Στη χθεσινή του συνέντευξη, για το τι αμυντικά προγράμματα ενέκρινε το ΚΥΣΕΑ, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ν. Δένδιας, σε ερώτηση δημοσιογράφου, σχετικά με τα νέα αντιαεροπορικά συστήματα που θα προμηθευθούμε και το τι θα γίνει με τα παλαιότερα, ανήγγειλε και το επικείμενο “τέλος” των ρωσικών S-300.
Συγκεκριμένα ο υπουργός είπε το εξής: “…Όπως ξέρετε, κατ’ αρχάς το S-300 είναι ένα σύστημα το οποίο δεν είναι απαρχαιωμένο αλλά έχει ήδη και από την παραγωγό χώρα αντικατασταθεί με νεότερο σύστημα. Αποτελεί για την ώρα τμήμα του οπλοστασίου μας, αλλά θα μου επιτρέψετε να το περιγράψω ως απερχόμενο τμήμα του οπλοστασίου μας.”
Η φράση αυτή δεν προκαλεί μεγάλη έκπληξη (τουλάχιστον για τους κάπως γνώστες), καθώς το συγκεκριμένο αντιαεροπορικό, αν και υψηλών δυνατοτήτων την εποχή που έφθασε στην Ελλάδα, παρέμενε έως σήμερα σε ένα ιδιότυπο περιθώριο από πλευράς επιχειρησιακής απόδοσης.

Να θυμήσουμε ακροθιγώς πως η ιστορία των S-300 ξεκίνησε στις αρχές του 1997, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία – με πρόεδρο τον Γλαύκο Κληρίδη- ανήγγειλε πως είχε παραγγείλει από τη Ρωσία δύο συστοιχίες S-300 PMU-1, για να ενισχύσει την αεράμυνά της. Η επιλογή των ρωσικών συστήματων ήταν πραγματικός “μονόδρομος” καθώς οι δυτικές χώρες δεν είχαν πρόθεση -τότε- να ενισχύσουν με συστήματα μεγάλου βεληνεκούς την Κύπρο, ενώ ειδικά για τις ΗΠΑ, ίσχυε το γνωστό εμπάργκο προς τη Λευκωσία.
Άλλωστε είχε προηγηθεί και η αγορά των ρωσικών αρμάτων T-80UD και των τεθωρακισμένων BMP-3, ενώ η γεωπολιτική σύγκλιση Μόσχας και Λευκωσίας ήταν εμφανής. Φυσικά η προεργασία και οι επαφές με την ρωσική πλευρά για τους S-300 είχαν ξεκινήσει νωρίτερα (το 1996, μετά την κρίση των Ιμίων στο Αιγαίο), και η ελληνική πλευρά – με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη- ήταν ενήμερη για την όλη προσπάθεια.
Δυστυχώς το 1997 εξελίχθηκε όλο με συνεχείς και εντεινόμενες απειλές της Τουρκίας -τότε πρωθυπουργός ήταν ο Μεσούτ Γιλμάζ- πως θα έφθανε έως και σε “προληπτική στρατιωτική δράση”, αν γινόταν μεταφορά των όπλων στην Κύπρο.
Στα παρασκήνια αλλά και στο προσκήνιο αναμίχθηκαν Αμερικανοί, Ευρωπαίοι (είχε ξεκινήσει η συζήτηση για ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.), Ρώσοι, ο ΟΗΕ, η ελληνική κυβέρνηση, σε ένα σκηνικό που κλιμακωνόταν, με ανοιχτή προετοιμασία τουρκικών δυνάμεων για καταστροφή των S-300 (με φήμες πως είχαν μεταβεί πιλότοι της Τουρκικής Αεροπορίας, στο τότε ιδιαίτερως φιλικό τους, Ισραήλ, για να εκπαιδευθούν σχετικά…). Και με απειλές αναχαίτισης των εμπορικών πλοίων που θα τους μετέφεραν ή και για ναυτικό αποκλεισμό της Νήσου. Αντίστοιχα οι απαντήσεις από ελληνικής πλευράς, μιλούσαν για υπεράσπιση της Κύπρου και για το δικαίωμα της στην αυτοάμυνα.
Το σκηνικό συνεχίστηκε το 1998, οπότε μετά από πολλές παλινωδίες και προβληματισμούς (και σε Κύπρο και σε Ελλάδα), το Νοέμβριο του ίδιου έτους σε σύσκεψη στην Αθήνα, αποφασίστηκε η μεταφορά των S-300 στην Ελλάδα, και η εγκατάσταση τους στην Κρήτη, ως μέσο “εκτόνωσης” της όλης κρίσης. Η πρόταση που ουσιαστικά επεβλήθη στην Λευκωσία, ήταν από την κυβέρνηση Σημίτη που επέμενε πως η εγκατάσταση στη Κύπρο αύξανε σημαντικά την πιθανότητα νέας σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης, ενώ τονίζοταν η αδυναμία υπεράσπισης των εκτοξευτών εντός Κύπρου από μικρότερου βεληνεκούς συστήματα, ο επηρεασμός των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Λευκωσίας στην Ε.Ε., και βέβαια οι πολλές διεθνείς αντιδράσεις.

