Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει από το Μάιο ότι θα μειώσει σημαντικά τις αμερικανικές δυνάμεις που έχουν δεσμευθεί στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ, προκειμένου να διατηρήσει μεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία απέναντι στην αυξανόμενη πρόκληση της Κίνας και στην πιθανότητα ταυτόχρονων κρίσεων σε περισσότερα από ένα θέατρα επιχειρήσεων.
Και οι δηλώσεις του ίδιου στην πρόσφατη σύνοδο Κορυφής της συμμαχίας, στην Άγκυρα, έδειξαν την συνεχιζόμενη διάσταση ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, καθώς καταφέρθηκε με απαξίωση κατά κρατών-μελών (όπως την Ισπανία), αλλά και συνέχισε τα καυστικά σχόλια γιατί δεν κινητοποιήθηκαν να συνδράμουν την επίθεση στο Ιράν.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή Ευρώπης (SACEUR), Πτέραρχο της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας Alexus Grynkewich, οι ευρωπαϊοι σύμμαχοι προς το παρόν, έχουν καταφέρει να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος των κενών που δημιουργούνται.
«Μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι κάλυψαν σε μεγάλο βαθμό τα κενά που άφησαν οι αμερικανικές μειώσεις στο NATO Force Model (δηλαδή το μοντέλο διάταξης και ανάπτυξης των συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη). Στις ελάχιστες περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ισοδύναμη δυνατότητα, εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις που μπορούν να επιτύχουν το ίδιο επιχειρησιακό αποτέλεσμα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από τους προϋπολογισμούς στις πραγματικές δυνάμεις
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ίσως την απόδειξη ότι η συζήτηση περί «ευρωπαϊκής ανάληψης ευθυνών» μετατρέπεται πλέον σε επιχειρησιακή πραγματικότητα. Το NATO Force Model δεν βασίζεται σε θεωρητικές δεσμεύσεις ή ποσοστά αμυντικών δαπανών, αλλά σε συγκεκριμένες μονάδες, αεροσκάφη, πλοία και συστήματα που κάθε χώρα διαθέτει για την άμεση αντίδραση της Συμμαχίας κατά τις πρώτες 10, 30 και 180 ημέρες μιας κρίσης.
Η κάλυψη των αμερικανικών κενών σημαίνει ότι ευρωπαϊκά κράτη προσέφεραν πρόσθετες δυνάμεις υψηλής ετοιμότητας, αναλαμβάνοντας αποστολές που μέχρι πρόσφατα βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αεροπορική ισχύς περνά σταδιακά στην Ευρώπη
Εικόνα της νέας πραγματικότητας που ακόμη διαμορφώνεται, αποτέλεσε η μεγάλη αεροπορική άσκηση Ramstein Flag 2026, στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 200 αεροσκάφη. Παρά το γεγονός ότι οι αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις ήταν περιορισμένες λόγω της εμπλοκής τους στις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή (μόλις 20 ήταν αμερικανικά F-35 από τα κάπου 180 μαχητικά που συμμετείχαν), αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.
Άλλωστε υπάρχει σημαντική επένδυση των ευρωπαϊκών κρατών σε σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη τα τελευταία χρόνια. Η σταδιακή ένταξη εκατοντάδων F-35, η διατήρηση στόλων Eurofighter Typhoon, Rafale και Gripen, καθώς και η αύξηση της διαλειτουργικότητας μεταξύ των αεροπορικών δυνάμεων, επιτρέπουν στην Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της αποστολής αεράμυνας της Συμμαχίας.
Οι δυνατότητες που δεν αντικαθίστανται εύκολα
Παρά την πρόοδο, υπάρχουν ακόμη τομείς στους οποίους η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει καθοριστική. Μεγάλο κενό αφορά τα στρατηγικά βομβαρδιστικά καθώς η Ευρώπη δεν διαθέτει αντίστοιχη δυνατότητα. Έτσι τα αμερικανικά B-52 Stratofortress, B-1B Lancer και B-2 Spirit που κατά καιρούν σταθμεύουν στην Ευρώπη προσφέρουν μοναδικές δυνατότητες:
- προσβολή στόχων σε διηπειρωτικές αποστάσεις,
- μεταφορά μεγάλου αριθμού όπλων ακριβείας,
- παρατεταμένη παραμονή στην περιοχή επιχειρήσεων,
- συμβατικές αλλά και πυρηνικές αποστολές.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και ο τομέας του εναέριου ανεφοδιασμού. Οι αμερικανικές δεσμεύσεις μειώνονται σημαντικά, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές χώρες να καλούνται να αξιοποιήσουν περισσότερο τα αεροσκάφη Airbus A330 MRTT που διαθέτουν. Παράλληλα, το ΝΑΤΟ εφαρμόζει νέες επιχειρησιακές τακτικές, αξιοποιώντας εκτεταμένο δίκτυο προκεχωρημένων αεροδρομίων σε Σκανδιναβία και Κεντρική Ευρώπη. Η φιλοσοφία αυτή βασίζεται στη γρήγορη προσγείωση, ανεφοδιασμό και επανεξοπλισμό των μαχητικών σε διάσπαρτες βάσεις, μειώνοντας την ανάγκη συνεχούς εναέριου ανεφοδιασμού.
Και βέβαια κεντρική είναι η θέση των ΗΠΑ σε υποδομές διοίκησης, πληροφοριών και υποστήριξης, όπου μεγάλο μέρων των νατοϊκών τηλεπικοινωνιών, της δορυφορικής επισκόπησης και της στρατηγικής αναγνώρισης, της ανταλλαγής δεδομένων μάχης, στηρίζεται σε αμερικανικές υποδομές ή βρίσκεται υπό αμερικανικό έλεγχο σε κεντρικό επίπεδο (π.χ. στην παραγωγή κωδικών κρυπτογράφησης, στην υπολογιστική ισχύ, στην διασύνδεση των δικτύων).
Τα παραπάνω όμως εκτιμάται πως θα συνεχίσουν να παρέχονται καθώς δεν έχουν το μεγάλο κόστος παραμονής και συντήρησης στην Ευρώπη συμβατικών δυνάμεων. Έτσι εμφανίζεται μια τάση ανακατανομής ευθυνών, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πάροχο στρατηγικών δυνατοτήτων της Συμμαχίας, ενώ η Ευρώπη θα αναλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της συμβατικής αποτροπής, ιδιαίτερα στην αεράμυνα, στις χερσαίες επιχειρήσεις και στις ναυτικές αποστολές.
Ωστόσο, η εικόνα δεν πρέπει να δημιουργεί ψευδαισθήσεις πλήρους στρατηγικής αυτονόμησης. Οι μοναδικές δυνατότητες που προσφέρει ακόμη η αμερικανική στρατιωτική ισχύς παραμένουν αναντικατάστατες. Η πραγματική πρόκληση για το ΝΑΤΟ δεν είναι μόνο να καλύψει αριθμητικά τα επιχειρησιακά κενά, αλλά να διατηρήσει αυτές τις νέες ευρωπαϊκές δυνάμεις σε υψηλή ετοιμότητα, με επαρκή αποθέματα πυρομαχικών, προσωπικό και βιομηχανική υποστήριξη. Μόνο τότε η μετάβαση σε μια πιο ευρωπαϊκή συμβατική άμυνα θα μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής.