Σε μία κίνηση που προκαλεί έκπληξη και έντονες συζητήσεις εντός του ΝΑΤΟ, η Γερμανία εξετάζει την αγορά τουρκικών βαλλιστικών πυραύλων για να καλύψει το σημαντικό κενό μακρού πλήγματος, που άφησε η ακύρωση του αμερικανικού προγράμματος Tomahawk από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Christoph B. Schiltz στη γερμανική εφημερίδα Die Welt, το Βερολίνο βρίσκεται σε συνομιλίες με την Άγκυρα για την απόκτηση του Yildirimhan – του πρώτου διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου της Τουρκίας με βεληνεκές έως 6.000 χιλιόμετρα και ταχύτητες Mach 9-25 – καθώς και του Tayfun Block-4, ενός προηγμένου βαλλιστικού πυραύλου. Οι πρώτες παραδόσεις του Yildirimhan θα μπορούσαν να ξεκινήσουν ήδη από το 2028, ενώ το Tayfun θα ακολουθήσει λίγο αργότερα.
Η απόφαση αυτή έρχεται ως άμεση αντίδραση στην ακύρωση του σχεδίου ανάπτυξης αμερικανικών πυραύλων κρουζ Tomahawk, όπως και των εξελιγμένων πολυηχητικών Dark Eagle και των αντιαεροπορικών-αντιβαλλιστικών SM-6 στη Γερμανία. Το πρόγραμμα είχε συμφωνηθεί επί προεδρίας Μπάιντεν με τον Όλαφ Σολτς, ως απάντηση στη ρωσική απειλή από το Καλίνινγκραντ. Ο Τραμπ όμως, όχι μόνο μπλόκαρε τέτοια σχέδια, αλλά ανακοίνωσε την απόσυρση περίπου 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, δημιουργώντας κενό στην ευρωπαϊκή αποτροπή.
Το Βερολίνο εξετάζει δύο εναλλακτικές οδούς χρηματοδότησης για την πιθανή συνεργασία με την Τουρκία: είτε μια διμερή συμφωνία, είτε τη δημιουργία συμμαχίας «προθύμων» κρατών-μελών του ΝΑΤΟ για την προμήθεια και παραγωγή των συγκεκριμένων όπλων. Αντίθετα, δεν θα επιδιωχθεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω του ταμείου SAFE των 150 δισ. ευρώ, καθώς Ελλάδα και Κύπρος αναμένεται να ασκήσουν βέτο σε οποιαδήποτε διάθεση κονδυλίων υπέρ τουρκικών οπλικών συστημάτων.
Έτσι παρά τις πολιτικές και ιστορικές εντάσεις μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας, το Βερολίνο φαίνεται να προτάσσει τις πρακτικές ανάγκες ασφαλείας απέναντι στη Ρωσία. Ενώ πιθανές εξελίξεις στο όλο θέμα, μπορεί να ανακοινωθούν στην επερχόμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα τον Ιούλιο.