Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συνεδριάζει με τους στενούς του συνεργάτες για να λάβει την «τελική απόφαση», σχετικά με την πρόοδο μιας συμφωνίας με το Ιράν. Έχουν προηγηθεί εντατικές διαπραγματεύσεις που στοχεύουν τουλάχιστον σε παράταση της εκεχειρίας κατά 60 ημέρες και έναρξη νέου γύρου συνομιλιών σχετικά με την ιρανική πυρηνική έρευνα.

Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, η προσωρινή συμφωνία θα προβλέπει την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, τον τερματισμό του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων και την έναρξη συζητήσεων για το ιρανικό απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου – βασική ανησυχία της Ουάσινγκτον, η οποία απαιτεί να δεσμευθεί η Τεχεράνη ότι “ποτέ δεν θα αναζητήσει πυρηνικά όπλα”.

Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς χαρακτήρισε τις διαπραγματεύσεις «ως επί το πλείστον ολοκληρωμένες», ενώ ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι το Ιράν «θέλει πολύ να κάνει συμφωνία», αλλά προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ δεν είναι ακόμη ικανοποιημένες. «Θα το κάνουμε σωστά ή θα τελειώσουμε τη δουλειά», τόνισε, εννοώντας ότι σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας θα ξαναρχίσουν οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί.

Η εξέλιξη προκαλεί εντάσεις εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Σκληροπυρηνικοί γερουσιαστές όπως οι Τεντ Κρουζ και Λίντσεϊ Γκράχαμ χαρακτηρίζουν αυτούς τους όρους «πολύ ήπιους», φοβούμενοι ότι δεν θα περιορίσουν επαρκώς το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και την περιφερειακή επιρροή της. Αντίθετα, η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι η διπλωματία, σε συνδυασμό με την στρατιωτική πίεση, αποτελεί την καλύτερη οδό για μακροπρόθεσμη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή.

Από την πλευρά του Ιράν, η ηγεσία της χώρας εμφανίζεται επιφυλακτική για την αμερικανική αξιοπιστία αλλά πρόθυμη να συνεχίσει τις συνομιλίες, ενώ η επαναλειτουργία του Στενού αναμένεται να ανακουφίσει τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.