσεις και να επιμείνεις, πρέπει να έχεις καλά όπλα και να τα διατηρείς σε λειτουργία. Ο ΣΞ του αύριο θα κριθεί από κάτι ευρύτερο, από το αν διαθέτει καλά άρματα ή πυροβολικό. Θα κριθεί από το αν λειτουργεί ως δικτυωμένη χερσαία δύναμη μεγάλης μαχητικής διάρκειας ικανή να βλέπει, να πλήττει, να κρύβεται, να αντέχει, να αναπληρώνει απώλειες, να προστατεύεται από drones, να φθείρει τον αντίπαλο με κόστος δυσανάλογο προς το δικό της.

Πρώτη μεγάλη συνέπεια είναι ότι ο στρατός χρειάζεται επειγόντως φθηνή, μαζική και εύκολα παραγόμενη ισχύ πυρός. Ο Ελληνικός Στρατός οφείλει να κινηθεί επιθετικά προς FPV drones, UCAV μικρής και μέσης κλίμακας, UGV, περιπλανόμενα  πυρομαχικά, οργανικά drones αναγνώρισης σε κάθε επίπεδο διοίκησης (ακόμη και στην Ομάδα Μάχης), συστήματα στοχοποίησης που επιτρέπουν ακόμη και σε διμοιρίες να «βλέπουν» καλύτερα, να αποκτούν πληρέστερη αντίληψη της κατάστασης, να αντιδρούν ταχύτερα, να πλήττουν ακριβέστερα. Κάθε κλιμάκιο πρέπει να έχει «μάτια» και δικά του μέσα προσβολής του εχθρού. Η εμπειρία του σύγχρονου πολέμου είναι ξεκάθαρη: τα drones έγιναν η καθημερινότητα του πεδίου μάχης, δεν είναι πλέον μια εξαίρεση.

Δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η άμυνα απέναντι στα drones του αντιπάλου. Ο ΕΣ οφείλει να ξεπεράσει τη λογική «μερικά εξειδικευμένα anti-drone συστήματα τοποθετημένα κάπου κεντρικά». Η counter-UAS λογική πρέπει να υπάρχει σε κάθε μονάδα, κάθε κρίσιμο κόμβο, κάθε σχηματισμό: παρεμβολείς, αισθητήρες εντοπισμού μικρών στόχων, φορητές λύσεις, τα κατάλληλα πυροβόλα, φθηνοί αναχαιτιστές και σταδιακά νέες τεχνολογίες. Πάνω απ’ όλα χρειαζόμαστε αλλαγή νοοτροπίας με εκπαίδευση και οργάνωση που θεωρούν δεδομένο ότι ο εχθρός παρακολουθεί συνεχώς από ψηλά.

Το τρίτο μείζον ζήτημα αφορά το πυροβολικό και τα έμμεσα πυρά. Η Ουκρανία κατέστησε σαφή μια αλήθεια, ότι ο πόλεμος επιμελητείας είναι και πόλεμος πυρών (ή το αντίστροφο). Η δικτυωμένη στοχοποίηση στερείται νοήματος, αν η δύναμη που βλέπει τον στόχο στερείται πυρομαχικών για να τον πλήξει γρήγορα, επαναλαμβανόμενα, σε διαφορετικά επίπεδα έντασης. Χρειαζόμαστε ποιοτική αναβάθμιση και ταυτόχρονα επάρκεια πυρομαχικών πυροβολικού, κατευθυνόμενων και μη. Γι’ αυτό και η αγορά των ισραηλινών SPIKE NLOS παλιότερα και των PULS πριν λίγες εβδομάδες είναι μια κίνηση στη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν πρέπει να είναι η μόνη.

Τέταρτο θέμα είναι η θητεία και η Εθνοφυλακή για το οποίο είναι ώρα για σοβαρή κουβέντα. Είναι παράλογο μια χώρα στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας να αντιμετωπίζει το έμψυχο δυναμικό ως «αβαρία». Μιλάμε για πόλεμο drones και χερσαίο πεδίο μάχης υψηλής τεχνολογίας, ενώ ταυτόχρονα διατηρούμε αντιλήψεις που εξαντλούν χρόνο και προσωπικό χωρίς καμία μαχητική αξία. Ώρα για απόφαση λοιπόν 12μηνης θητείας για όλους και μόνο στον Στρατό Ξηράς.

Πρέπει επίσης να κοιτάξουμε σοβαρά το μοντέλο Ισραήλ και Κύπρου. Στράτευση στα 18, αμέσως μετά το λύκειο, πριν ο νέος μπει στο πανεπιστήμιο ή στην αγορά εργασίας. Όχι στα 22 ή στα 25, όταν έχει ήδη χτίσει σπουδές, σχέσεις και επαγγελματικές υποχρεώσεις με τη θητεία να εξελίσσεται σε «διακοπή» στη ροή της ζωής του. Στα 18 ο νέος μπαίνει στις Ένοπλες Δυνάμεις στην πιο κατάλληλη φυσική και ψυχολογική στιγμή και η πολιτεία αποκτά πραγματική δεξαμενή προσωπικού που ανανεώνεται σταθερά. Αυτή η θητεία οφείλει να γίνει σε μονάδες μάχης, σε παραμεθόριο, σε νησιά, σε σχηματισμούς που πραγματικά θα πολεμήσουν αν χρειαστεί και όχι σε γραφεία, αποθήκες, στρατόπεδα του εσωτερικού. Αυτή είναι η λογική Ισραήλ και Κύπρου, που έχει αποδείξει τη χρησιμότητά της εδώ και δεκαετίες.

