Νέα διάσταση στον σχεδιασμό ανανέωσης των τεθωρακισμένων της Εθνικής Φρουράς δίνει ρεπορτάζ της «Καθημερινής» Κύπρου, το οποίο υπογράφει ο δημοσιογράφος Απόστολος Τομαράς. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αποδίδονται σε υψηλόβαθμες στρατιωτικές πηγές, η Λευκωσία φαίνεται να προσανατολίζεται προς το γαλλικό EBRC Jaguar για τη διαδοχή των παλαιών AMX-30B2. Η διατύπωση έχει σημασία, επειδή μέχρι σήμερα απουσιάζουν επίσημη επιλογή, αριθμός οχημάτων, κόστος, χρονοδιάγραμμα παραδόσεων και υπογεγραμμένη σύμβαση.

Η νέα πληροφορία έρχεται να συμπληρώσει μια υπόθεση που είχε αναδειχθεί πρώτα εδώ, στο Flight.com.gr, από τον ΚαΨιΜιτζή στις 26 Ιουνίου. Εκεί είχε καταγραφεί η γαλλική «σφήνα» στη συζήτηση για τα κυπριακά τεθωρακισμένα και η πρόταση ενός ευρύτερου πακέτου τροχοφόρων οχημάτων, σε μια περίοδο κατά την οποία εξεταζόταν και η ελληνική λύση των Leopard 1A5. Τρεις ημέρες αργότερα ο ΚαΨιΜιτζής επανήλθε, επισημαίνοντας ότι τα AMX-30 αποτελούν το μέσο που χρειάζεται άμεση αντικατάσταση. Τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα είχαν φέρει πρώτα στη δημόσια συζήτηση τη γαλλική πρόταση και τη λογική αναδιάταξης του κυπριακού στόλου. Η ονομαστική ταυτοποίηση του Jaguar εμφανίζεται τώρα στο ρεπορτάζ της «Καθημερινής».
Από το γαλλικό πακέτο στο Jaguar
Το ευρύτερο πλαίσιο ήταν ήδη γνωστό. Η Flight είχε γράψει από τον Μάρτιο για πακέτο 80 Griffon, 100 Serval και αναβάθμιση 80 VAB, το οποίο θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού SAFE. Το νέο ρεπορτάζ του Απόστολου Τομαρά προσθέτει το Jaguar στην εξίσωση και συνδέει την πιθανή προμήθειά του με την απομάκρυνση των AMX-30B2. Ο αριθμός των Jaguar και η ένταξή τους στο ίδιο χρηματοδοτικό αίτημα ή σε χωριστή φάση παραμένουν ανοικτά ζητήματα.
Το Jaguar ανήκει στην κατηγορία των τροχοφόρων τεθωρακισμένων οχημάτων αναγνώρισης και μάχης. Η διάταξη 6×6 σχεδιάστηκε στο πλαίσιο του γαλλικού προγράμματος SCORPION. Έχει τριμελές πλήρωμα, μήκος περίπου 7,8 μέτρα και μέγιστο βάρος 25 τόνους. Ο κινητήρας των 500 ίππων προσφέρει μέγιστη ταχύτητα κοντά στα 90 χλμ./ώρα και αυτονομία που αναφέρεται στα 800 χιλιόμετρα. Η διάταξη με διεύθυνση στους πίσω άξονες και η ρυθμιζόμενη απόσταση από το έδαφος ενισχύουν την ευκινησία του σε δρόμο και εκτός δρόμου.

Η ισχύς πυρός του συγκεντρώνεται στον επανδρωμένο πύργο T40. Το τηλεσκοπικό πυροβόλο CT40 των 40 χιλιοστών συνδυάζεται με διπλό εκτοξευτή αντιαρματικών πυραύλων Akeron MP της MBDA και τηλεχειριζόμενο σταθμό οπλισμού με πολυβόλο. Οι Akeron MP έχουν ήδη παρουσιαστεί και πραγματοποιήσει βολές σε άσκηση της Εθνικής Φρουράς, σύμφωνα με το κυπριακό δημοσίευμα. Το όχημα διαθέτει επίσης προηγμένα ηλεκτροοπτικά, αισθητήρες προειδοποίησης και δυνατότητα ανταλλαγής δεδομένων μέσα από το ψηφιακό περιβάλλον SCORPION.

Η προστασία του βασίζεται σε συγκολλημένη θωράκιση αλουμινίου και πρόσθετα αρθρωτά πακέτα για βαλλιστικές απειλές, νάρκες, αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και ρουκέτες RPG. Αυτή η αρχιτεκτονική δίνει έμφαση στην επίγνωση της τακτικής κατάστασης, στην ταχύτητα και στη συνεργατική μάχη. Πρόκειται για διαφορετική φιλοσοφία από εκείνη του ερπυστριοφόρου άρματος με πυροβόλο 105 χιλιοστών και αυξημένη ικανότητα παρατεταμένης εμπλοκής στην πρώτη γραμμή.
Για τις κυπριακές συνθήκες, η τροχοφόρα διαμόρφωση μπορεί να προσφέρει γρήγορες μετακινήσεις στο οδικό δίκτυο, μεγαλύτερη ακτίνα δράσης και χαμηλότερες απαιτήσεις συντήρησης σε σχέση με ένα βαρύ ερπυστριοφόρο μέσο. Η γεωγραφία του νησιού, οι σχετικά μικρές αποστάσεις και η ανάγκη ταχείας μεταφοράς δυνάμεων από έναν τομέα σε άλλον ενισχύουν αυτή τη λογική. Η εκτός δρόμου κινητικότητα, η αντοχή σε πλήγματα και η ικανότητα κατάληψης και διατήρησης εδάφους εξακολουθούν να ευνοούν τα άρματα σε συγκεκριμένα σενάρια. Για αυτό η σύνθεση του στόλου και η κατανομή των ρόλων έχουν μεγαλύτερη σημασία από την απλή σύγκριση τεχνικών χαρακτηριστικών.
Τι σημαίνει η αντικατάσταση των AMX-30B2
Η πιθανή επιλογή του Jaguar θα συνιστούσε αλλαγή επιχειρησιακής φιλοσοφίας, πέρα από την αντικατάσταση ενός παλαιού άρματος από ένα νεότερο όχημα της ίδιας κατηγορίας. Τα AMX-30B2 προσφέρουν το πυροβόλο των 105 χιλιοστών και τη γνώριμη δομή μιας επιλαρχίας αρμάτων, με την ηλικία τους να επιβαρύνει τη διαθεσιμότητα, την υποστήριξη και την προστασία των πληρωμάτων. Η Γαλλία έχει αποσύρει τα τελευταία δικά της AMX-30B2, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο το διεθνές οικοσύστημα ανταλλακτικών και τεχνικής υποστήριξης.
Το Jaguar θα μπορούσε να αναλάβει αποστολές αναγνώρισης, αντιαρματικού αγώνα και άμεσης υποστήριξης με μεγάλη τακτική κινητικότητα. Το πυροβόλο των 40 χιλιοστών και οι Akeron MP του επιτρέπουν να αντιμετωπίζει ευρύ φάσμα στόχων, ενώ το όχημα διατηρεί τον χαρακτήρα τροχοφόρου συστήματος αναγνώρισης και μάχης. Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο το ΓΕΕΦ θα ανακατανείμει τις αποστολές ανάμεσα στα T-80U, στα νέα τροχοφόρα και στα οχήματα μεταφοράς πεζικού.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται και μια διευκρίνιση. Το δημοσίευμα της «Καθημερινής» αναφέρει ότι το Jaguar θα αντικαταστήσει και τεθωρακισμένα ERC-90 Sagaie της Εθνικής Φρουράς. Οι γνωστές δημόσιες καταγραφές του κυπριακού οπλοστασίου εμφανίζουν βραζιλιάνικα EE-9 Cascavel, ενώ τα ERC-90 Sagaie ανήκαν στον γαλλικό στόλο που διαδέχεται το Jaguar. Η συγκεκριμένη ονομαστική αναφορά χρειάζεται ίσως κάποια διόρθωση. Η γενικότερη λογική αντικατάστασης των παλαιών τροχοφόρων αναγνώρισης παραμένει επιχειρησιακά εύλογη.
Griffon και Serval στην ίδια οικογένεια
Το πλεονέκτημα μιας ευρύτερης γαλλικής λύσης βρίσκεται στην κοινή ψηφιακή και υποστηρικτική βάση. Το Griffon είναι βαρύτερο τροχοφόρο όχημα μεταφοράς προσωπικού 6×6, με μικτό βάρος έως 24,5 τόνους και δυνατότητα μεταφοράς έως δέκα στρατιωτών πέρα από το πλήρωμα. Η τυπική διαμόρφωσή του φέρει τηλεχειριζόμενο σταθμό για πολυβόλο 7,62 ή 12,7 χιλιοστών ή αυτόματο εκτοξευτή βομβίδων 40 χιλιοστών. Ο αυτόματος εκτοξευτής βομβίδων αποτελεί διαφορετικό όπλο από το πυροβόλο CT40 του Jaguar.