Η εξέλιξη αυτή σαφώς ήταν μια ελληνική και κυπριακή ήττα τόσο κύρους όσο και στρατιωτικής ενίσχυσης, αλλά κατά την εκτίμηση μας η τότε -κυρίως ελληνική απόφαση, με την Κύπρο να ακολουθεί συρόμενη χωρίς εναλλακτική- μέσα στον τακτικισμό της, εμπεριείχε και τον απαραίτητο κυνισμό της μακροπρόθεσμης στόχευσης.
Καθώς η Ελλάδα είχε νωπό το σοκ των Ιμίων, η δική της εξοπλιστική προσπάθεια μετά την κρίση είχε μόλις ξεκινήσει και οι δύο αδελφές χώρες ήταν σε πολιτική και θυμική υπερένταση για το όλο ζήτημα. Ακόμη το διεθνές περιβάλλον δεν μας ευνοούσε και η Τουρκία είχε εσκεμμένα εκτραχύνει το κλίμα, μειώνοντας την πολιτική της ευελιξία για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης αλλά και εγχώριας πολιτικής διαμάχης.
Άρα το υψηλό ρίσκο νέας κρίσης και σε γεωγραφικό χώρο μη προτιμητέο από την ελληνική πλευρά, βάρυνε αποφασιστικά. Συν βέβαια η γενικότερη… απέχθεια της εποχής για γεωπολιτικές εντάσεις καθώς είχαν τεθεί άλλες προτεραιότητες. Πάντως η ιστορική συζήτηση για το θέμα παραμένει ανοιχτή και είναι μια άσκηση στο διηνεκές “τι θα μπορούσε να γίνει αλλιώς”.
Η απόδοση στην Ελλάδα
Ξανά ακροθιγώς, η ελληνική “θητεία” των S-300 δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Η πλήρως ενσωμάτωση των συστημάτων στο εθνικό δίκτυο αεράμυνας ουδέποτε έγινε, δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί σύστημα IFF (αναγνώρισης φίλου ή εχθρού), η υποστήριξη των συστημάτων εξαρτιόταν από τη Ρωσία όπως ήταν αναμενόμενο, ενώ η συντήρηση των μη-δυτικής φιλοσοφίας και σχεδίασης υποδομών ήταν δύσκολη. Ελληνικές λύσεις σε κάποια προβλήματα βρέθηκαν (πατέντες θα τις λέγαμε…), αλλά ήταν περισσότερο ανάγκης, παρά επίτευξης πλήρους λειτουργικότητας. Για να το διατυπώσουμε απλά, η Ελλάδα δεν κατάφερε να πάρει το μέγιστο των ικανοτήτων των S-300.
Έτσι αυτοί παρέμεναν ως μια “νησίδα αεράμυνας” στην Κρήτη, περίπου αυτόνομης δράσης. Αλλά και εδώ η έλλειψη επενδύσεων και η γενικότερη εκτίμηση πως δεν μπορεί να γίνει κάτι πολύ καλύτερο, οδήγησαν σε μεγαλύτερη έκπτωση ικανότητων. Δοκιμαστική βολή έγινε μόνο μια φορά -το 2013- στην σχεδόν τριαντάχρονη υπηρεσία των συγκεκριμένων αντιαεροπορικών, κι αυτή με αναγκαία την έλευση ρωσικού συνεργείου πιστοποίησης βλημάτων, στην Κρήτη.
Σήμερα, 13 χρόνια μετά την βολή, όλα τα βλήματα έχουν “λήξει” και χρειάζονται επαναπιστοποίηση, την οποία κανείς δεν είναι πρόθυμος να χρηματοδοτήσει. Οπότε η χθεσινή δήλωση του κ. Δένδια περιέγραψε κάτι που έτσι κι αλλιώς είχε διαγραφεί, από την πολύχρονη ελληνική “αμηχανία” για το σύστημα, που έφθασε σε εμάς δια της τεθλασμένης οδού.
Η παράμετρος των F-35A
Να επισημάνουμε εδώ και ένα άλλο σκέλος της απόσυρσης των S-300. Χωρίς η Ελλάδα να ταυτίζεται με την Τουρκία, η οποία έχει υποστεί σοβαρές κυρώσεις από την αγορά των δικών της ρωσικών S-400, κάτι που την οδήγησε στην αποβολή από το πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών F-35, τα δύο συστήματα, δηλαδή οι ελληνικοί S-300 και τα υπό αναμονή ελληνικά F-35A σχετίζονται. Καθώς η συνύπαρξη ενός εξελιγμένου (έστω και παλαιότερης γενιάς) ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος με ισχυρά ραντάρ, στον ίδιο χώρο επιχειρήσεων και στη ίδια δομή δυνάμεων με τα F-35, προσκρούει σε αμερικανική “ένσταση”. Εφόσον βέβαια επιδιώξουμε ταυτόχρονη λειτουργία τους!