Η Εθνοφυλακή οφείλει να αποκτήσει πραγματική αποστολή: την επιτήρηση και προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων, τοπική αντίδραση, ενίσχυση ανθεκτικότητας σε νησιά και παραμεθόριες περιοχές ως μέρος της εθνικής αμυντικής αρχιτεκτονικής, παρά ως μια «υποχρέωση» του υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Στο ζήτημα αγοράς νέων τεθωρακισμένων και ΤΟΜΑ η θέση μου είναι σαφής: ο ΕΣ χρειάζεται ισχυρούς φορείς προστασίας, μεταφοράς, πυρών και ελιγμού, αναβαθμισμένα άρματα μάχης, σύγχρονα ΤΟΜΑ, οχήματα που προστατεύουν το προσωπικό. Το θέμα όμως μετατοπίζεται. Δεν αγοράζουμε ΤΟΜΑ απομονωμένα από όλα τα υπόλοιπα και το ερώτημα για το ποιο όχημα είναι πιο κατάλληλο εντάσσεται καλύτερα σε ένα πεδίο μάχης με drones, δικτυωμένο πυροβολικό και πόλεμο φθοράς μεγάλης διάρκειας. Η σύγχρονη απάντηση είναι ότι άρμα μάχης και ΤΟΜΑ συνεργάζονται οργανικά με αναγνωριστικά drones που τους δίνουν εικόνα μπροστά και πάνω, με loitering munitions που πλήττουν τις απειλές που εντοπίζουν, με anti-drone μέσα που τα προστατεύουν από ψηλά. Η σωστή ερώτηση δεν είναι «ΤΟΜΑ ή drones», είναι πόσα ΤΟΜΑ και πόσα drones παίρνω και πώς θα τα κάνω να δουλεύουν μαζί ως ενιαίο σύστημα μάχης.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και η νέα λογική της αεράμυνας

Αν ένα μάθημα επιβλήθηκε σκληρά τα τελευταία χρόνια, είναι ότι η αεράμυνα έπαψε να αποτελεί μια «υπόθεση» που επιδιώκεται στη βάση «λύσεων» λίγων εξειδικευμένων συστημάτων. Η συζήτηση για τον «νέο θόλο» ή την «Ασπίδα του Αχιλλέα» κινείται στη σωστή κατεύθυνση και είναι δίκαιο να αναγνωρίσουμε ότι ο Νίκος Δένδιας στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας έβαλε το ζήτημα εκεί που ανήκει, στον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής, παρά στο περιθώριο μιας συζήτησης -και- για αντιαεροπορικά μέσα.

Η Ελλάδα χρειάζεται πράγματι έναν «θόλο», που πρέπει όμως να στηριχθεί σε μέσα high-low mix: τα ακριβά για «ακριβές» απειλές (Patriot και David’s Sling για μαχητικά και βαλλιστικά όπλα, BARAK MX για πυραύλους cruise), ενώ οι μαζικές απειλές από συστήματα χαμηλού κόστους (τύπου Shaheds) πρέπει να αντιμετωπίζονται από οικονομικότερους effectors. Αυτό σημαίνει πυροβόλα με σύγχρονα πυρομαχικά, ρουκέτες κατευθυνόμενες με λέιζερ, χαμηλού κόστους αναχαιτιστές και συστήματα λέιζερ όπως το Iron Beam. Εδώ θα κριθεί αν φτιάξαμε κάτι που θα μπορεί να λειτουργεί επί μέρες και εβδομάδες χωρίς να τινάξει στον αέρα τους προϋπολογισμούς, αλλά και να μην μείνει η χώρα και οι υποδομές μας χωρίς προστασία.

Επιπλέον, πρέπει να εστιάσουμε ξανά στη διακλαδικότητα και μάλιστα στην πιο κρίσιμη μορφή της. Πώς εξασφαλίζουμε ότι ο αισθητήρας ενός συστήματος κάποιου κλάδου τροφοδοτεί έγκαιρα τον shooter της άλλης; Πώς βεβαιωνόμαστε ότι το IFF και το Link 16 λειτουργεί αξιόπιστα; Πώς αποτρέπουμε σενάρια όπου ένα φίλιο αεροσκάφος αντιμετωπίζεται ως άγνωστο ίχνος σε συνθήκες κορεσμού ή παρεμβολών; Πώς εξασφαλίζουμε ότι ο Patriot ή ένας ASTER 30 δεν θα χτυπήσει κάποιο ελληνικό Viper, επειδή η πληροφορία δεν πέρασε εγκαίρως ή επειδή οι Κλάδοι σκέφτονται ακόμη με διαφορετικές λογικές; Αν δεν υπάρχουν επαρκείς απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, τότε ό,τι χτίζεται είναι εκ προοιμίου αυτοπεριοριζόμενο. Η εθνική αεράμυνα είναι θέμα κοινής επιχειρησιακής κουλτούρας και συνεχούς συνεκπαίδευσης. Ο νέος πόλεμος τιμωρεί αμείλικτα την αποσπασματικότητα.

