Η συριακή αεροπορία επιστρέφει, έστω και δειλά, στους ουρανούς. Σχεδόν δύο χρόνια μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Μπασάρ αλ Άσαντ και την καταστροφή μεγάλου μέρους της στρατιωτικής αεροπορικής υποδομής της χώρας, η νέα συριακή ηγεσία επιχειρεί να ανασυγκροτήσει από τα συντρίμμια μια στοιχειώδη αεροπορική δύναμη.
Η εμφάνιση δύο Su-22 σε πτήση πάνω από τη βόρεια Συρία τον Αύγουστο του 2026 αποτελεί μέχρι στιγμής την πιο σαφή ένδειξη αυτής της προσπάθειας. Τα αεροσκάφη, που προέρχονται από τα απομεινάρια της πρώην Συριακής Αραβικής Αεροπορίας, φαίνεται να έχουν αποκατασταθεί και να έχουν επιστρέψει σε πτητική κατάσταση. Δεν πρόκειται ασφαλώς για την επιστροφή μιας ισχυρής πολεμικής αεροπορίας, αλλά για την επανεμφάνιση ενός πρώτου επιχειρησιακού πυρήνα.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή σημειώνεται σε ένα εξαιρετικά σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου η Τουρκία επιχειρεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανοικοδόμηση των νέων συριακών ενόπλων δυνάμεων, ενώ το Ισραήλ επιδιώκει να εμποδίσει την επανεμφάνιση στρατιωτικών δυνατοτήτων που θα μπορούσαν να μεταβάλουν την ισορροπία ασφαλείας.
Από την καταστροφή στην επανεκκίνηση
Το 2000, η Αραβική Συριακή Αεροπορία είχε ήδη συρρικνωθεί σημαντικά σε σχέση με την πολυάριθμη, σοβιετικού τύπου δύναμη του παρελθόντος, η οποία αριθμούσε περισσότερα από 600 πολεμικά αεροσκάφη. Ο βασικός κορμός της αποτελούνταν από μαχητικά MiG-21 και MiG-23, καθώς και επιθετικά Su-22. Εκτός από αυτά, θα έπρεπε να υπολογίζονται και τουλάχιστον 90 επιθετικά ελικόπτερα Mil Mi-24/Mi-25 Hind και SA-342 Gazelle προορισμένα κυρίως για αποστολές μικρής ακτίνας και επίγειας κρούσης. Η δύναμη αυτή υπέστη μεγάλη φθορά τα επόμενα είκοσι χρόνια, τόσο από την έλλειψη ανταλλακτικών στη μετασοβιετική εποχή όσο και από πολεμικές απώλειες και καταστροφές κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου πολέμου.
Στην περίοδο αυτή, το καθεστώς προσπάθησε να εκσυγχρονίσει και να ενισχύσει τη δύναμη της αεροπορίας, με κύριο προμηθευτή τη Ρωσία, που από το 2007 προσπάθησε να παραδώσει μαχητικά MiG-31, MiG-27 και MiG-29 σε μικρούς σχετικά αριθμούς, πάντα υπό πίεση και με διαρκείς απώλειες λόγω πολεμικής δράσης πάνω από τον Λίβανο.
Μετά την πτώση του Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία εκμεταλλεύτηκε το κενό εξουσίας εξαπολύοντας εκτεταμένες επιδρομές εναντίον συριακών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Στόχος ήταν, μεταξύ άλλων, αεροπορικές βάσεις, αεροσκάφη, συστήματα αεράμυνας, ραντάρ και αποθήκες οπλισμού.
Η Συριακή Αεροπορία σύμφωνα με υπολογισμούς είχε περίπου 185 αξιόμαχα μαχητικά και ελικόπτερα στο δυναμικό της. Οι ισραηλινές επιδρομές του Δεκεμβρίου του 2024 επιδείνωσαν δραματικά την κατάσταση, αφήνοντας ελάχιστα αεροσκάφη σε κατάσταση που θα μπορούσαν να επανέλθουν σε υπηρεσία. Η ανοικοδόμηση μιας σύγχρονης αεροπορίας και ενός αξιόπιστου δικτύου αεράμυνας θα απαιτούσε χρόνια και τεράστιους οικονομικούς πόρους.
Παρά τα προβλήματα, η νέα ηγεσία στη Δαμασκό δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια. Παλαιοί πιλότοι και τεχνικοί επιστρατεύθηκαν για να αξιοποιήσουν ό,τι είχε απομείνει, ενώ παράλληλα άρχισε η αποκατάσταση αεροπορικών εγκαταστάσεων.
Το αποτέλεσμα ήταν αρχικά η επιστροφή ελικοπτέρων και εκπαιδευτικών αεροσκαφών. Μέσα στο 2025 και στους πρώτους μήνες του 2026, αναφορές μιλούσαν για μεμονωμένες πτήσεις ελικοπτέρων και εκπαιδευτικών αεροσκαφών L-39. Στη συνέχεια ήρθε το σημαντικότερο βήμα: η επαναφορά μαχητικών αεροσκαφών.
