Η εποχή των μη επανδρωμένων συστημάτων έχει αλλάξει οριστικά και ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, τα drones απέδειξαν ότι δεν αποτελούν πλέον μια εξειδικευμένη τεχνολογία, αλλά τον κεντρικό παράγοντα ισχύος, όπου η ποσότητα, η ταχύτητα παραγωγής και η δυνατότητα συνεχούς εξέλιξης έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία.

Η Ελλάδα σε αυτή την κούρσα τεχνολογίας και αμυντικής αυτάρκειας δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα σημαντικό εγχώριο οικοσύστημα εταιρειών που δραστηριοποιούνται στα UAV, στα μη επανδρωμένα επιφανείας και στις συναφείς τεχνολογίες. Η Altus LSA, η SAS Technology, η EFA Group μέσω εταιρειών όπως η Ucandrone και η Aether, η Intracom Defense, η Delian, η Trygons, η Miltech αλλά και η κρατική Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, μα και άλλες, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας αμυντικής βιομηχανικής βάσης που διαθέτει πλέον τεχνογνωσία και δυνατότητες ανάπτυξης σύγχρονων λύσεων. Και η ΠΤΗΣΗ έχει δαπανήσει άπειρο ”ψηφιακό” αλλά και πραγματικό μελάνι (στην έντυπη έκδοση) για την ανάδειξη των επιτευγμάτων των ελληνικών εταιρείων.

Το μεγάλο παράδοξο; Αν και υπάρχει η βιομηχανική βάση, η εμπειρία, η σχεδίαση και η παραγωγή πολλών πρωτοτύπων μη επανδρωμένων, από τετρακόπτερα έως σταθερής πτέρυγας, έως περιπλανόμενα πυρομαχικά, και αυτόνομης δράσης μη επανδρωμένα επιφανείας, αν και γίνονται δοκιμές και εξέλιξη τους, αν και υφίσταται εγχώριο ανθρώπινο δυναμικό, αν και όλος ο πλανήτης κατευθύνεται προς την μαζική αγορά και προμήθεια και ανάπτυξη τους τέτοιων κατασκευών, η Ελλάδα “πρωτεύει” στο εξής: Οι Ένοπλες Δυνάμεις της, δεν αγοράζουν ελληνικά μη επανδρωμένα!

Το εξωφρενικό αυτό δεν καλύπτεται πλέον με “τίποτα”. Ναι υπάρχουν μικρές περιστασιακές αγορές ελάχιστων ελληνικών drones (αν και αρκετά είναι δωρεές των ίδιων των εταιρειών στις Ένοπλες Δυνάμεις). Ναι υπάρχουν προσκλήσεις να δείξουν και να δοκιμάσουν οι εταιρείες τα μοντέλα τους σε στρατιωτικές ασκήσεις. Ναι υπάρχει μια γενική κινητικότητα και το ΕΛΚΑΚ έχει ανακοινώσει κάποιες διαδικασίες για υποβολή προτάσεων. Αλλά στην πράξη; Στην ουσία; Κανείς δεν μπορεί να δείξει μια σαφή ολοκληρωμένη αγορά σημαντικής αξίας, δεκάδων, εκατοντάδων ή και χιλιάδων (φθηνών), ελληνικών λύσεων.

Οχι ελληνικό αλλά πάντα από ξένο ράφι;

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο “μυστηριακή” αν δούμε τις πρόσφατες εξελίξεις. Μόλις πριν λίγες ημέρες εγκρίθηκε η προμήθεια 10 συστημάτων αμερικανικών UAV τύπου V-BAT, μετά την αρχική δωρεά τεσσάρων συστημάτων από την ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα. Εγκρίθηκε επίσης η αγορά περισσότερων ισραηλινών Heron, αγοράστηκαν τα αυστριακά ελικοπτεράκια S-100 Camcopter για τις φρεγάτες FDI, είχαμε πάρει τα ισπανικά A900 πάλι για το Ναυτικό, αγοράσαμε τα (έως και από το Παρίσι πλέον ακυρωμένα), γαλλικά Patroller, αλλά και τώρα παίρνουμε τα αμερικανικά περιφερόμενα πυρομαμαχικά Switchblade, ενώ παραλάβαμε (πακέτο με τους πυραύλους NLOS) και τα ισραηλινά Orbiter. To Λιμενικό της χώρας μας έφθασε να αναζητά και “HALE ψευδοδορυφόρο”, με προδιαγραφές που απλώς δεν τις προσφέρει κανείς στον πλανήτη. Αλλά κάτι “φτιαγμένο στην Ελλάδα”; “Από ελληνική εταιρεία”; Φυσικά και όχι.

