Η αμερικανική General Atomics Aeronautical Systems (GA-ASI) περνά στην επόμενη γενιά μη επανδρωμένων αεροσκαφών με το Wildfire, ένα νέο μέσου ύψους πτήσης μεγάλης αυτονομίας – MALE (Medium-Altitude, Long-Endurance) ΜΕΑΜ που προορίζεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός πολύ διαφορετικού πεδίου μάχης από εκείνο στο οποίο σχεδιάστηκε ο MQ-9A Reaper.
Η αποκάλυψη έρχεται καθώς το Πεντάγωνο αναζητά μια νέα κατηγορία μη επανδρωμένων αεροσκαφών που θα είναι οικονομικότερα, σπονδυλωτά, μπορούν να παραχθούν ταχύτερα και κυρίως σε μεγάλους αριθμούς ώστε οι απώλειες να είναι επιχειρησιακά διαχειρίσιμες, όπως όμως και οι προϋπολογισμοί.
Η ανάγκη αυτή έγινε ιδιαίτερα έντονη μετά τις σημαντικές απώλειες MQ-9 σε επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν και των Χούθι. Η παραγωγή του MQ-9A έχει πλέον σταματήσει και η αμερικανική Αεροπορία αντιμετωπίζει μείωση του διαθέσιμου στόλου. Σύμφωνα με στοιχεία ο αριθμός των MQ-9A είχε μειωθεί από 231 τον Οκτώβριο του 2024 σε 165 τον ίδιο μήνα το 2025, και σε περίπου 135 το Μάιο του 2026.
Από το Reaper σε ένα ΜΕΑΜ για πόλεμο υψηλής έντασης
Το MQ-9A σχεδιάστηκε αρχικά ως ένα σύστημα συλλογής πληροφοριών/κρούσης πολύ μεγάλης αυτονομίας με ικανότητα παραμονής στην περιοχή ενδιαφέροντος για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα: περισσότερες από 27 ώρες, πετώντας με περίπου 240 κόμβους, με επιχειρησιακή οροφή 50.000 πόδια και ωφέλιμο φορτίο 3.850 λιβρών.
Το Wildfire όμως επιχειρεί να αλλάξει αυτή τη φιλοσοφία. Αντί για ένα σχετικά ακριβό και εξειδικευμένο αεροσκάφος που πρέπει να προστατεύεται από τις απειλές, η GA-ASI μιλά για ένα σύστημα που θα μπορεί να παράγεται σε μεγάλη κλίμακα, να είναι εύκολα αναδιαμορφώσιμο, να μεταφέρει πολλά διαφορετικά φορτία και να αναλαμβάνει αποστολές σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις.
Έτσι ως στόχοι ορίζονται η εμβέλεια μετακίνησης από τοποθεσία σε τοποθεσία (ferry range) τάξης των 10.000 ναυτικών μιλίων, δυνατότητα μεταφοράς έως και τεσσάρων πυραύλων ναυτικής κρούσης AGM-158C LRASM, έλεγχο έως και 100 αεροσκαφών σε ημι-αυτόνομη λειτουργία και ενοποίηση των δεδομένων τους σε ένα κοινό επιχειρησιακό περιβάλλον. Οπότε οι παραπάνω απαιτήσεις δεν υπερβαίνουν απλά την κλασική αποστολή του Reaper αλλά την ανατρέπουν πλήρως.

Το πρόγραμμα Massed Modular Aircraft
Το Wildfire εμφανίζεται στο πλαίσιο του προγράμματος Massed Modular Aircraft (MMA) της αμερικανικής Defense Innovation Unit (DIU). Να θυμίσουμε ότι η τελευταία, ως Μονάδα Αμυντικής Καινοτομίας, (ή Μονάδα Χ) είναι ένας οργανισμός του υπουργείου Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών που ιδρύθηκε για να βοηθήσει τον στρατό να κάνει ταχύτερη χρήση των αναδυόμενων εμπορικών τεχνολογιών.
Η DIU αναζητά ένα ΜΕΑΜ που θα μπορεί να επιχειρεί σε μεγάλους αριθμούς και ο στόλος του να «απορροφά» απώλειες χωρίς να προκαλεί δυσανάλογο οικονομικό κόστος. Η λογική είναι ότι σε έναν πόλεμο εναντίον ισοδύναμου ή σχεδόν ισοδύναμου αντιπάλου (near pear opponent), η προσέγγιση των «λίγων και πανάκριβων» αεροσκαφών είναι δύσκολο να διατηρηθεί.
Οι απαιτήσεις της DIU περιλαμβάνουν τουλάχιστον 2.800 λίβρες ωφέλιμου φορτίου, ακτίνα μάχης (δηλαδή προς και από τον στόχο/περιοχή ενδιαφέροντος) τουλάχιστον 2.300 ναυτικών μιλίων με φορτίο, δυνατότητα αυτόνομης ανάπτυξης για τουλάχιστον 8.000 ναυτικά μίλια, ταχύτητα τουλάχιστον 200 κόμβους και επιχειρήσεις από διαδρόμους μήκους έως 6.000 ποδών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απαίτηση για MOSA (Modular Open Systems Architecture), δηλαδή ανοικτή, σπονδυλωτή αρχιτεκτονική ώστε αισθητήρες, όπλα και άλλα υποσυστήματα να μπορούν να αντικαθίστανται ή να αναβαθμίζονται χωρίς επανασχεδιασμό ολόκληρου του αεροσκάφους.
Όχι απλά ένα νέο Reaper
Η General Atomics επιμένει ότι το Wildfire δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως «Reaper replacement». Η εταιρεία θεωρεί ότι η νέα πραγματικότητα απαιτεί ένα πολύ πιο ευέλικτο σύστημα, με μεγαλύτερη εμβέλεια, δυνατότητα μεταφοράς βαρέων όπλων και λειτουργία σε δικτυωμένο περιβάλλον, κάτι που είναι σημαντικό και από τεχνική άποψη. Το ΜΕΑΜ δεν θα αποτελεί πλέον απλώς έναν αισθητήρα με όπλα, αλλά έναν κόμβο ενός ευρύτερου δικτύου μάχης.

