Η πρόσφατη σύμφωνία για απόκτηση μαχητικών EF-2000 Eurofighter από την Τουρκία, τόσο από την κοινοπραξία παραγωγής (με 20 νέα αεροσκάφη έκδοσης Tranche 4), όσο και από διμερείς συμφωνίες για μεταχειρισμένα (24 Tranche 3A από το Ομάν και το Κατάρ), επανέφερε το ζήτημα της αξίας του ευρωμαχητικού, κυρίως ως προς το κόστος λειτουργίας του συγκριτικά με το αμερικανικό F-35. Το οποίο η Άγκυρα αρχικά είχε συμφωνήσει να προμηθευτεί, μετά εξεδιώχθη από τις ΗΠΑ από το σχετικό πρόγραμμα, και έως σήμερα επιμένει να επανέλθει…
Κι αυτό παρότι το Eurofighter θεωρείται ένα από τα κορυφαία μαχητικά αεροπορικής υπεροχής 4,5 γενιάς, το κόστος ανά ώρα πτήσης παραμένει αισθητά υψηλότερο από εκείνο του F-35A, δημιουργώντας σημαντικές επιπτώσεις στην αξιοποίηση του.
Σύμφωνα με στοιχεία αμερικανικών και ευρωπαϊκών αμυντικών φορέων, το κόστος πτήσης του Eurofighter κυμαίνεται μεταξύ 60.000 και 65.000 δολαρίων ανά ώρα, ενώ για το F-35A βρίσκεται μεταξύ 34.000 και 42.000 δολαρίων. Οπότε σε επίπεδο στόλου, η διαφορά μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Κύριος παράγοντας του αυξημένου κόστους του Eurofighter είναι η δικινητήρια σχεδίασή του. Οι δύο κινητήρες EJ200 προσφέρουν εξαιρετική αναλογία ώσης/βάρους, δυνατότητα supercruise και κορυφαίες επιδόσεις εναέριας μάχης, όμως αυξάνουν δραστικά την κατανάλωση καυσίμου και τις απαιτήσεις συντήρησης. Αντίθετα, το F-35A χρησιμοποιεί έναν μόνο κινητήρα Pratt & Whitney F135, μειώνοντας τις ανάγκες υποστήριξης και τον αριθμό εξαρτημάτων υψηλού κόστους.
Εξίσου σημαντικός είναι ο τρόπος οργάνωσης του προγράμματος Eurofighter. Η παραγωγή και η υποστήριξη κατανεμήθηκαν μεταξύ των τεσσάρων χωρών που το κατασκευάζουν συνεργατικά, με πολιτικά και όχι καθαρά βιομηχανικά κριτήρια. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολύπλοκο πλέγμα εφοδιαστικής υποστήριξης με πολλαπλά κέντρα αποφάσεων, διαφορετικές εθνικές διαδικασίες και αυξημένο κόστος συντονισμού.
Παράλληλα, η ύπαρξη διαφορετικών εκδόσεων και εθνικών διαμορφώσεων του Eurofighter αυξάνει περαιτέρω την πολυπλοκότητα της υποστήριξης. Το F-35, αν και επίσης ιδιαίτερα απαιτητικό σε συντήρηση, επωφελείται από μια ενιαία αρχιτεκτονική διαχείρισης μέσω της αμερικανικής υπηρεσίας Joint Program Office, που ελέγχει όλο το πρόγραμμα. Ενώ βέβαια το F-35 πλέον μπορεί να κάνει οικονομία κλίμακος καθώς κάθε έτος κατασκευάζονται κάπου 150 και έχουν ήδη παραδοθεί πάνω από 1.000 διεθνώς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόσφατη ελβετική αξιολόγηση αγοράς νέου μαχητικού, όπου το F-35A αναδείχθηκε ως η οικονομικότερη λύση σε κόστος κύκλου ζωής έναντι του Typhoon, του Rafale και του Super Hornet. Οι Ελβετοί διαπίστωσαν ότι το F-35 απαιτεί λιγότερες ώρες πτήσης για την επίτευξη αντίστοιχου επιπέδου εκπαίδευσης, χάρη στις προηγμένες δυνατότητες προσομοίωσης και ψηφιακής υποστήριξης. Βέβαια στην πορεία είδαν το αρχικό τίμημα αγοράς να ανεβαίνει σημαντικά…
Να τονίσουμε πως οι χρήστες του Eurofighter είναι λίγοι και συγκεκριμένοι: οι τέσσερεις χώρες που συμμετέχουν στην κοινοπραξία παραγωγής του (Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία), τέσσερα μέχρι στιγμής πετρελαιοπαράγωγα αραβικά κράτη, με τεράστιους αναλογικά προϋπολογισμούς αμύνης (Ομάν, Κατάρ, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία) και η Αυστρία. Το παράδειγμα της τελευταίας είναι το πλέον χαρακτηριστικό, καθώς αποτελεί μια ευρωπαϊκή χώρα, με ισορροπημένες οικονομικά αμυντικές δαπάνες και σχετική διαφάνεια στις πολιτικές και εξοπλιστικές της διαδικασίες.