Δεν δεχόμαστε βέβαια πιέσεις όπως η Τουρκία, γιατί στις ΗΠΑ γνωρίζουν καλά τη σημαντική διαφορά των ελληνορωσικών σχέσεων με την εξόφθαλμη προσέγγιση Άγκυρας-Μόσχας (με τα όποια αγκάθια), αλλά οι σχετικές… προτροπές υπάρχουν. Και μιας και το S-300 έχει πρακτικά γεράσει τεχνολογικά, και δεν υποστηρίζεται στην περίπτωση μας, ενώ επίκειται και η προμήθεια νέων και πολύ πιο σύγχρονων ισραηλινών συστημάτων, που θα ενταχθούν και στις εγχώριες και νατοϊκές προδιαγραφές χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, η απόσυρση των ρωσικών εκτοξευτών σε κάποια χρόνια, μοιάζει, πολιτικά και πρακτικά… ανακουφιστική.
Η προσφορά των S-300
Ήταν λοιπόν “άχρηστοι” οι ρωσικοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς των 150 χιλιομέτρων, για την Ελλάδα; Ο αναγνώστης θα μπορούσε -διαβάζοντας τα παραπάνω- να οδηγηθεί σε αυτό το συμπέρασμα. Αλλά θα είναι λάθος. Το σύστημα -με τα όποια προβλήματα ενσωμάτωσης- παρέμεινε στο ελληνικό οπλοστάσιο, προβλημάτισε για πολλά χρόνια την απέναντι πλευρά, ενεργοποιήθηκε και έδειξει τις ικανότητες του σε ανίχνευση, εκπαίδευσε μια γενιά Ελλήνων χειριστών αντιαεροπορικών, μας έδωσε πολλές γνώσεις και πεδίο νέων σεναρίων και ασκήσεων. Έτσι η αποτρεπτική του δυναμική δεν ήταν μικρή, έστω και “ως είχε”. Το ότι πλέον είναι στην κάθοδο του τεχνολογικά και θα αποσυρθεί σε κάποια χρόνια, δεν το απαξιώνει ιστορικά.
Ιδανικά, αν εδώ και αρκετά χρόνια, είχαμε καταφέρει – και ενδιαφερθεί- να βρούμε μια λύση επαναπιστοποίησης των βλημάτων του, δημιουργίας αποθέματος ανταλλακτικών, και εγχώριας συντήρησης βιομηχανικού επιπέδου, θα μπορούσε για αρκετά χρόνια ακόμη να προσφέρει, παρά τις όποιες εισαγόμενες “γκρίνιες”.
Και βέβαια οι γνωστές ελληνικές πολιτικές φοβίες και δισταγμοί, μας απέτρεψαν, σε ένα “στενό” παράθυρο ευκαιρίας που είχε παρουσιαστεί, να δώσουμε τους δικούς μας S-300 στην Ουκρανία με καλό αντάλλαγμα. Οπότε, οι δύο παραπάνω εναλλακτικές, που ούτε η μια ούτε η άλλη ασκήθηκαν, είναι που αφήνει την πικρή γεύση. Μα και την πικρότερη επίγευση, ενός φόβου επανάληψης των “ίδιων λαθών”.
Ενδεικτική βιβλιογραφία για την κρίση των S-300 στην Κύπρο
- Για περισσότερα είναι ενδιαφέρουσα η ανάγνωση του βιβλίου “Καταγραφή” του τότε υπουργού Αμύνης της Κύπρου, Γιαννάκη Ομήρου, εκδόσεις Καστανιώτη όπως και…
- του “Ίμια-S300-Οτσαλάν”,του τότε υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, Θεόδωρου Πάγκαλου, εκδόσεις Κέρκυρα,
- του “Η ελληνο-τουρκική σύγκρουση από την Κύπρο έως τα Ίμια, τους S-300 και το Ελσίνκι 1955-2000”, του Χριστόδουλου Γιαλλουρίδη, εκδόσεις Ι. Σιδέρη,
- του “Ελληνοτουρκικές σχέσεις” του Άγγελου Συρίγου, εκδόσεις Πατάκη,
- του “Η σύμφωνία που γκρίζαρε το Αιγαίο – από τα Ίμια στη Μαδρίτη”, των Μιχάλη Ιγνατίου και Νίκου Μελέτη, εκδόσεις Πεδίο,
- της μονογραφίας “Δυνατότητες και Περιορισμοί για την Ανάπτυξη της Αμυντικής Ικανότητας της Κύπρου: Η Περίπτωση Των S-300”, της Κατερίνας Χατζηαντωνίου, εκδόσεις Κυπριακού Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων.