Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεσμεύτηκε σήμερα να άρει τις κυρώσεις CAATSA που επιβλήθηκαν στην Τουρκία το 2020, δηλώνοντας το μετά τη σημερινή διμερή συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
«Θα άρουμε τις κυρώσεις… Δεν θέλουμε να τιμωρούμε φίλους», είπε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους, προσθέτοντας ότι είναι σε συνεννόηση με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Πολέμου Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ για το όλο θέμα -κάτι που είχε επαναλάβει και παλαιότερα. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο και πώλησης μαχητικών F-35, παρά την απαγόρευση του Κογκρέσου.
«Θα το εξετάσουμε σίγουρα. Η Τουρκία ήταν με πολλούς τρόπους πολύ πιο πιστός σύμμαχος από άλλες χώρες. Είναι το καλύτερο αεροπλάνο κατά πολύ», τόνισε, απορρίπτοντας ανησυχίες για την τουρκική προμήθεια των ρωσικών αντιαεροπορικών S-400. Υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ έχουν «υποχρέωση» να συντηρούν εξοπλισμό που πωλούν σε συμμάχους και χαρακτήρισε τη σχέση ΗΠΑ-Τουρκίας «καλύτερη από ποτέ».

Ο Τραμπ επαίνεσε τον Ερντογάν ως «μεγάλο ηγέτη» και «σεβαστό παγκοσμίως», σημειώνοντας ότι υπό την ηγεσία του η Τουρκία έγινε «πολύ ισχυρή στρατιωτικά» και «δύναμη που πρέπει να υπολογίζεται».
Οι παραπάνω δηλώσεις Τραμπ βέβαια παραμένουν στο ίδιο πλαίσιο με αυτά που έχει κατά καιρούς πει για το καίριο αυτό ζήτημα, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποιος μηχανισμός και διαδικασία θα μπορέσει να υλοποιήσει μια πώληση F-35 προς την Τουρκία. Το νομικό εμπόδιο από το Κογκρέσο παραμένει, υπάρχει εκεί ένας πυρήνας νομοθετών και από τα δύο κόμματα (Δημοκρατικό και Ρεπουμπλικανικό) που αντιδρούν – πυρήνας βέβαια που αυτή τη στιγμή δεν έχει καταμετρηθεί τι επιρροή έχει. Σαφώς όμως οι αόριστες αυτές διατυπώσεις είναι ευνοϊκές για τον Ερντογάν, έστω και χωρίς χρονοδιάγραμμα ή πρόταση υλοποίησης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: Έχει σήμερα ο Τραμπ το πολιτικό κεφάλαιο εντός ΗΠΑ να έρθει σε σύγκρουση με μερίδα του Κογκρέσου και να οργανώσει μια εκστρατεία αλλαγής νόμου για τα F-35, διαπραγματευόμενος με τις πολλές ομαδοποιήσεις βουλευτών και γερουσιαστών στη χώρα του; Και να το κάνει αυτό για “χάρη της Τουρκίας”; Ειδικά ενόψει των βουλευτικών εκλογών που γίνονται φέτος στις ΗΠΑ το Νοέμβριο; Η λογική απάντηση είναι “όχι”, καθώς το περίπλοκο σχήμα της αμερικανικής διακυβέρνησης με τις πολλές και μεταβαλλόμενες ισορροπίες μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου πολύ δύσκολα ενεργοποιείται και “ερεθίζεται” για τέτοιες “εξωτερικές” υποθέσεις.
Άρα ο Τραμπ κολακεύει σήμερα την Τουρκία και προωθεί το ενδιάμεσο βήμα πώλησης κινητήρων F110 που χρειάζονται στην Άγκυρα για να εξελίξει το δικό της μαχητικό. Πολύ πιθανά θα “σπρώξει” και την ήδη εγκεκριμένη πώληση νέων μαχητικών F-16 στην Τουρκία όπως και των πολλών όπλων που έχουν ζητηθεί, αφήνοντας τα F-35 να φαντάζουν ως “καρότο” για κάποια επόμενη φάση.
Ενώ η άρση των κυρώσεων CAATSA, που νομοθετικά διαχωρίζεται από την πώληση F-35, αυτή μπορεί να γίνει με προεδρικό διάταγμα και με επίκληση “κρίσιμων αμερικανικών συμφερόντων” αν και εδώ πάλι θα υπάρξουν -το πιθανότερο- περιορισμοί και διαπραγματεύσεις με το Κογκρέσο. Αυτό όμως είναι δυνατό να υλοποιηθεί, καθώς θα επιτρέψει μια γενικότερη ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας σε βιομηχανικό επίπεδο, που το επιδιώκουν και οι δύο πλευρές.
Τι σημαίνουν τα παραπάνω για την χώρα μας; Το έχουμε ξαναγράψει πολλές φορές, ας το επαναλάβουμε. Η δική μας διαδρομή δεν μπορεί να αγνοεί ούτε τον τουρκικό αναθεωρητισμό, ούτε την εκεί εξοπλιστική φρενίτιδα ούτε την ανάπτυξη σωρείας εγχώριων όπλων. Αυτά από μόνα τους, και χωρίς F-35, αποτελούν καίρια στοιχεία που πρέπει να εξισορροπηθούν με αντίστοιχες δράσεις σκληρής ισχύος, αλλά πολύ πιο δομημένες και οικονομικότερες (καθώς ο απευθείας ανταγωνισμός “δολάριο το δολάριο” είναι αδύνατον να γίνει).
Άρα παραμένουμε σε όσα ξέρουμε και αναζητούμε μια συστηματική πολιτική εθνικής άμυνας η οποία θα επιλέγει το συμφερότερο οικονομικά, το αποτελεσματικότερο επιχειρησιακά, το αποδοτικότερο γεωπολιτικά, το σταθερότερο μακροχρόνια, το καινοτομικό οπωσδήποτε και βέβαια το εγχώριας ανάπτυξης για τη δυνατόν απεξάρτηση από κάθε “κυματισμό παραλογισμού”, που φαίνεται να επικρατεί διεθνώς.