Για να καταλάβει κανείς το τεθωρακισμένο CV90, πρέπει να γυρίσει πίσω στο πρόβλημα που δημιούργησε το σοβιετικό BMP-1 στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Μέχρι τότε το όχημα μεταφοράς προσωπικού ήταν ουσιαστικά ένα τεθωρακισμένο “ταξί”: μετέφερε άνδρες κοντά στη γραμμή επαφής με τον εχθρό και έμενε μακρυά από τη μάχη. Το BMP-1 άλλαξε αυτή τη λογική, βάζοντας στον πύργο πυροβόλο 73 χιλιοστών και αντιαρματικό πύραυλο, ακολουθώντας τα άρματα σε κάθε εμπλοκή, ενώ ταυτόχρονα μετέφερε και μια ομάδα πεζικάριων.
Πίσω από όλα αυτά ήταν η σοβιετική σκέψη πως σε μια μοντέρνα σύγκρουση (μιλάμε βέβαια για αντιλήψεις Ψυχρού Πολέμου), το πεζικό θα κινείται σε περιβάλλον πυρηνικού και χημικού πολέμου, θα περνά ποτάμια εν κινήσει, οπότε θα χρειαζόταν προστασία συνεχώς πριν αποβιβαστεί, ενώ ταυτόχρονα το όχημα μεταφοράς πρέπει να συνεισφέρει στην επιθετική προσπάθεια που θα γινόταν με ταχύτατη αρματική προέλαση.

Η ιδέα ήταν επαναστατική, με σαφή όρια όμως. Το χαμηλό βάρος και η αμφίβια ικανότητα άφηναν την προστασία που προσέφερε το BMP-1 ισχνή, ενώ το πυροβόλο των 73 χιλιοστών δεν είχει καμία αποτελεσματικότητα σε κινούμενους στόχους. Το επόμενο μοντέλο, το BMP-2 διόρθωσε μέρος του προβλήματος με διθέσιο πύργο και αυτόματο πυροβόλο 30 χιλιοστών, αλλά η σοβιετική φιλοσοφία έμεινε αναλλοίωτη: μάζα φθηνών τεθωρακισμένων οχημάτων με υψηλή ταχύτητα αλλά και αποδοχή πως σε μια μηχανοκίνητη επίθεση οι μεγάλες απώλειες είναι δεδομενες.
Η αμερικανική απάντηση με το M2 Bradley πήρε διαφορετική κατεύθυνση. Σχεδιασμένο ως συνοδός των αρμάτων M1 Abrams, ήταν βαρύτερο από τα σοβιετικά οχήματα, διέθετε πυροβόλο 25 χιλιοστών και εκτοξευτή TOW, και αντανακλούσε τη δυτική έμφαση στην επιβίωση του πληρώματος. Κουβαλούσε όμως και τους συμβιβασμούς ενός αμερικανικού προγράμματος που ζήτησε από ένα μόνο όχημα να καλύψει πολλούς και διάφορους ρόλους, όπως μεταφορά πεζικού, αντιαρματική πλατφόρμα, αναγνώριση (σε συγγενική έκδοση) και συνοδεία αρμάτων.

Οι Σουηδοί από την πλευρά τους, αντιμετώπιζαν τον Ψυχρό Πόλεμο από διαφορετική οπτική. Στην Στοκχόλμη δεν ετοίμαζαν στρατό για μάχη στην κεντρική Ευρώπη και στο Fulda Gap, έναντι μιας αναμενόμενης μαζικής σοβιετικής εισβολής. Αλλά προετοιμάζονταν για άμυνα στο δικό τους έδαφος, με δάση, λίμνες, χιόνι και έλη, με στενούς οδικούς άξονες κίνησης και ελάχιστα περιθώρια ελιγμού. Οπότε το τεθωρακισμένο όχημα που ήθελαν έπρεπε να κινείται γρήγορα σε δύσβατο έδαφος, να έχει χαμηλή ηλεκτρομαγνητική και θερμική υπογραφή, να συντηρείται από κληρωτούς (το γνωστό σουηδικό μοντέλο) και να χτυπά σε δευτερόλεπτα από την εμφάνιση του στόχου. Αυτό το περιβάλλον εξηγεί γιατί το σουηδικό CV90 δεν αντιγράφει ούτε το BMP ούτε το Bradley, είναι δημιουργία μιας ουδέτερης χώρας που περίμενε εισβολή στο σπίτι της και σχεδίασε το καλύτερο.
Ένα σχέδιο με αποθέματα εξέλιξης
Το πρόγραμμα Stridsfordon 90 ξεκίνησε στη δεκαετία του ’80 από συνεργασία της σουηδικής αμυντικής βιομηχανίας με τον στρατό: η Hägglunds ανέλαβε το κύτος, η Bofors το κύριο όπλο. Η επιλογή πυροβόλου 40 χιλιοστών Bofors στην αρχική έκδοση CV9040 λέει πολλά για τη σουηδική λογική. Εκεί όπου άλλοι θεώρησαν επαρκή τα 25 ή 30 χιλιοστά, η Σουηδία ζήτησε βαρύτερο βλήμα με μεγαλύτερη φονικότητα σε λιγότερες βολές καθώς το δασικό περιβάλλον επέβαλλε σύντομες εμπλοκές και αλλαγή θέσης πριν αντιδράσουν το εχθρικό πυροβολικό και τα αντιαρματικά.

