Η πιθανότητα συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα Global Combat Air Programme (GCAP), δηλαδή τη διεθνή πρωτοβουλία Ηνωμένου Βασιλείου, Ιταλίας και Ιαπωνίας για την ανάπτυξη μαχητικού έκτης γενιάς, δεν είναι -κατά την εκτίμηση μας- απίθανη. Με τον Καναδά να έχει ήδη ενταχθεί ως παρατηρητής και τις πόρτες να παραμένουν ανοιχτές για νέους εταίρους, η Άγκυρα ίσως κληθεί να εξετάσει μια τέτοια επιλογή που μπορεί να την εξυπηρετήσει πολλαπλά, τόσο στις αμυντικές της φιλοδοξίες, όσο και στις τεχνολογικές της αναζητήσεις.
Αρχικά το χρονοδιάγραμμα “εισόδου” στο νέο πρόγραμμα, ως βιομηχανικός εταίρος πάντα (όχι ως πελάτης που είναι ακόμη μακριά), είναι στενό. Σύμφωνα με δηλώσεις υψηλόβαθμων στελεχών της Leonardo, ιδανικά οι νέοι υποψήφιοι εταίροι πρέπει να αποφασίσουν έως το τέλος του 2026, με τελική προθεσμία τον Ιούλιο του 2027. Μετά από αυτό το σημείο, η ενσωμάτωση νέων μελών κινδυνεύει να διαταράξει τον στόχο επιχειρησιακής ετοιμότητας το 2035. Οπότε η Τουρκία δεν έχει περιθώρια καθυστέρησης αν θέλει ουσιαστικό ρόλο, είτε ως πλήρης εταίρος είτε σε επίπεδο βιομηχανικής συνεργασίας και τεχνολογικής συμμετοχής.
Να θυμήσουμε εδώ και την ιστορία του προγράμματος F-35: Όπου η Άγκυρα, πολύ σωστά από την πλευρά της, εντάχθηκε ως εταίρος “επιπέδου 3” το 2002, καταβάλλοντας κάπου 195 εκατομμύρια δολάρια για την ανάπτυξη του μαχητικού 5ης γενιάς. Κάτι όμως που εξασφάλιζε στις αμυντικές βιομηχανίες της Τουρκίας την παραγωγή εξαρτημάτων για το μαχητικό, όταν έμπαινε σε μαζικές πωλήσεις, όπως και την πρόσβαση σε αρκετά τεχνολογικά στοιχεία του. Τότε η Τουρκία έκανε μια κίνηση απόλυτα συμβατή με τις βιομηχανικές φιλοδοξίες της, που απαιτούν διεθνείς συνεργασίες και συμμετοχές, και σήμερα, 25 χρόνια μετά, έχει κάθε λόγο να ξαναπράξει το ίδιο.
Κάνοντας μια μικρή εκτροπή στο θέμα μας, να θυμίσουμε ότι την ίδια περίοδο η Ελλάδα, που επίσης είχε την ευκαιρία να μπει στο πρόγραμμα του F-35 ως βιομηχανικός εταίρος, ποτέ δεν το αποφάσισε, ενώ έγινε “πελάτης” πάνω από 20 χρόνια μετά, εισπράττοντας το τίποτα σε εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή κάποιας επιστημονικής και τεχνολογικής αξίας. Άλλωστε παραμένει στην χώρα μας η δομική αδράνεια και αδιαφορία σε ότι έχει σχέση με “έρευνα και τεχνολογία”. Ενδεικτικά, ας δει κανείς τον φετινό σκανδαλώδη τραγέλαφο του προγράμματος ερευνητικών επιδοτήσεων «Trust Your Stars» των 80 εκατ. ευρώ. Όπου εξαγγέλθηκε το πρόγραμμα, αξιολογήθηκαν οι προτάσεις από ελληνικές ερευνητικές ομάδες, ανακοινώθηκαν όσοι προκρίνονται και την ίδια μέρα καταργήθηκε το πρόγραμμα, γιατί δεν υπήρχε χρόνος απορρόφησης της χρηματοδότησης που προερχόταν από το Ταμείο Ανάπτυξης! Γιατί βεβαίως κανείς, είτε αφελώς είτε από πολιτική μικροπονηριά, δεν είχε προβλέψει πως η εξαγγελία του προγράμματος δεν ήταν δυνατόν να προλάβει -αρχής εξαρχής- τις ημερομηνίες της Ε.Ε.
Η στενή σχέση Τουρκίας και Βρετανίας
Επιστρέφοντας στην Άγκυρα, αποτελεί δικό της πλεονέκτημα ή παγιωμένη σύνδεση της αμυντικής της βιομηχανίας με βρετανικές εταιρείες και ιδιαίτερα την BAE Systems. Η BAE είχε διαδραματίσει κεντρικό ρόλο από τα πρώτα στάδια του προγράμματος TF-X, δηλαδή του του σημερινού Kaan, παρέχοντας τεχνική υποστήριξη στον σχεδιασμό. Πρόσφατες συμφωνίες επιβεβαιώνουν τη συνέχεια: μνημόνιο συνεργασίας για μη επανδρωμένα συστήματα με την Turkish Aerospace Industries (TAI), καθώς και η μεγάλη συμφωνία για την προμήθεια Eurofighter Typhoon, με τελική συναρμολόγηση και υποστήριξη από τη BAE. Αυτές οι σχέσεις δημιουργούν φυσικό δίαυλο επικοινωνίας προς το GCAP, όπου η BAE είναι επικεφαλής βιομηχανικός εταίρος μαζί με την ιταλική Leonardo και την ιαπωνική Mitsubishi Heavy Industries.