Εκεί λοιπόν, η αγορά των Eurofighter είναι σαφώς δείγμα των προβλημάτων που “φέρει” μαζί του σε επίπεδο κόστους. Η Βιέννη αποφάσισε το 2002 να παραγγείλει 18, έκδοσης Tranche 1 από την κοινοπραξία Eurofighter έναντι 2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα αεροσκάφη θα αντικαθιστούσαν σε υπηρεσία τα σουηδικής προέλευσης Saab J35 Draken αλλά αμέσως, το υψηλό κόστος συντήρησης και ανάπτυξης της υποδομής υποστήριξης για τα νέα αεροσκάφη οδήγησε σε επάναδιαπραγμάτευση του συμβολαίου και περικοπή του αριθμού τους σε μόλις 15.
Η ιστορία δεν τέλειωσε εκεί. Εξελίξεις στο κόστος συντήρησης οδήγησαν σε νέο κύκλο διαπραγματεύσεων, που έκανε την κοινοπραξία να προτείνει την παραχώρηση μεταχειρισμένων μαχητικών έκδοσης Tranche 1. Το μέτρο λειτούργησε προσωρινά οδηγώντας σε γρήγορη παράδοση των πρώτων μαχητικών το 2007, αλλά μακροπρόθεσμα προκάλεσε πονοκέφαλο υποστηρικτικής μέριμνας, αφού τα αεροσκάφη έχουν μικροδιαφορές, ενώ η έκδοση Tranche 1 ξεπεράστηκε μόλις το επόμενο έτος (2008) από την Tranche 2, καθιστώντας την εύρεση εξειδικευμένων ανταλλακτικών δύσκολη καθώς περνούσαν τα χρόνια.
Έτσι το υψηλό λειτουργικό κόστος οδήγησε στην -σχεδόν κωμικής έμπνευσης- απαγόρευση πτήσεων περιπολίας εκτός από τις “ώρες ωραρίου” (08:00-16:00), ενώ περιόρισε σημαντικά και τις ώρες πτήσης για εκπαιδευτικούς λόγους. Τελικά το 2017, η αυστριακή κυβέρνηση κατέθεσε μήνυση κατά της Airbus για ελλειπείς πληροφορίες, υπερτιμολόγηση και διαφθορά, αξιώνοντας 1,1 δις ευρώ ως αποζημίωση.
Αν και η μήνυση δεν ευδοκίμησε, το πλέον πολυδάπανο και τρανταχτό εξοπλιστικό πρόγραμμα της Αυστρίας, ουσιαστικά απέτυχε. Τα 15 μαχητικά της Αυστρίας, λόγω έκδοσης δεν διαθέτουν ικανότητες βομβαρδισμού, έχουν περιορισμένες αέρος-αέρος και το κόστος αναβάθμισης τους είναι απλά υπέρογκο.
Η Τουρκία από την πλευρά της, πέρα από υποσχέσεις για “εθνικά μαχητικά 5ης γενιάς” και ρομποτικούς παραστάτες τους, προσέτρεξε στην προμήθεια δοκιμασμένων μαχητικών Eurofighter για να αντιμετωπίσει την ισχυροποίησης της ελληνικής Αεροπορίας με πλήρη επίγνωση όλων των παραπάνω ζητημάτων: της πολυπλοκότητας εισαγωγής νέου τύπου μαχητικού και το τιτάνιο κόστος αγοράς και υποστήριξης του Eurofighter. Μάλιστα, φιλοδοξεί να εντάξει δύο διαφορετικές εκδόσεις του μαχητικού (νέα και μεταχειρισμένα), τις οποίες κατά τα λεγόμενά της θα εξομοιώσει τεχνολογικά, προσθέτοντας και “εγχώριας ανάπτυξης” λύσεις οπλισμού.
Έτσι η Τουρκία αναλαμβάνει ένα μεγάλο ρίσκο που θα στοιχίσει σίγουρα αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια προκειμένου να υλοποιηθεί και κυρίως για να λειτουργήσει σε βάθος χρόνων. Κάτι που για εμάς, στον αντίποδα των εξοπλιστικών “επενδύσεων” της Άγκυρας, δεν είναι καθόλου κακό.