Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, συμμετείχε στο Europa-Forum Wachau ’26, με θέμα «European Security Architecture: From the End of Order to Joint Initiative», που πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστημιακό Campus της αυστριακής πόλης Κρεμς. Στις εργασίες του Φόρουμ συμμετείχαν, επίσης, η Υπουργός Άμυνας της Αυστρίας Klaudia Tanner και ο Υπουργός Άμυνας της Μολδαβίας Anatolie Nosatii.

Στην παρέμβαση του, ο κ. Δένδιας έκανε αναφορά στο πρόγραμμα αμυντικής χρηματοδότησης της Ε.Ε. SAFE και πως αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε νέο γύρο.

…Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, η PESCO, το πρόγραμμα Diana και το Ταμείο Καινοτομίας του ΝΑΤΟ αποτελούν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Επιτρέψτε μου, επίσης, να αναφερθώ στο SAFE, ένα χρηματοδοτικό μέσο που δημιουργήθηκε από την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Ευρώπης. Η επείγουσα ανάγκη υπό την οποία σχεδιάστηκε το SAFE οδήγησε σε λάθη. Και θα ήθελα να σας μιλήσω με ειλικρίνεια.

Αφήνει επίσης ανεπίλυτα διαρθρωτικά ζητήματα σχετικά με την Ευρώπη, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν τώρα. Οποιαδήποτε ερμηνεία του κανονισμού SAFE από ορισμένους εταίρους, η οποία συνεπάγεται την άνευ όρων χρηματοδότηση των αμυντικών βιομηχανιών εκείνων που μας απειλούν και προβάλλουν αξιώσεις εναντίον μας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάποια μορφή ουδετερότητας. Μια συνεκτική Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας προϋποθέτει μια κοινή αντίληψη των απειλών και τον πλήρη σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των κρατών-μελών. Και υπάρχει η αντίληψη ότι το SAFE αποτελείται από δωρεάν χρήματα, ότι κατά κάποιον τρόπο χάνουμε αν δεν τα ξοδέψουμε. Το SAFE, κυρίες και κύριοι, δεν είναι δωρεάν.

Πρόκειται για δάνειο, δηλαδή για δανεικά χρήματα. Και ενώ οι στόχοι του εργαλείου SAFE εντάσσονται στην ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής και τεχνολογικής βιομηχανικής βάσης, προκύπτουν σοβαρές πρακτικές ανησυχίες όσον αφορά το πλαίσιο εφαρμογής του. Ειδικότερα, η ανάγκη για ταχεία επέκταση των εθνικών αμυντικών βιομηχανικών δυνατοτήτων εντός ενός εξαιρετικά περιορισμένου χρονικού πλαισίου εφαρμογής δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τα κράτη-μέλη.

Θα σας δώσω μια πολύ σαφή εξήγηση εκτός κειμένου, για να καταλάβετε τι εννοώ. Με το SAFE, όπως έχει σχεδιαστεί σήμερα, οι συμφωνίες πρέπει να επιτευχθούν εντός του τρέχοντος έτους. Και ό,τι και αν παραγγείλουμε, πρέπει να το έχουμε παραλάβει μέχρι το 2030. Μπορείτε να μου πείτε, παρακαλώ, πόσο πιθανό είναι να δημιουργηθούν νέες γραμμές παραγωγής και νέα εργοστάσια στην Ευρώπη εντός αυτού του χρονικού πλαισίου;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι. Αν παραγγείλουμε ένα νέο υποβρύχιο αύριο, θα το παραλάβουμε σε 12 ή 15 χρόνια. Αλλά ακόμα και αν παραγγείλουμε ένα νέο άρμα μάχης, δεν θα το παραλάβουμε σε λιγότερο από 5 ή 6 χρόνια.

Έτσι, αυτό που κάνουμε, με βάση τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τον μηχανισμό SAFE, είναι να ξοδεύουμε χρήματα σε υπάρχοντα έργα, σε υπάρχουσες γραμμές παραγωγής και σε υπάρχουσες εταιρείες. Αυτό οδηγεί σε αύξηση της τιμής αυτού που παίρνουμε σε σχέση με αυτό που θέλαμε να κάνουμε. Για να το τοποθετήσουμε λοιπόν ξανά στο οικονομικό πλαίσιο, έχουμε ένα πρόβλημα στην πλευρά της προσφοράς, και αντί να διορθώσουμε το πρόβλημα αυτό, αυξάνουμε τη ζήτηση. Είναι εντελώς, εντελώς λάθος. Πρέπει λοιπόν να είμαστε πιο έξυπνοι. Πρέπει να είμαστε πιο έξυπνοι, πιο καινοτόμοι στον τρόπο που ξοδεύουμε τα χρήματά μας, στον τρόπο που προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε.

Και πρέπει να πω ότι το «SAFE 2» πρέπει να εξελιχθεί, καθώς έχουμε ήδη αρχίσει να συζητάμε. Ο κ. Kubilius βρισκόταν στην Αθήνα μόλις πριν από 2 ή 3 ημέρες, και εγώ άνοιξα τη συζήτηση. Πρέπει να εξελιχθούμε σε ένα πειθαρχημένο εργαλείο ενίσχυσης της κυριαρχικής ανθεκτικότητας. Επίσης, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις δημοσιονομικές επιπτώσεις. Πρέπει να διορθωθούν οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην άμυνα και την καθημερινή βιομηχανική απορρόφηση, καθώς και να αποφευχθούν οι γραφειοκρατικές καθυστερήσεις.

Οι αμυντικές δαπάνες, όταν σχεδιάζονται στρατηγικά, δεν αποτελούν εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη. Αποτελούν πηγή εξειδικευμένης απασχόλησης, βιομηχανικής τεχνογνωσίας και τεχνολογικής ικανότητας που ενισχύουν τόσο την ευημερία όσο και την ασφάλεια. Και έχουμε δει οικονομίες μεσαίου μεγέθους χωρών σε αυτόν τον κόσμο που έχουν αξιοποιήσει τις αμυντικές δαπάνες με αυτόν τον τρόπο. Οι χώρες που θα διαμορφώσουν τα επόμενα 30 χρόνια της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν θα είναι απαραίτητα εκείνες που δαπανούν επίσης τα περισσότερα σε απόλυτους όρους. Το να ρίχνουμε χρήματα στο πρόβλημα, δεν είναι σχεδόν ποτέ η λύση.

Αυτοί που θα κερδίσουν θα είναι εκείνοι που θα δαπανήσουν έξυπνα, επενδύοντας σε τεχνολογίες διπλής χρήσης, στην έρευνα και την καινοτομία, καθώς και στο ανθρώπινο δυναμικό που είναι ικανό να μετατρέψει την επιστημονική αριστεία σε επιχειρησιακό πλεονέκτημα.”