Η αμυντική ανάγκη για την επόμενη μέρα
Σε άλλο επίπεδο, η ανάγκη της Τουρκίας να συμμετάσχει σε πρόγραμμα μαχητικού επόμενης γενιάς είναι εμφανής. Μετά την απομάκρυνση από το F-35, η Άγκυρα επένδυσε δισεκατομμύρια στο Kaan, επιδιώκοντας στρατηγική αυτονομία. Ωστόσο, ένα εθνικό πρόγραμμα μαχητικού “πέμπτης γενιάς” δεν επαρκεί μακροπρόθεσμα. Η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτατα προς συστήματα συστημάτων, με επανδρωμένα μαχητικά που θα συνεργάζονται με σμήνη drones (loyal wingmen). Το GCAP προσφέρει αυτό το πλαίσιο, ενώ η τουρκική πλευρά διαθέτει ήδη πλατφόρμες όπως το μη επανδρωμένο Kizilelma, που έχει συζητηθεί ως πιθανός συνοδός στο πρόγραμμα. Άρα είναι και αμυντική ανάγκη της Τουρκίας να προβλέψει την μετεξέλιξη και ενίσχυση της Αεροπορίας προς την 6η γενιά μαχητικών.
To Kaan και τι μπορεί να κερδίσει από το GCAP
Παράλληλα, τα προβλήματα που παραμένουν στο Kaan, υπογραμμίζουν την ανάγκη εξωτερικής συνεργασίας. Το τουρκικό αεροσκάφος πραγματοποίησε την πρώτη του πτήση το 2024 με αμερικανικούς κινητήρες F110 της General Electric. Οι πρώτες παραδόσεις στην τουρκική Aεροπορία προγραμματίζονται για το 2028 (έστω σε επίπεδο δηλώσεων), αλλά ο εγχώριος κινητήρας TF35000 της TEI δεν αναμένεται να ενσωματωθεί πριν από το 2032 και αυτό στην καλύτερη περίπτωση.
Άρα η Τουρκία ενώ ψάχνει και σχεδιάζει “πέμπτης γενιάς” δικό της μαχητικό, βλέπει τους σημαντικούς περιορισμούς και τα όρια της δικής της τεχνογνωσίας, την εξάρτηση από αμερικανικά εξαρτήματα και τους περιορισμούς εξαγωγών, ζητήματα που δημιουργούν αβεβαιότητες, ιδίως για δυνητικούς πελάτες του Kaan. Οπότε εδώ μια συμμετοχή σε πραγματικό πρόγραμμα “επόμενης γενιάς”, μαζί με διεθνείς βιομηχανικούς κολοσσούς της αεροδιαστημικής, μπορεί να προσφέρει τεχνολογίες που θα εξυπηρετήσουν και το Kaan! Έτσι η συμμετοχή στο GCAP θα μπορούσε να προσφέρει στην Τουρκία πρόσβαση σε τεχνολογίες αισθητήρων, δικτύωσης και τεχνητής νοημοσύνης, επιταχύνοντας παράλληλα την ανάπτυξη του εγχώριου κινητήρα. Παράλληλα, θα διατηρούσε την Άγκυρα εντός του νατοϊκού πλαισίου, αποφεύγοντας απομόνωση.
Συνολικά η Άγκυρα έχει πολλούς λόγους να μπει στο GCAP:
- Να εξασφαλίσει τεχνολογία και επιστημονική γνώση για πολλές δεκαετίες.
- Να εξασφαλίσει βιομηχανικό έργο κορυφαίας τεχνογνωσίας
- Να στηρίξει τα εγχώρια προγράμματα αεροπορικής τεχνολογίας που ήδη παλεύει να προωθήσει.
- Να ενισχύσει τη διεθνή της θέση μετέχοντας σε ένα “παγκόσμιο” πρόγραμμα μαχητικού που εκτός από τη βιομηχανική συνεργασία θα φέρει και πολιτική μόχλευση και σύγκλιση.
- Να διατηρήσει και να επαυξήσει την ειδική της σχέση με τη Βρετανία και την Ιταλία (και την Ιαπώνια ως “μπόνους”).
- Να προβλέψει από τώρα την ενίσχυση της αμυντικής της ισχύος από το 2050 και μετά.
- Και τελικά να επιβεβαιώσει την φιλοδοξία της ως περιφερειακή δύναμη.
Θα το πράξει; Δεν ξέρουμε. Αλλά το 2027 είναι κοντά, και το τέλος του 2026 κοντύτερα.