Σε μια εξέλιξη με βαρύνουσα στρατηγική σημασία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις πρόκειται να προμηθευτούν έως και 400 πυραύλους cruise, Tomahawk Block Vb από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συμφωνία οριστικοποιήθηκε στις 7 και 8 Ιουλίου 2026, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, με κόστος περίπου 1,15 δισεκατομμύρια ευρώ για τους πυραύλους και επιπλέον 220 εκατομμύρια για τρία συστήματα επίγειας εκτόξευσης Typhon.
Οι πύραυλοι, με εμβέλεια που ξεπερνά τα 1.600 χιλιόμετρα και εξοπλισμένοι με το προηγμένο σύστημα κεφαλής JMEWS για την καταστροφή οχυρωμένων στόχων, θα καλύψουν το σημαντικό κενό της Γερμανίας στις δυνατότητες βαθιάς κρούσης ακριβείας. Πέρα από τους εκτοξευτές Typhon θα μπορούν να αναπτυχθούν και σε φρεγάτες του γερμανικού ναυτικού (σήμερα τις κλάσεις F123 και F124 και τις μελλοντικές ΜΕΚΟ και F127), ενισχύοντας την αποτρεπτική ικανότητα του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.

Η κίνηση αυτή έρχεται να συμπληρώσει το υπάρχον γερμανικό οπλοστάσιο, που ήδη διαθέτει τον πύραυλο cruise, Taurus με μικρότερη εμβέλεια (κάπου 500 χιλιόμετρα), ενώ παράλληλα η Γερμανία επιδιώκει ευρωπαϊκές εναλλακτικές μέσω του προγράμματος ELSA.
Ωστόσο, η τοποθέτηση αυτών των μακράς εμβέλειας όπλων στο γερμανικό έδαφος εγείρει σοβαρές ανησυχίες στη Μόσχα και δημιουργεί επικίνδυνες γεωπολιτικές επιπτώσεις. Πρόκειται για όπλα που, αν και στις τρέχουσες εκδόσεις φέρουν συμβατικές κεφαλές, έχουν θεωρητικά την ικανότητα μεταφοράς πυρηνικών κεφαλών. Οπότε η παρουσία τους στη Γερμανία, σε απόσταση ικανή να πλήξει στόχους βαθιά στο ρωσικό έδαφος, εκλαμβάνεται από τη ρωσική ηγεσία ως άμεση απειλή και σαφής κλιμάκωση.
Η εξέλιξη παραπέμπει στις κρίσεις του Ψυχρού Πολέμου με τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς (MRBMs). Τη δεκαετία του 1980, η ανάπτυξη αμερικανικών Pershing II στη Δυτική Γερμανία και σοβιετικών SS-20 στην Ανατολική Ευρώπη προκάλεσε έντονη ένταση, μαζικές διαδηλώσεις και οδήγησε τελικά στη Συνθήκη INF του 1987. Σήμερα, μετά την κατάρρευση της συνθήκης αυτής, η νέα ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων κινδυνεύει να πυροδοτήσει περαιτέρω κούρσα εξοπλισμών και να αυξήσει δραματικά τον κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης στην Ευρώπη.
Η Ρωσία έχει ήδη προειδοποιήσει για αντίμετρα σε παρόμοιες κινήσεις, ενώ η Γερμανία, υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και τον υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, επιμένει ότι πρόκειται για αμυντική αναγκαιότητα.