Σε μελέτη του Ιουνίου 2026 με τίτλο “Anti‑Drone Warfare: The Platform Layer, Matching the solution to the problem– Why ULAQ USV is the Perfect Match to Maritime ADW”, το οποίο δημοσιεύθηκε στο site www.ulaq.global, ο απόστρατος Τούρκος Yποναύαρχος Hasan Özyurt, περιγράφει μια νέα πλήρη αρχιτεκτονική ναυτικού πολέμου. Όπου η πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης μετακινείται μακριά από τις φρεγάτες και περνά σε μικρά, οπλισμένα, μη επανδρωμένα και αναλώσιμα σκάφη, τα οποία λειτουργούν ως αισθητήρες και φορείς όπλων ενός ευρύτερου δικτύου.
Ο απόστρατος Τούρκος Ναύαρχος αναφέρεται κυρίως στα μη επανδρωμένα επιφανείας ULAQ που ήδη κατασκευάζονται στην χώρα του και ενσωματώνονται στο Ναυτικό της. Πρόκειται για μια οικογένεια σκαφών, που έχουν εξελιχθεί σε διάφορες εκδόσεις και με ποικιλία φορτίων, ώστε να αναλαμβάνουν και εξειδικευμένους ρόλους. Και προφανώς η Τουρκία, που εδώ και χρόνια περνά από τις πρώτες δοκιμές οπλισμένων USV σε όλο και πιο ώριμες εφαρμογές, επιχειρεί πλέον να δώσει στα μη επανδρωμένα σκάφη ρόλο οργανικού τμήματος μιας ναυτικής αλυσίδας εντοπισμού και εμπλοκής.

Τα δύο μη επανδρωμένα επιφανείας ως “ομάδα” αεράμυνας
Σύμφωνα με τη μελέτη που εστιάζει στην χρήση των σκαφών ως “αεράμυνας”, το ULAQ‑12 είναι ο κόμβος που βλέπει, αναγνωρίζει, συντονίζει και “πυροβολεί”. Έχει μήκος 12 μέτρα, ταχύτητα 35 κόμβων, ακτίνα 800 ναυτικών μιλίων και ωφέλιμο φορτίο τριών τόνων. Προβλέπεται να διαθέτει μικρό ραντάρ τεχνολογίας AESA με κάλυψη 360 μοιρών και εμβέλεια άνω των οκτώ χιλιομέτρων εναντίον μικρών στόχων, σταθεροποιημένο ηλεκτροοπτικό σύστημα ημέρας, υπέρυθρη κάμερα δύο φάσεων, αποστασιόμετρο και καταδείκτη λέιζερ.Δίπλα του κινείται το ULAQ‑11, σε αποκλειστικό ρόλο “πυροβολητή” Είναι απλούστερο, μικρότερο και φθηνότερο, χωρίς το ραντάρ AESA, με ελαφρύτερο ηλεκτροοπτικό φορτίο και τον ίδιο βασικό φόρτο βλημάτων. Οπότε ενα ULAQ‑12 μπορεί να δημιουργεί εικόνα στόχων και να κατανέμει εμπλοκές σε περισσότερα ULAQ‑11. Και σε ένα τέτοιο σύστημα δικτυωμένων μη επανδρωμένων, η ενός κόμβου δεν σημαίνει πλήρη κατάρρευση της μεταξύ τους επικοινωνίας.

Τα κύρια όπλα που προβλέπονται -εκτός από ελαφρύ πυροβόλο ή πολυβόλο – είναι οι κατευθυνόμενες με laser ρουκέτες Cirit και ο ελαφρύς αντιαεροπορικός πύραυλος Sungur (και τα δύο τουρκικής κατασκευής και σχεδίασης).
H Cirit προτείνεται ως οικονομικότερο όπλο εναντίον αργών UAV, ενώ ο Sungur αναλαμβάνει ταχύτερους στόχους και εμπλοκές όπου απαιτείται fire‑and‑forget, δηλαδή εξαπόλυση βλήματος και μετά αυτόνομη πορεία του. Η μελέτη υπολογίζει ότι μια ομάδα ULAQ μπορεί να κάνει 11 διαδοχικές εμπλοκές με Cirit και έως 25 με Sungur εναντίον αργού στόχου έως 185 χλμ./ώρα, μέχρι αυτός να βγει από την εμβέλεια των όπλων τους, με τις αντίστοιχες δυνατότητες να πέφτουν σε τέσσερις και επτά εμπλοκές αντίστοιχα, όταν η ταχύτητα του φτάσει τα 600 χλμ./ώρα (δηλαδή θα είναι πιθανά ένα αεροσκάφος με κινητήρα τζετ).