Γιατί 25% ελληνική συμμετοχή και όχι 80%;

Τα ακατανόητα συνεχίζονται. Το υπουργείο Εθνικής Αμύνης έχει θεσπίσει εδώ και καιρό την απαίτηση, ώστε κάθε αγορά εξοπλιστικών συστημάτων να έχει τουλάχιστον 25% ελληνική συμμετοχή. Και πολύ καλά κάνει. Τι ποσοστό συμμετοχής όμως έχει εξασφαλίσει σε αυτή την συνεχή ροή αγορών μη επανδρωμένων από το εξωτερικό; Μπορείτε να το φανταστείτε. Το στρογγυλό “Μηδέν” ή πολύ κοντά σε αυτό. Την ίδια στιγμή οι ελληνικές λύσεις που και ώριμες είναι ή πλησιάζουν στην τεχνολογική τους ωρίμανση, που προσφέρουν -αν επιλεγούν- πολύ μεγαλύτερη εγχώρια αξία, που μπορεί να φθάσει και το 80%, δεν επιλέγονται. Δηλαδή θέλουμε το “ολίγον ελληνικό” αλλά όχι και το… “πολύ ελληνικό”.

Υπονομεύοντας την ελληνική αμυντική βιομηχανία

Πάμε παρακάτω σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο. Διεθνώς η απόδειξη ότι ένα οπλικό σύστημα πληροί τις βασικές απαιτήσεις ποιότητας, απόδοσης, πιστοποίησης, τήρησης νατοϊκών προδιαγραφών, έχει βάση υποστήριξης, είναι να υπάρχει “εθνική” του παραγγελία. Δηλαδή κάθε αμυντική εταιρεία, επιδιώκει πρώτα και πάνω από όλα να πουλήσει στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας της, και μετά, με αυτό ως αρχική πώληση, να βγει στο εξωτερικό να αναζητήσει εξαγωγές. Τι… καταφέρνουμε λοιπόν με το να μην αγοράζει η Ελλάδα τις δικές της εγχώριες λύσεις μη επανδρωμένων; Να υπονομεύουμε ευθέως και ριζικά την εξέλιξη, ακριβώς των δικών μας βιομηχανιών που προσπαθούν να αναπτυχθούν.

Ας μη πούμε βέβαια, πως για τις ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες σχεδόν ελάχιστα “εργαλεία” παρέχει το κράτος μας για διεθνή προώθηση τους, για το μάρκετινγκ τους, για την παρουσία τους σε διεθνείς εκθέσεις, για την υποστήριξη τους μέσω των πρεσβειών μας (ως πλέον “εθνικό εμπορικό προϊόν”), για την εκπαίδευση των στελεχών τους, για την διαφήμιση τους, για την συγκρότηση ενός ελληνικού “πακέτου” αμυντικών συστημάτων, που να προβληθεί διεθνώς. Ζητήματα δηλαδή που αν μη τι άλλο ήδη συμβαίνουν για άλλες ελληνικές κατασκευές και βιομηχανίες (και καλώς γίνεται), αλλά όχι για τον αμυντικό μας βιομηχανικό τομέα.

Ένα σημαντικό ζήτημα αφορά και το θεσμικό πλαίσιο δοκιμών. Η ανάπτυξη οπλισμένων UAV ή περιφερόμενων πυρομαχικών απαιτεί δοκιμές με πραγματικά φορτία, διαδικασίες πιστοποίησης και αξιολόγηση σε συνθήκες που προσομοιάζουν το πραγματικό περιβάλλον χρήσης. Σήμερα το ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ελλάδα δεν έχει σχεδιαστεί ώστε να επιτρέπει εύκολα σε ιδιωτικές εταιρείες να πραγματοποιούν αυτόνομα τέτοιου είδους δοκιμές με πραγματικά πυρομαχικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι απαιτούνται ειδικές διαδικασίες, συνεργασίες με κρατικούς φορείς ή ακόμη και μεταφορά δοκιμών στο εξωτερικό.

