Η υπογραφή του νέου “οδικού χάρτη” αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Εσθονίας σηματοδοτεί μια αναπροσαρμογή της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Έτσι από τον Απρίλιο του 2027, το υφιστάμενο συγκρότημα μάχης των περίπου 800 ανδρών, εξοπλισμένο με άρματα Challenger 2 και τεθωρακισμένα οχήματα μάχης, θα αντικατασταθεί από μια Mobile Anti-Armour Force (MAAF), δηλαδή μια δύναμη 1.200 στρατιωτών, οργανωμένη ειδικά για τις απαιτήσεις του εσθονικού θεάτρου επιχειρήσεων.

A selection of equipment which will be on display at the Army Warfare Experiment 2020. Left to Right: A soldier from 5 Rifles holding a Bug Nano UAV, an X2 unmanned ground vehicle, Mission Master unmanned ground vehicle, Viking unmanned ground vehicle, MUTT unmanned ground vehicle, Athena Armoured Vehicle.

Η νέα δύναμη δεν αποτελεί απλώς μια ελαφρύτερη έκδοση του σημερινού σχηματισμού, αλλά ενσωματώνει μια διαφορετική φιλοσοφία. Θα βασίζεται σε ευκίνητα οχήματα, εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων αναγνώρισης και κρούσης, σύγχρονα αντιαρματικά όπλα, αναβαθμισμένους εκτοξευτές M270 MLRS και ένα ψηφιακό δίκτυο διοίκησης και ελέγχου με τεχνητή νοημοσύνη, γνωστό ως ASGARD, το οποίο επιταχύνει τον κύκλο εντοπισμού, λήψης απόφασης και προσβολής στόχων.

Σύμφωνα με το βρετανικό Υπουργείο Άμυνας, η απόφαση βασίστηκε σε εκτεταμένες αναλύσεις και πολεμικά παίγνια που διεξήχθησαν από κοινού με την Εσθονία. Παράλληλα, αξιοποιήθηκαν τα διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία, όπου η συνεχής επιτήρηση του πεδίου μάχης από drones, η χρήση πυρών ακριβείας και η ανάγκη για διασπορά των δυνάμεων έχουν μεταβάλει σημαντικά τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί μηχανοκίνητου πολέμου.

Βαρύτητα δόθηκε και στα συμπεράσματα της άσκησης Hedgehog 2025, κατά την οποία ουκρανικές ομάδες χειριστών drones, σε συνεργασία με εσθονικές μονάδες, επέδειξαν την αποτελεσματικότητα των μη επανδρωμένων συστημάτων απέναντι σε συμβατικούς μηχανοκίνητους σχηματισμούς.

Η εξέλιξη αυτή δεν σηματοδοτεί εγκατάλειψη των αρμάτων μάχης από τον Βρετανικό Στρατό, ο οποίος συνεχίζει τον εκσυγχρονισμό των όσων έχει στο πρότυπο Challenger 3. Αλλά αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη προσαρμογή στις απαιτήσεις του σύγχρονου πεδίου μάχης, όπου η δικτυοκεντρική λειτουργία, η υψηλή κινητικότητα, τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα πυρά μεγάλης ακρίβειας αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο βάρος.