Νέα σφοδρή επίθεση εναντίον του Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας ανοιχτά ότι δεν επιθυμεί πλέον να συνεργάζεται με τον Ουκρανό πρόεδρο, τον οποίο κατηγορεί ότι δεν θέλει πραγματικά να καταλήξει σε συμφωνία με τη Ρωσία. Σε συνέντευξή του στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο Newsmax, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστήριξε ότι μια ειρηνευτική συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή του σημερινού ηγέτη της Ουκρανίας. «Δεν θέλει να διαπραγματευτεί. Λέει ότι θέλει, αλλά δεν είναι έτσι. Δεν είμαι καθόλου μεγάλος θαυμαστής του Ζελένσκι», δήλωσε χαρακτηριστικά. Οι τοποθετήσεις του έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσινγκτον ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση στο Κίεβο να δεχθεί εδαφικές παραχωρήσεις, την ώρα που η Ρωσία συνεχίζει τις επιθέσεις εναντίον ουκρανικών πόλεων και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Ο Τραμπ δεν περιορίστηκε στην κριτική προς τον Ζελένσκι. Χαρακτήρισε «ντροπή» τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, υποστηρίζοντας ότι το μόνο που πετυχαίνουν είναι να αυξάνουν τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. «Θέλω να σταματήσει ο Ζελένσκι και θέλω το ίδιο και από τον Πούτιν», είπε, προσθέτοντας ότι τα πλήγματα στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις δεν βοηθούν στην επίτευξη ειρήνης. Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο Ουκρανός πρόεδρος πρέπει να κάνει υποχωρήσεις, επειδή η Ρωσία διαθέτει πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό και μπορεί να αντέξει έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς. «Η αλήθεια είναι ότι η Ρωσία είναι μια τεράστια χώρα. Μπορεί να χάσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους και να έχει ακόμη πολλά εκατομμύρια πίσω τους», δήλωσε. Πρόκειται για μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει το αριθμητικό πλεονέκτημα της Ρωσίας ως βασικό επιχείρημα υπέρ των ουκρανικών υποχωρήσεων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι η Μόσχα είναι εκείνη που εισέβαλε στην Ουκρανία.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν και οι αναφορές του στην Κριμαία και στην αποτυχημένη ρωσική επίθεση εναντίον του Κιέβου το 2022. Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε τον Μπαράκ Ομπάμα για την απώλεια της Κριμαίας, υποστηρίζοντας ότι επί της προεδρίας του η Ουκρανία ουσιαστικά αναγκάστηκε να την παραδώσει στη Ρωσία. Στη συνέχεια περιέγραψε την κατεχόμενη χερσόνησο ως «το πιο πολύτιμο κομμάτι γης της Ουκρανίας» και «το πιο όμορφο μέρος», προσθέτοντας ότι γνωρίζει από πολύτιμα ακίνητα επειδή είναι κατασκευαστής. Μάλιστα, είπε ότι η Κριμαία περιβάλλεται από ωκεανό «και από τις τέσσερις πλευρές», παρότι πρόκειται για χερσόνησο στη Μαύρη Θάλασσα. Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η προσπάθειά του να εξηγήσει γιατί απέτυχε η ρωσική προέλαση προς το Κίεβο τις πρώτες εβδομάδες της εισβολής. Αντί να αναφερθεί στην αντίσταση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, απέδωσε την αποτυχία σε έναν Ρώσο στρατηγό που, όπως είπε, οδήγησε τα άρματα μάχης σε χωράφια γεμάτα λάσπη εξαιτίας των βροχοπτώσεων. Άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι η σωτηρία της ουκρανικής πρωτεύουσας ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα τύχης.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται να προστεθούν στις επανειλημμένες πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ προς την Ουκρανία για μια συμφωνία με τη Μόσχα. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει θέσει ως όρο για τις διαπραγματεύσεις την αποχώρηση των ουκρανικών στρατευμάτων από τέσσερις περιφέρειες της χώρας, ακόμη και από περιοχές που ο ρωσικός στρατός δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, έχει ήδη μιλήσει δημόσια για την ανάγκη διεξαγωγής προεδρικών εκλογών στην Ουκρανία και την ανάδειξη νέου ηγέτη. Τώρα δηλώνει ότι δεν θέλει να έχει σχέση με τον Ζελένσκι, επικρίνει τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικούς στόχους και παρουσιάζει την αριθμητική υπεροχή της Ρωσίας ως λόγο για να υποχωρήσει το Κίεβο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί: όταν ο ένας συνομιλητής καλείται διαρκώς να κάνει παραχωρήσεις και ο άλλος συνεχίζει να βομβαρδίζει, για τι είδους ειρηνευτική συμφωνία μιλάμε;