Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να εμπλακεί σε πόλεμο με το Ιράν από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, μια σύγκρουση που προς το παρόν είναι “παγωμένη”, αλλά μπορεί να ξαναξεκινήσει οποιαδήποτε στιγμή, συναντά τη μαζική αποδοκιμασία εντός ΗΠΑ.

Έτσι, δημοσκοπήσεις από το Μάρτιο έως τον Μάιο του 2026 δείχνουν ότι κάπου 60% των Αμερικανών πολιτών θεωρεί λανθασμένη την απόφαση για στρατιωτική εμπλοκή. Παράλληλα, η δημοτικότητα του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει καταρρεύσει, με το ποσοστό έγκρισης του να έχει πέσει στο ιστορικά χαμηλό του 37%, για τη δεύτερη θητεία του.

Σημαντικό μέρος για αυτή την αποδοκιμασία προέρχεται από το οικονομικό βάρος που έχει προκαλέσει η αύξηση των τιμών των καυσίμων. Σύμφωνα με έρευνα του Climate Solutions Lab του Πανεπιστημίου Brown, σε συνεργασία με το πρόγραμμα Costs of War, οι Αμερικανοί πολίτες έχουν ξοδέψει πάνω από 40 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιπλέον κόστος βενζίνης και ντίζελ από την έναρξη της σύγκρουσης. Σε αυτά πρέπει να προστεθεί και το κόστος του πολέμου, που εκτιμάται από το Πεντάγωνο σε κάπου 29 δις δολάρια, με σημαντικό μέρος δύσκολων στην αναπλήρωση πυρομαχικών να έχουν ξοδευθεί.

Οι ερευνητές του Brown τονίζουν πως κατά μέσο όρο, κάθε αμερικανικό νοικοκυριό έχει πληρώσει πάνω από 300 δολάρια παραπάνω στο πρατήριο και σε υψηλότερες τιμές βασικών αγαθών, καθώς το ντίζελ επηρεάζει άμεσα τις μεταφορές, τη ναυσιπλοΐα και την παραγωγή ενέργειας.

Το ποσό των 40 δις, όπως αναφέρει η μελέτη, είναι εντυπωσιακό σε συγκριτικό πλαίσιο: θα μπορούσε να καλύψει ολόκληρο το ομοσπονδιακό πρόγραμμα για την επισκευή και εκσυγχρονισμό πάνω από 10.200 γεφυρών, ξεπερνά το εκτιμώμενο κόστος πλήρους εκσυγχρονισμού του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας (31,5 δισ. δολάρια) ενώ ισοδυναμεί με το διπλάσιο των προγραμμάτων χρηματοδότησης της φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων και ηλεκτροκίνησης που προωθήθηκαν επί προεδρίας Μπάιντεν (18,9 δισ. δολάρια).

Έτσι αν και η κυβέρνηση Τραμπ απειλεί συνεχώς το Ιράν για “νέο γύρο” και “ισοπέδωση”, που όμως συνεχώς αναβάλλεται, είτε λόγω διαπραγματεύσεων, είτε λόγω παρέμβασης χωρών της Μέσης Ανατολής, αυτό πολύ πιθανά να σχετίζεται και με την λαϊκή δυσαρέσκεια εντός ΗΠΑ, για εμπλοκή σε ένα πόλεμο που λίγοι στηρίζουν και είναι πρόθυμοι να χρηματοδότησουν.