Τα Su-22 ως σύμβολο μιας νέας αρχής
Το Su-22 αποτελεί ένα ιδιαίτερα παλιό σχέδιο, καθώς προέρχεται από την οικογένεια του σοβιετικού Su-17. Η συριακή αεροπορία χρησιμοποίησε επί δεκαετίες διάφορες εκδόσεις Su-20 και Su-22, κυρίως ως αεροσκάφη κρούσης.
Η αξία των δύο αεροσκαφών που επανήλθαν στους αιθέρες δεν βρίσκεται επομένως στην τεχνολογική τους υπεροχή. Βρίσκεται στο γεγονός ότι αποδεικνύουν πως η νέα Συρία έχει καταφέρει να δημιουργήσει ξανά έναν στοιχειώδη μηχανισμό συντήρησης, εκπαίδευσης και επιχειρησιακής αξιοποίησης αεροσκαφών.
Τον Ιούλιο, στην αεροπορική βάση Kuweires, δύο L-39 και δύο Mi-24 πραγματοποίησαν πτήση κατά τη διάρκεια τελετής αποφοίτησης περίπου 1.000 δοκίμων. Η εικόνα αυτή είχε ήδη καταδείξει ότι η νέα ηγεσία επιχειρεί να αποκαταστήσει την αεροπορική εκπαίδευση και να δημιουργήσει ανθρώπινο δυναμικό.
Η Τουρκία μπαίνει στο πλαίσιο
Πίσω από την προσπάθεια ανασυγκρότησης βρίσκεται και ένας σημαντικός εξωτερικός παράγοντας: η Τουρκία. Η Άγκυρα έχει εξελιχθεί στον σημαντικότερο περιφερειακό υποστηρικτή της νέας συριακής ηγεσίας και επιδιώκει να συμβάλει στην αναδιοργάνωση των συριακών ενόπλων δυνάμεων. Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στην εκπαίδευση προσωπικού, αλλά επεκτείνεται στην αποκατάσταση στρατιωτικών εγκαταστάσεων και στη δημιουργία μιας πιο οργανωμένης εθνικής στρατιωτικής δομής.
Η διαδικασία αυτή έχει ήδη αρχίσει να αφορά και την αεροπορία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, Σύροι δόκιμοι εκπαιδεύονται στην Τουρκία, ενώ τουρκικές στρατιωτικές αντιπροσωπείες έχουν επισκεφθεί συριακές αεροπορικές εγκαταστάσεις.
Η Τουρκία, επομένως, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει τη Συρία απλώς ως μια χώρα που χρειάζεται βοήθεια. Επιχειρεί να διαμορφώσει έναν νέο στρατιωτικό εταίρο στα νότια σύνορά της.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για την ίδια την Άγκυρα, καθώς μια ισχυρότερη κεντρική συριακή κυβέρνηση μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις κουρδικές ένοπλες δομές στη βορειοανατολική Συρία.
Abu al-Duhur: το σημείο επαφής των δύο εταίρων
Η αεροπορική βάση Abu al-Duhur έχει βρεθεί στο επίκεντρο αυτής της νέας δυναμικής. Η εγκατάσταση, η οποία είχε υποστεί σοβαρές καταστροφές κατά τον εμφύλιο, βρισκόταν σε διαδικασία επαναλειτουργίας. Τον Αύγουστο του 2026 πραγματοποιήθηκε επίσκεψη τουρκικής στρατιωτικής αντιπροσωπείας στη βάση, στο πλαίσιο των προσπαθειών αποκατάστασης των υποδομών.
Λίγο αργότερα, στις 18 Αυγούστου, η βάση δέχθηκε ισραηλινή αεροπορική επίθεση. Σύμφωνα με το Reuters, οκτώ πλήγματα προξένησαν ζημιές στον διάδρομο και σε χώρους αποθήκευσης, χωρίς να αναφερθούν απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η επιχείρηση συνδεόταν με την προοπτική ανάπτυξης τουρκικών δυνάμεων στην εγκατάσταση. Η Άγκυρα το απέρριψε κατηγορηματικά, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική παρουσία αφορά στρατιωτική εκπαίδευση και ανταλλαγή τεχνογνωσίας και όχι δημιουργία μόνιμης βάσης.
Η επίθεση, επομένως, δεν αφορά μόνο έναν διάδρομο ή μερικά υπόστεγα. Αποτελεί μέρος της ευρύτερης αντιπαράθεσης για το ποιος θα καθορίσει τη στρατιωτική αρχιτεκτονική της μετα-Άσαντ Συρίας.
Χτυπήθηκαν τα Su-22;
Το ερώτημα αυτό προέκυψε αμέσως μετά την ισραηλινή επίθεση. Καμία μέχρι στιγμής αξιόπιστη ανεξάρτητη επιβεβαίωση δεν υπάρχει ότι τα δύο πτητικά Su-22 βρίσκονταν στη βάση τη στιγμή της επίθεσης ή ότι καταστράφηκαν. Το γεγονός αυτό είναι κρίσιμο, καθώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί τεκμηριωμένα ότι το Ισραήλ κατέστρεψε τα πρώτα επιχειρησιακά μαχητικά της νέας Συρίας.
Το Ισραήλ δεν θέλει μια νέα ισχυρή συριακή αεροπορία
Ακόμη και αν τα αεροσκάφη επέζησαν, το πλήγμα στην Abu al-Duhur στέλνει ένα σαφές μήνυμα: η δημιουργία νέων στρατιωτικών υποδομών στη Συρία θα πραγματοποιείται υπό στενή ισραηλινή επιτήρηση.
Η ισραηλινή προσέγγιση έχει αλλάξει ως προς τον κύριο φόβο της. Κατά την περίοδο του Άσαντ, η βασική ανησυχία αφορούσε την ιρανική παρουσία, τη μεταφορά όπλων προς τη Χεζμπολάχ και τα συριακά στρατηγικά οπλοστάσια. Στη νέα Συρία προστίθεται ένας διαφορετικός παράγοντας: η Τουρκία.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει με ανησυχία την αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική επιρροή και ιδιαίτερα το ενδεχόμενο η Άγκυρα να συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας συριακής στρατιωτικής υποδομής με μεγαλύτερες δυνατότητες. Αναλυτές εκτίμησαν ότι το πλήγμα στην Abu al-Duhur λειτουργούσε ως προειδοποίηση τόσο προς τη Δαμασκό όσο και προς την Άγκυρα.
Το μήνυμα είναι επομένως διπλό: το Ισραήλ δεν επιθυμεί να εμφανιστεί στη Συρία μια νέα στρατιωτική δύναμη ικανή να περιορίσει την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας και ταυτόχρονα δεν επιθυμεί μια ισχυρή τουρκική στρατιωτική παρουσία σε στρατηγικές συριακές βάσεις.
Μια νέα τριγωνική αντιπαράθεση
Η κατάσταση δημιουργεί ένα νέο στρατηγικό σχήμα αντιπαράθεσης: το τρίγωνο Δαμασκού – Άγκυρας – Ιερουσαλήμ.
Η Συρία θέλει να αποκαταστήσει την κρατική στρατιωτική της ισχύ και να αποκτήσει ξανά ένοπλες δυνάμεις με πραγματικές δυνατότητες.
Η Τουρκία επιδιώκει να βοηθήσει αυτή τη διαδικασία, ενισχύοντας παράλληλα τη δική της επιρροή στη Συρία και την ασφάλεια των νότιων συνόρων της.
Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, θέλει να διατηρήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η Συρία δεν θα διαθέτει στρατιωτικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να απειλήσουν την ισραηλινή ελευθερία επιχειρήσεων.
Η σύγκρουση αυτών των τριών επιδιώξεων είναι πιθανό να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της νέας Συρίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το πλήγμα στην Abu al-Duhur η Ουάσιγκτον επιχείρησε να προωθήσει έναν μηχανισμό αποτροπής ατυχημάτων και άμεσης επικοινωνίας μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας.
Μια αεροπορία που ξεκινά σχεδόν από το μηδέν
Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα είναι εκείνη μιας αεροπορίας σε εμβρυακό στάδιο. Δύο Su-22, ορισμένα L-39 και ένας μικρός αριθμός ελικοπτέρων δεν μπορούν να συγκροτήσουν μια σύγχρονη πολεμική αεροπορία. Μπορούν όμως να αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα γύρω από τον οποίο θα οικοδομηθεί κάτι μεγαλύτερο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Συρία θα μπορέσει να περάσει από την αποκατάσταση παλαιών αεροσκαφών στην πραγματική ανασυγκρότηση της αεροπορικής της ισχύος.
Για να συμβεί αυτό θα απαιτηθούν νέες υποδομές, ανταλλακτικά, όπλα, εκπαίδευση, τεχνικό προσωπικό, σύγχρονα αεροσκάφη και, κυρίως, ένα ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης και αεράμυνας. Το κόστος θα είναι τεράστιο και η διαδικασία θα διαρκέσει χρόνια.
Τα δύο Su-22, λοιπόν, δεν σηματοδοτούν ακόμη μια «νέα συριακή πολεμική αεροπορία». Σηματοδοτούν κάτι ίσως σημαντικότερο: την αρχή της προσπάθειας να υπάρξει ξανά συριακή πολεμική αεροπορία.

Η επιστροφή δύο παλαιών Su-22 στους συριακούς ουρανούς μπορεί να φαίνεται στρατιωτικά ασήμαντη. Γεωπολιτικά, όμως, αποτελεί ένα πρώτο σημάδι ότι η μάχη για το ποια θα είναι η Συρία του αύριο έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται και στους αιθέρες.