Το Serval είναι ελαφρύτερο όχημα 4×4, βάρους περίπου 15 έως 17 τόνων. Προορίζεται για ταχεία ανάπτυξη, μεταφορά προσωπικού, αναγνώριση, διοίκηση, ηλεκτρονικό πόλεμο και άλλες εξειδικευμένες αποστολές. Η κοινή ένταξη Jaguar, Griffon και Serval θα δημιουργούσε μια σύγχρονη δικτυωμένη οικογένεια, με ομοιότητες στην εκπαίδευση, στις επικοινωνίες και στην υποστήριξη. Τα οχήματα παραμένουν διαφορετικά ως προς τον ρόλο, το βάρος και τον οπλισμό τους.

Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ανοίξει τον δρόμο για χρηματοδοτική συνδρομή μέσω SAFE, ενώ η Λευκωσία επιδιώκει να ανανεώσει μεγάλο μέρος του στόλου της σε μια περίοδο αυξημένων αμυντικών αναγκών. Η τελική αξία του προγράμματος θα κριθεί από τη διαθεσιμότητα, τα αποθέματα πυρομαχικών, τα συνεργεία, την εκπαίδευση και τη μακροχρόνια τεχνική υποστήριξη.
Ένα κοινό γαλλικό οικοσύστημα θα περιόριζε μέρος της σημερινής πολυτυπίας, διατηρώντας επιμέρους γραμμές υποστήριξης. Το Jaguar χρησιμοποιεί ειδικά τηλεσκοπικά πυρομαχικά 40 χιλιοστών, το Griffon και το Serval έχουν πολλές διαφορετικές εκδόσεις, ενώ οι ανάγκες σε ανταλλακτικά, διαγνωστικά και λογισμικό παραμένουν σημαντικές. Η σύμβαση θα χρειαστεί να καλύπτει εξομοιωτές, εργαλεία, αρχικά αποθέματα, τεχνική τεκμηρίωση και εκπαίδευση εκπαιδευτών. Αυτές οι λεπτομέρειες συχνά καθορίζουν την πραγματική επιχειρησιακή απόδοση περισσότερο από την τιμή αγοράς του οχήματος.

Τι τεθωρακισμένα διαθέτει σήμερα η Εθνική Φρουρά
Η δημόσια εικόνα του στόλου δείχνει μεγάλη πολυτυπία. Σύμφωνα με το Military Balance 2024 του IISS, η Εθνική Φρουρά διαθέτει 82 άρματα T-80U και 52 AMX-30B2. Στην κατηγορία των τεθωρακισμένων οχημάτων καταγράφονται 79 EE-9 Cascavel, 43 BMP-3, 168 Λεωνίδας, 126 VAB μεταφοράς προσωπικού και 18 VAB/HOT, μαζί με 15 EE-3 Jararaca/Milan και οκτώ Miloš. Αναφέρονται ακόμη δύο AMX-30D περισυλλογής και οκτώ BREM-80U. Οι αριθμοί αποτελούν ανοικτές εκτιμήσεις, με πιθανή απόκλιση από την καθημερινή επιχειρησιακή διαθεσιμότητα.