Κυβερνοπόλεμος, λογισμικό και η Ελλάδα σε καθεστώς εθνικής αντοχής

Αν η Αεράμυνα είναι το ορατό τείχος της νέας εποχής, ο κυβερνοπόλεμος και το λογισμικό είναι το αόρατο θεμέλιό της. Σήμερα όποιος ελέγχει τον κώδικα ελέγχει τη ροή της πληροφορίας, τη σύνθεση εικόνας μάχης, τη στοχοποίηση, την ταχύτητα αντίδρασης, την ανθεκτικότητα απέναντι σε κάθε είδους απειλή, κάτι που τελευταία ορθά πράττει το Υπουργείο. Για κάθε νέα αγορά, σε κάθε νέο πρόγραμμα, η Ελλάδα οφείλει να απαιτεί πρόσβαση σε κρίσιμο λογισμικό, να έχει δικαιώματα εξέλιξης, να ενσωματώνει ελληνικά modules και φυσικά να έχει 100% εγχώρια συντήρηση. Όποιος ελέγχει το λογισμικό, ελέγχει σε μεγάλο βαθμό την επιχειρησιακή ανεξαρτησία του χρήστη.

Από την άλλη, ο κυβερνοπόλεμος δεν αφορά μόνο στρατιωτικές υποδομές. Αφορά δίκτυα ενέργειας, επικοινωνίες, μεταφορές, data centers, logistics, εφοδιαστική αλυσίδα, τραπεζικά και πληροφοριακά συστήματα, δηλαδή κάθε κρίσιμο νεύρο του οργανισμού του κράτους. Η Εθνική Άμυνα οφείλει να πάψει να αντιμετωπίζει την κυβερνοασφάλεια ως τεχνικό κλάδο ειδικών που εργάζονται «κάπου αλλού» και χρειάζεται να την δει ως οργανικό πεδίο εθνικής ισχύος, όπου Κράτος, Ένοπλες Δυνάμεις, κρίσιμες υποδομές και ιδιωτικός τομέας συνδέονται πολύ στενά και άρρηκτα.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις του Αύριο προϋποθέτουν μια Ελλάδα του Αύριο που θα έχει αποδεχθεί κάτι βαθύ. Η Άμυνα παύει να είναι υπόθεση μόνο των Ενόπλων Δυνάμεων, πρέπει να γίνει υπόθεση του Κράτους στο σύνολό του και δεν μιλάω μόνο για τα Σώματα Ασφαλείας, αλλά της Οικονομίας, της Βιομηχανίας, της Ενέργειας, των πανεπιστημίων, των logistics, των υποδομών, της κοινωνικής αντοχής. Η χώρα χρειάζεται καθαρή Στρατηγική Εθνικής Αντοχής. Πώς θα προστατεύσει τις κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις; Πώς θα κρατήσει ανοιχτές τις γραμμές ανεφοδιασμού, χερσαίες, θαλάσσιες και αεροπορικές; Πώς θα κινητοποιήσει βιομηχανία, επιστήμη και ιδιωτικό τομέα σε καθεστώς κρίσης, ώστε να μην εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικές πηγές προμηθειών που ίσως αργήσουν ή αποδειχθούν ανεπαρκείς.

Το αληθινό εξοπλιστικό πρόγραμμα μιας χώρας είναι ακριβώς αυτό, παρά εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο σε καιρό ειρήνης. Είναι δηλαδή αυτό που μπορεί να κρατήσει το κράτος όρθιο όταν η σύγκρουση διαρκέσει. Και εδώ είναι ένας τομέας που έχουμε να μάθουμε από το αξιοθαύμαστο παράδειγμα της Ουκρανίας.

Πέρα από τις πλατφόρμες, πέρα από τις αγορές συστημάτων κι εντέλει πέρα από τις εντυπώσεις η χώρα οφείλει να χτίσει μια άμυνα που αντέχει. Μια Άμυνα που συνδέει Ένοπλες Δυνάμεις, κράτος, οικονομία και κοινωνία σε ενιαία αρχιτεκτονική. Μια Άμυνα που λέει στους γείτονες και στους εταίρους μας ότι η Ελλάδα είναι εδώ, είναι σοβαρή και έχει προετοιμαστεί όχι για τον πόλεμο που θέλαμε, αλλά για τον πόλεμο που δεν θέλουμε να έρθει.

«War is the realm of uncertainty; three quarters of the factors on which action is based are wrapped in a fog of greater or lesser uncertainty» Clausewitz.