Ο Sungur αλλάζει το παιχνίδι – ο κυνηγός των USV γίνεται στόχος τους
Εδώ βρίσκεται το πιο επικίνδυνο σημείο για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Ο Sungur είναι αντιαεροπορικός πύραυλος μικρού βεληνεκούς, περίπου οκτώ χιλιομέτρων, με υπέρυθρο ερευνητή και ύψος εμπλοκής έως τέσσερα χιλιόμετρα. Η ίδια η κατασκευάστρια τον προορίζει για αεροσκάφη, UAV και ελικόπτερα. Οπότε ένα ULAQ οπλισμένο με Sungur παράγει μια νέα ζώνη αντιαεροπορικού κινδύνου.
Μέχρι σήμερα, όταν συζητάμε την αντιμετώπιση μικρών εχθρικών μη επανδρωμένων επιφανείας, ένα από τα πρώτα μέσα που έρχεται στο μυαλό είναι το ελικόπτερο MH‑60R. Αυτό μπορεί να κινηθεί γρήγορα μπροστά από ένα στολίσκο πλοίων, να χρησιμοποιήσει ραντάρ και ηλεκτροοπτικά, να αναγνωρίσει τον στόχο και να τον προσβάλει. Τα ελληνικά Romeo έχουν άλλωστε αποκτηθεί με ισχυρές δυνατότητες δικτύωσης και διαθέτουν οπλισμό με πυραύλους Hellfire. Όμως με την εμφανίση ULAQ σε ρόλο αεράμυνας, το ελικόπτερο, από διώκτης μη επανδρωμένων επιφανείας, γίνεται πλέον και στόχος τους!

Οι Ουκρανοί έχουν ήδη δείξει προς τα πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η εξέλιξη. Τα δικά τους μη επανδρωμένα επιφανείας τύπου Magura, ξεκίνησαν ως σκάφη αυτοκτονίας και μέσα σε ελάχιστο χρόνο βύθισαν ή έπληξαν ρωσικά πολεμικά, ανάγκασαν τον Στόλο της Μαύρης Θάλασσας να αλλάξει διάταξη και έφτασαν να επιχειρούν κοντά σε ρωσικές βάσεις. Η μεγαλύτερη επιτυχία τους δεν ήταν μόνο η καταστροφή πλοίων. Ήταν ότι ανάγκασαν έναν ισχυρό στόλο να αφιερώσει πλοία, αεροσκάφη και βάσεις στην αντιμετώπιση μιας νέας, φθηνής απειλής.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2024 η ουκρανική πλευρά ανακοίνωσε την πρώτη κατάρριψη ελικοπτέρων Mi‑8 από MAGURA V5, με προσαρμοσμένο επάνω του πύραυλο αέρος-αέρος R‑73. Τον Μάιο του 2025 ανακοίνώθηκε και η κατάρριψη μαχητικών Su‑30 πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα, κοντά στο Νοβοροσίσκ με ανάλογο φορτίο. Έτσι ένα μη επανδρωμένο επιφανείας (USV) από πλωτή “βόμβα” έγινε ένοπλη πλατφόρμα πολλαπλών ρόλων, ικανή να απειλήσει ακόμη και το εναέριο μέσο που στάλθηκε για να το καταστρέψει.

Πρώτα πρέπει να βλέπουμε και μετά να πυροβολούμε
Είναι δεδομένο πως η χώρα μας χρειάζεται -στο ναυτικό πεδίο που μιλάμε- περισσότερα όπλα για την καταστροφή USV, UAV και για την αντιμετώπιση επιθέσεων κορεσμού. Πριν από τα όπλα όμως υπάρχει ένα ακόμη πιο βασικό πρόβλημα. Για να καταστρέψεις ένα μικρό USV πρέπει πρώτα να το δεις έγκαιρα. Ένα χαμηλό, μικρό σκάφος χάνεται στον κυματισμό, μπλέκεται μέσα στην εμπορική και αλιευτική κίνηση και εκμεταλλεύεται νησιά και ακτές για να κρυφτεί. Άρα η ανάγκη για ραντάρ που διακρίνουν μικρούς στόχους μέσα στον θαλάσσιο θόρυβο, όπως δείχνουν και οι συζητήσεις για λύσεις τύπου Giraffe 1X, γίνεται πλέον κεντρική και όχι συμπληρωματική.
Οπότε το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται καλύτερα ραντάρ επιφανείας, ισχυρότερα ηλεκτροοπτικά, παθητικούς αισθητήρες και κυρίως πολλά δικά του μη επανδρωμένα αεροσκάφη, που θα πετούν συνεχώς γύρω και μπροστά από τα πλοία. Όχι ένα drone που απογειώνεται όταν έχει ήδη σημάνει συναγερμός, αλλά μόνιμη εναέρια παρουσία με εναλλαγή μέσων. Όταν το ένα επιστρέφει, το επόμενο πρέπει να έχει ήδη αναλάβει. Άρα η συζήτηση για ελληνικές λύσεις απέναντι σε USV και UAV πρέπει να ξεκινά από αυτή την εξωτερική ζώνη αποκάλυψης.