Οπότε ένα σμήνος Wildfire (με αριθμό μονάδων από μερικές δεκάδες έως και εκατοντάδες) θα μπορούσε θεωρητικά να συγκεντρώνει δεδομένα από πολλαπλές πλατφόρμες, να τα αναμεταδίδει σε άλλα αεροσκάφη και κέντρα διοίκησης και να εκτελεί αποστολές με διαφορετικούς συνδυασμούς αισθητήρων και όπλων.
Η απαίτηση για δυνατότητα ελέγχου πολλών αεροσκαφών από έναν χειριστή υποδηλώνει επίσης ότι η αυτονομία επιχειρήσεων και η τεχνητή νοημοσύνη θα αποτελέσουν βασικό στοιχείο της φιλοσοφίας του Wildfire.
Δυνατότητα μεταφοράς πυραύλων LRASM
Ο AGM-158C LARSM είναι ένα βαρύ, μεγάλης εμβέλειας αντιπλοϊκό/stand-off όπλο. Εάν το Wildfire πρέπει πράγματι να μεταφέρει τέσσερα τέτοια όπλα, τότε μετατρέπεται από κλασικό MALE ΜΕΑΜ σε φορέα μεγάλης εμβέλειας όπλων.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στο θέατρο του Ινδο-Ειρηνικού, όπου οι αποστάσεις είναι τεράστιες και η αντιμετώπιση κινεζικών ναυτικών δυνάμεων απαιτεί όπλα μεγάλης εμβέλειας και μεγάλο αριθμό φορέων. Η ίδια η GA-ASI έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση με το μοντέλο MQ-9B SkyGuardian/SeaGuardian, για το οποίο αναπτύσσει δυνατότητες μεταφοράς όπλων stand-off μεγάλης εμβέλειας. Το Wildfire, επομένως, φαίνεται να πηγαίνει αυτή τη λογική αρκετά βήματα παραπέρα.

Το χρονοδιάγραμμα
Η DIU ζητά από τους υποψηφίους αναδόχους να μπορούν να πραγματοποιήσουν πλήρους κλίμακας δοκιμές πτήσης μέσα σε 21 μήνες από την ανάθεση, με στόχο αρχική επιχειρησιακή ικανότητα το οικονομικό έτος 2031 με 20 επιχειρησιακά αεροσκάφη σε μία μονάδα.
Η General Atomics υποστηρίζει πάντως ότι το Wildfire μπορεί να παραδοθεί αρκετά νωρίτερα από αυτό το χρονοδιάγραμμαμ και ότι το αεροσκάφος δεν εξαρτάται από την τελική πορεία του συγκεκριμένου προγράμματος. Η εταιρεία έχει καταθέσει πρόταση στο MMA, αλλά αντιμετωπίζει το Wildfire ως ευρύτερη επιχειρηματική και επιχειρησιακή προσπάθεια.

Ήλθε το τέλος της εποχής του Reaper;
Το Wildfire δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το MQ-9 εξαφανίζεται. Το Reaper παραμένει ένα εξαιρετικά ικανό και αποδεδειγμένο επιχειρησιακά σύστημα και η GA-ASI συνεχίζει να εξελίσσει την οικογένεια MQ-9B. Μάλιστα, η εταιρεία εργάζεται ώστε υφιστάμενοι χειριστές MQ-9A να μπορούν να αξιοποιούν τους υπάρχοντες επίγειους σταθμούς χειρισμού (Ground Control Stations, GCS) και με το MQ-9B, μειώνοντας το κόστος μετάβασης.
Ωστόσο, το Wildfire δείχνει προς τα πού κινείται η αμερικανική επιδίωξη ΜΕΑΜ: μεγαλύτερη εμβέλεια, μεγαλύτερο φορτίο, ανοικτή αρχιτεκτονική, υψηλότερος βαθμός αυτονομίας, δικτύωση και —κυρίως— δυνατότητα μαζικής παραγωγής.
Οι απεικονίσεις του Wildfire είναι προϊόν ΑΙ