Το CV90 ξεχώρισε επειδή ισορρόπησε ισχύ πυρός, κινητικότητα και επιβίωση με τρόπο που επέτρεψε συνεχή εξέλιξη χωρίς ανατροπή της βασικής σχεδίασης. Η διάταξη είναι κλασική για ΤΟΜΑ: κινητήρας εμπρός, διαμέρισμα ομάδας 7 έως 8 ατόμων στο πίσω μέρος, τριμελές πλήρωμα με οδηγό, αρχηγό και πυροβολητή, αποβίβαση από οπίσθια ράμπα. Το όλο σχέδιο είχε επαρκή εσωτερικό χώρο, καλή κατανομή βάρους και περιθώριο για μελλοντικές αναβαθμίσεις, κάτι που αποδείχθηκε “χρυσός” στα επόμενα χρόνια. Από τους 23 τόνους των πρώτων εκδόσεων η οικογένεια των ίδιων οχημάτων έφτασε στους 38 τόνους του μοντέλου MkIV χωρίς να χάσει την ταυτότητά της, ενώ λίγα τεθωρακισμένα οχήματα της ίδιας γενιάς άντεξαν παρόμοια πορεία.
Η οικογένεια μεγάλωσε γρήγορα μέσα από εξαγωγικές εκδόσεις. Η Σουηδία κράτησε το CV9040, άλλες χώρες προτίμησαν το CV9030 με πυροβόλο 30 χιλιοστών ή το CV9035 με Bushmaster III 35 χιλιοστών. Φινλανδία, Νορβηγία, Δανία, Ολλανδία, Ελβετία και Εσθονία προστέθηκαν σταδιακά στους χρήστες, ακολούθησαν Τσεχία, Σλοβακία και η Ουκρανία — έτσι χτίστηκε ένα από τα ισχυρότερα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα ΤΟΜΑ, με κοινή βάση ανταλλακτικών, αναβαθμίσεις και βιομηχανική συνέχεια.
Ταυτόχρονα αναπτύχθηκαν εκδόσεις διοίκησης, αναγνώρισης, παρατήρησης πυροβολικού, περισυλλογής, μηχανικού και υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένης της CV90120 με πυροβόλο 120 χιλιοστών και της Armadillo χωρίς καν πύργο. Στον στάνταρ οπλισμό υπάρχει πολυβόλο 7,62 χιλιοστών, εκτοξευτές καπνογόνων, ενώ η βασική θωράκιση αντέχει βλήματα 30 χιλιοστών στο εμπρόσθιο τόξο.

Στο ζήτημα της ισχύος πυρός, η ευελιξία του CV90 να φιλοξενεί διαφορετικά πυροβόλα και πύργους χωρίς να χάνει τη φιλοσοφία του είναι πλεονέκτημα. Το πυροβόλο 35 χιλιοστών στις σημερινές εξαγωγικές εκδόσεις είναι η καλύτερη ισορροπία — μεγαλύτερη ενέργεια βλήματος από τα 30 χιλιοστά, καλύτερη απόδοση απέναντι σε νεότερα ΤΟΜΑ, ταυτόχρονα λογικότερος φόρτος πυρομαχικών από τα 40 χιλιοστά και ευκολότερη ένταξη σε σύγχρονους πύργους με συνύπαρξη με αντιαρματικά βλήματα και ενεργητική προστασία. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη διαμόρφωση CV9035.
Το MkIV και η εποχή των κόμβων μάχης
Η μετάβαση στο CV90 MkIV είναι το μεγαλύτερο βήμα της οικογένειας μετά την αρχική είσοδο σε υπηρεσία. Νέος κινητήρας Scania 1.000 ίππων, αναβαθμισμένη μετάδοση X300 και μικτό βάρος 38 τόνων, ενώ έχει προστεθεί και εκτοξευτής αντιαρματικών πυραύλων Spike LR. To κρίσιμο σημείο όμως είναι το πρόσθετο ωφέλιμο φορτίο, που επιτρέπει στο όχημα να σηκώσει προηγμένη θωράκιση, ηλεκτρονικά και συστήματα αυτοπροστασίας. Ένα ΤΟΜΑ που αγοράζεται σήμερα πρέπει να έχει χώρο για συστήματα κατά drone, νέες επικοινωνίες, παρεμβολείς και άλλες ενεργητικές ή παθητικές μεθόδους προστασίας που ίσως μπουν σε υπηρεσία τα επόμενα χρόνια.

Η ηλεκτρονική αρχιτεκτονική του MkIV είναι το λιγότερο εντυπωσιακό και ταυτόχρονα το πιο ουσιαστικό κομμάτι της αναβάθμισης. Το όχημα λειτουργεί πλέον ως κόμβος μάχης που βλέπει στόχους νύχτα, παίρνει εικόνα από άλλα μέσα, μεταδίδει δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και συνεργάζεται με μη επανδρωμένα συστήματα. Ο αρχηγός διαθέτει ανεξάρτητο σκοπευτικό με άμεση μεταβίβαση στόχου στον πυροβολητή, ο πυροβολητής εργάζεται με σταθεροποιημένο σύστημα ελέγχου πυρός υψηλής πιθανότητας πρώτου πλήγματος και ο οδηγός έχει εικόνα 360 μοιρών με προειδοποίηση απειλής. Το σύστημα ενεργητικής προστασίας Iron Fist που παρουσιάστηκε για το MkIV προσθέτει ένα ακόμα στρώμα επιβίωσης απέναντι σε ρουκέτες και αντιαρματικά μέσα, στοιχείο κρίσιμο σε ένα πεδίο μάχης όπου η θωράκιση από μόνη της έπαψε εδώ και καιρό να αρκεί.
Η Ουκρανία ως απόδειξη
Η πολεμική εμπειρία του CV90 ξεκίνησε πριν από την Ουκρανία, με σουηδικά οχήματα στη Λιβερία και νορβηγικά CV9030 μαζί με δανεζικά CV9035 στο Αφγανιστάν. Το Αφγανιστάν όμως ήταν ασύμμετρος πόλεμος με το όχημα να κινδυνεύει κυρίως από απλές αντιαρματικές ρουκέτες και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και νάρκες. Στην Ουκρανία η εικόνα άλλαξε δραματικά με συμμετοχή πυροβολικού, επιθετικών drones, με μεγάλα ναρκοπέδια και ισχυρά τεθωρακισμένα από την ρωσική πλευρά.

Η Σουηδία παρέδωσε 50 CV90C στην Ουκρανία και αυτά μπήκαν αμέσως σε μάχες. Υπήρξαν άμεσα απώλειες οχημάτων, όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιο περιβάλλον. Η συνολική εκτίμηση ήταν ωστόσο σαφώς θετική ως προς την προστασία, την ευκινησία και την ισχύ πυρός του τύπου και η σουηδική κυβέρνηση ανέφερε δημόσια ότι το CV90 έχει σώσει ζωές σε άμεσα πλήγματα. Αυτή είναι η πραγματική αξία ενός ΤΟΜΑ: μετριέται όταν χτυπηθεί, και κρίνεται από το αν το πλήρωμα και η ομάδα μάχης βγουν ζωντανοί.
Η Ουκρανία ανέδειξε επίσης κάτι βαθύτερο για τη φιλοσοφία του βαρέος ΤΟΜΑ. Τα ελαφρά οχήματα έχουν τη θέση τους σε μεταφορές, περιπολίες και δευτερεύουσες αποστολές. Στην πρώτη γραμμή όμως ενός πεδίου κορεσμένου από αισθητήρες και πυρά, απαιτείται όχημα που αντέχει θραύσματα, πολυβόλα, πυρά πυροβόλων μικρού διαμετρήματος και κρουστικά κύματα από νάρκες, και να απαντά αμέσως με το δικό του αποδοτικό πυρ. Παράλληλα φάνηκαν και τα όρια: το CV90 μπορεί να χαθεί αν σταλεί μόνο του σε ναρκοπέδιο ή αν ακινητοποιηθεί από σμήνος drones χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη μικρής ακτίνας. Αυτό δεν είναι αδυναμία του οχήματος αλλά υπενθύμιση ότι κανένα ΤΟΜΑ δεν μπορεί να πολεμά απομονωμένο.

Η πολεμική χρήση είχε άμεσα βιομηχανικά αποτελέσματα. Σουηδία, Δανία και Ολλανδία κινήθηκαν με νέες παραγγελίες με στόχο και την τροφοδοσία της Ουκρανίας. Το CV90 έπαψε να είναι όχημα που δωρίζεται από αποθέματα — μπήκε σε νέο παραγωγικό κύκλο επειδή η Ευρώπη ξαναθυμήθηκε τι σημαίνει βαριά μηχανοκίνηση.
Η σημερινή κοινότητα χρηστών με δέκα κράτη (Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Εσθονία, Φινλανδία, Ελβετία, Ολλανδία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουκρανία) και περίπου 2.100 παραγγελθέντα οχήματα σε 17 εκδόσεις το έχει κάνει το πιο καλοπουλημένο σύγχρονο ΤΟΜΑ στην Ευρώπη. Και δίνει στο σύστημα κρίσιμη μάζα για αναβαθμίσεις, ανταλλακτικά και ανταλλαγή επιχειρησιακής εμπειρίας. Σε έναν ευρωπαϊκό στρατό αυτό μετράει πολύ βαρύτερα από όσο φαίνεται μιας και η αγορά τεθωρακισμένου οχήματος δεσμεύει τον χρήστη για τριάντα ή σαράντα χρόνια, και όσο μεγαλύτερη η κοινότητα γύρω του, τόσο μικρότερος ο κίνδυνος τεχνικής και βιομηχανικής απομόνωσης.
Η χρησιμότητα στην Ελλάδα
Η έκδοση που θα ταίριαζε περισσότερο στην Ελλάδα είναι η CV9035 MkIV: πήγμα MkIV, πύργος D-series, πυροβόλο Bushmaster III 35 χιλιοστών, οργανικοί αντιαρματικοί πύραυλοι Spike και ενεργητική προστασία.

Το ζήτημα όμως ξεπερνά την αντικατάσταση παλαιού υλικού, είναι αλλαγή ποιότητας στο μηχανοκίνητο πεζικό. Ο Ελληνικός Στρατός διαθέτει άρματα υψηλής αξίας (τα Leopard 2A6 αλλά και τα 2Α4) που χρειάζονται πεζικό ικανό να τα ακολουθεί σε εμπλοκή, και ένα CV9035 MkIV θα έδινε αυτήν τη δυνατότητα, παρέχοντας προστασία, ισχύ πυρός, αντιαρματική διάσταση και ψηφιακή συμμετοχή στη μάχη, πολύ διαφορετικά ζητήματα δηλαδή από την μεταφορά προσωπικού στη γραμμή επαφής.
Εξίσου κρίσιμο είναι το βιομηχανικό σκέλος. Μια αγορά χωρίς ελληνική συμμετοχή θα ήταν απλή εισαγωγή ακριβού εξοπλισμού. Μια σωστά δομημένη συμφωνία μπορεί να φέρει εγχώριο έργο σε ηλεκτρονικά, επικοινωνίες, καλωδιώσεις, δομικά μέρη και συντήρηση κύκλου ζωής. Η Ελλάδα χρειάζεται εγχώρια ικανότητα συντήρησης και αναβάθμισης, με αποθέματα ανταλλακτικών και εκπαιδευμένους τεχνικούς που θα επισκευάζουν βλάβες χωρίς αναμονές από το εξωτερικό. Το μάθημα της Ουκρανίας είναι ξεκάθαρο, στον πόλεμο μετράει πόσα οχήματα επιστρέφουν στη μάχη μετά από πλήγμα, όχι πόσα παραδόθηκαν αρχικά.
Το CV90 έχει βέβαια ισχυρούς ανταγωνιστές όπως το γερμανικό Lynx KF41, το γαλλικό Philoctetes. Αυτό που έχει το σουηδικό όχημα και σπανίζει είναι ο συνδυασμός μακράς εξέλιξης, μεγάλης κοινότητας χρηστών, αποδεδειγμένης πολεμικής χρήσης και νέας έκδοσης που παραγγέλνεται ήδη από στρατούς με υψηλές απαιτήσεις. Οπότε αν η Ελλάδα ψάχνει πραγματικό ΤΟΜΑ και όχι ένα ακόμα θωρακισμένο ταξί, το CV90 ανήκει στις λύσεις που αξίζουν σοβαρή εξέταση.