Ακόμη τα ελληνικά ναυτικά UAV (και τα ξηράς κ.ο.κ.) πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως τυπικές ιπτάμενες κάμερες. Πρέπει να είναι πλήρως ενσωματωμένα στο σύστημα μάχης του κάθε σκάφους, ώστε ότι ανιχνεύουν να εμφανίζεται αμέσως στην τακτική εικόνα και να μπορεί να περάσει κατευθείαν για στόχευση σε πυροβόλο ή σε άλλο όπλο.
Δυστυχώς, στα μη επανδρωμένα ελικοπτεράκια S‑100 που έχουν ήδη παραληφθεί για να υπηρετήσουν με τις φρεγάτες FDI, η πλήρης επιχειρησιακή ενσωμάτωση στο σύστημα διαχείρισης μάχης SETIS, με την έννοια του άμεσου track‑to‑fire, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Το θετικό είναι ότι η διαδρομή έχει ανοίξει. Οι νεότερες αναβαθμίσεις λογισμικού προβλέπουν την πλήρη ένταξη τους, με πρώτη εφαρμογή στη «Φορμίων» και στη συνέχεια στα υπόλοιπα πλοία.

Το MH‑60R δεν πρέπει να μπαίνει μόνο του στη ζώνη του Sungur
Το ελικόπτερο MH‑60R παραμένει εξαιρετικά πολύτιμο. Μπορεί να καλύψει γρήγορα μεγάλες αποστάσεις, να δημιουργήσει εικόνα πέρα από τον ορίζοντα και να πλήξει μικρούς στόχους επιφανείας με Hellfire. Δεν πρέπει όμως να είναι η μοναδική ή η πρώτη γραμμή αντιμετώπισης ενός δικτυωμένου σχηματισμού εχθρικών USV όπως τα ULAQ που αναφέραμε. Άλλωστε ο ανθυποβρυχιακός και αντιπλοϊκός ρόλος των ελικοπτέρων Romeo είναι ήδη κρίσιμος για τις δυνατότητες των FDI. Η συνεχής αποστολή τους μέσα σε πιθανές ζώνες εξαπόλυσης Sungur ή άλλων βλημάτων, θα ήταν ακριβώς η “ανταλλαγή” που θα ήθελε ο αντίπαλος.
Η σωστή αλυσίδα αντιμετώπισης είναι διαφορετική. Ένα UAV βρίσκει πρώτο το στόχο. Το σύστημα διαχείρισης μάχης συνδυάζει τα δεδομένα και επιβεβαιώνει. Το πλοίο ή άλλο κατανεμημένο όπλο πυροβολεί. Το ελικόπτερο MH‑60R θα μπαίνει στη μάχη όταν η τακτική κατάσταση το ευνοεί και όχι επειδή κανείς άλλος δεν μπορεί να δει τον στόχο. Έτσι το ελικόπτερο μπορεί να παραμείνει κυνηγός, χωρίς να υποχρεώνεται να κατεβαίνει χαμηλά και να πλησιάζει κάθε ύποπτο USV, κινδυνεύοντας με κατάρριψη.

Πυροβόλα και εξειδικευμένοι πύραυλοι – η μεσαία ζώνη που λείπει
Η πρώτη γραμμή αντιμετώπισης των UAV από τα πλοία του ναυτικού μας πρέπει να περιλαμβάνει τα πυροβόλα τους. Των 76 και 127 χιλιοστών, μαζί με τους τηλεχειριζόμενους σταθμούς 20 και 30 χιλιοστών, τα οποία βέβαια χρειάζονται σωστή τροφοδότηση δεδομένων, σύγχρονα πυρομαχικά, αυτόματη ανάθεση και δυνατότητα διαδοχικών εμπλοκών. Αν ο στόχος εντοπιστεί έγκαιρα από UAV και το ίχνος φτάσει απευθείας στο σύστημα διαχείρισης μάχης, το πυροβόλο μπορεί να ανοίξει πυρ πολύ γρήγορα. Αν ο εντοπισμός γίνει σε μικρή απόσταση, ακόμη και το καλύτερο σύστημα αυτοάμυνας θα πολεμά υπό ασφυκτική πίεση χρόνου.
Χρειάζεται όμως και ένα ενδιάμεσο…
H συνέχεια στο Naval Defence