Τα T-80U παραμένουν το ισχυρότερο αρματικό μέσο της Δύναμης, με πυροβόλο 125 χιλιοστών, αυτόματο γεμιστή και προηγμένες για την εποχή τους δυνατότητες ελέγχου πυρός. Τα BMP-3 προσφέρουν ισχυρό συνδυασμό πυροβόλου 100 χιλιοστών, αυτόματου πυροβόλου 30 χιλιοστών και μεταφοράς ομάδας πεζικού. Τα Λεωνίδας και VAB καλύπτουν μεγάλο μέρος των αναγκών μεταφοράς προσωπικού, ενώ τα Cascavel εξακολουθούν να υπηρετούν στον ρόλο της τροχοφόρας αναγνώρισης και υποστήριξης πυρός.
Η ποικιλία αυτή δημιουργεί σύνθετη εφοδιαστική εικόνα. Συνυπάρχουν γαλλικά, ρωσικά, βραζιλιάνικα, ελληνικά και σερβικά συστήματα, με διαφορετικούς κινητήρες, κιβώτια, ερπύστριες, ελαστικά, ηλεκτρονικά και πυρομαχικά. Ιδιαίτερα για τα ρωσικής προέλευσης T-80U και BMP-3, η πρόσβαση σε ανταλλακτικά και εργοστασιακή υποστήριξη έχει γίνει δυσκολότερη τα τελευταία χρόνια, όπως έχει αναλύσει η Flight σε σχετικό άρθρο για τα προβλήματα υποστήριξης. Η ανανέωση του στόλου αποτελεί συνεπώς προσπάθεια βελτίωσης της διαθεσιμότητας και της ανθεκτικότητας της εφοδιαστικής αλυσίδας, πέρα από την εισαγωγή νεότερων όπλων και αισθητήρων.
Το κυπριακό ρεπορτάζ ξεκαθαρίζει ότι το Υπουργείο Άμυνας και το ΓΕΕΦ συνεχίζουν χωριστά την αναζήτηση τύπου άρματος για την αντικατάσταση της πρώτης παρτίδας T-80U. Το Jaguar αφορά συνεπώς το σκέλος των AMX-30B2 και των παλαιών τροχοφόρων αναγνώρισης. Η συζήτηση για Leopard 1A5 από την Ελλάδα και η πρόταση Leopard 1HEL και Λεωνίδας 300 δείχνουν ότι παραμένουν ανοικτές περισσότερες από μία γραμμές σχεδιασμού.
Οι απαντήσεις που απομένουν
Η πληροφορία για το Jaguar είναι σοβαρή και ταιριάζει με τη γαλλική κατεύθυνση που είχε πρώτη αναδείξει η σελίδα μας. Οι βασικές απορίες μας αφορούν τον αριθμό και τη διαμόρφωση των οχημάτων, το χρηματοδοτικό σχήμα, τις παραδόσεις, τα πυρομαχικά CT40 και Akeron MP, την εκπαίδευση, τις υποδομές και την ακριβή τύχη των AMX-30B2 και Cascavel.
Εάν η επιλογή επιβεβαιωθεί, η Κύπρος θα αποκτήσει ένα από τα πλέον σύγχρονα ευρωπαϊκά τροχοφόρα συστήματα αναγνώρισης και μάχης. Το ουσιαστικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την ένταξή του σε μια συνεκτική δομή δυνάμεων, όπου τα άρματα, τα οχήματα μάχης, τα μεταφορικά μέσα και τα ψηφιακά δίκτυα θα λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο. Μέχρι την επίσημη ανακοίνωση, το Jaguar παραμένει η ισχυρότερη δημόσια ένδειξη για την επόμενη ημέρα των γαλλικών AMX-30B2 της Εθνικής Φρουράς.
Η τελική απόφαση θα επηρεάσει τη δομή μονάδων, τις τακτικές, την εκπαίδευση και τις ανάγκες επάνδρωσης της Εθνικής Φρουράς για πολλές δεκαετίες.