Παράγουμε ελληνικά μη επανδρωμένα αλλά όχι από τις βιομηχανίες μας!

Το οξύμωρο είναι ότι την ίδια στιγμή που γίνονται όλα τα παραπάνω, εξαγγέλεται από το υπουργείο Αμύνης η δημιουργία εργοστασιακών υποδομών και γραμμών παραγωγής για drone, αλλά… εντός Ενόπλων Δυνάμεων. Δηλαδή να μπορεί να εκτυπώνει ο Στρατός μας κάποιες χιλιάδες τετρακόπτερα το έτος για δική του χρήση, αλλά αυτά να προέρχονται από δικές του γραμμές κατασκευής και δική του τεχνογνωσία. Είναι αυτό λάθος; Φυσικά και όχι! Αλλά σε αυτή τη διαδικασία και πάλι δεν καλείται η εγχώρια βιομηχανική βάση να δώσει εμπειρία, σχέδια, μοντέλα, επιστήμονες, να συμμετέχει, να έχει μετοχική ή εργολαβική δράση, να αναπτύξει στα ίδια εργαστήρια και υποδομές τα δικά της μοντέλα!

Περαιτέρω; Οι ελληνικές εταιρείες καλούνται να συμμετέχουν σε διαδικασίες αξιολόγησης και προκηρύξεις, όπως αυτές που προωθούνται μέσω του ΕΛΚΑΚ, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής εικόνα για το επόμενο βήμα: αν δηλαδή η αξιολόγηση θα οδηγήσει σε πραγματικές παραγγελίες, σε παραγωγή και σε μακροχρόνια υποστήριξη των συστημάτων.

Κι όμως τα ελληνικά μη επανδρωμένα αριστεύουν διεθνώς

Το τελικό παράδοξο: Παρά αυτή την ελληνική κρατική απουσία, την έλλειψη στήριξης, την μη χρηματοδότηση, την καθυστέρηση ή ανυπαρξία σοβαρών προμηθειών, η ελληνική αμυντική βιομηχανία μη επανδρωμένων, με δικές της δυνάμεις κάνει και άλματα εξέλιξης και πωλήσεις.

Η Altus έχει συνάψει στρατηγικές συνεργασίες με κορυφαίους ευρωπαϊκούς αμυντικούς ομίλους, όπως η MBDA για την ενσωμάτωση προηγμένων οπλικών συστημάτων (πυραύλων Akeron MP) στα δικά της τετρακόπτερα. Παράλληλα η ίδια εταιρεία τώρα θα συνεργαστεί με την αμερικανική Shield AI για τον εξοπλισμό των V-BAT με το εγχώριο interceptor KMB Hunter σε ένα πρότζεκτ υψηλής τεχνογνωσίας. Αντίστοιχα, η SAS Technology συνεργάζεται με μεγάλους ευρωπαϊκούς οίκους, όπως η Thales Belgium, με την οποία ολοκλήρωσε επιτυχώς δοκιμές του SARISA II (SRS-2A) με κατευθυνόμενες και μη κατευθυνόμενες ρουκέτες 70 χιλιοστών. Πάλι η SAS, προκρίθηκε σε διεθνή ευρωπαϊκό διαγωνισμό, στην τελική φάση, για περιπλανόμενο πυρομαχικό. Ενώ η Ucandrone έχει ήδη πουλήσει το δικό της μη επανδρωμένο Aquila, στην Βουλγαρία. Και η Velos Rotors έχει κάνει πωλήσεις και δοκιμές των δικών της μη επανδρωμένων ελικοπτέρων στο εξωτερικό και έχει ήδη κάνει επαφές σε αραβικές χώρες.

Η επόμενη μέρα, αν θα υπάρξει

Να το πούμε απλά: Η αγορά ενός ελληνικού UAV από τις ελληνικές Ένοπλες Δυναμείς δεν αποτελεί ούτε προνόμιο, ούτε χάρη για την εγχώρια βιομηχανία. Ούτε κάποια φιλική εξυπηρέτηση, ή χάιδεμα για να μην διαμαρτύρονται. Αποτελεί εθνική μας υποχρέωση. Χώρα που δαπανά δεκάδες δισεκατομμύρια για Άμυνα κάθε έτος και αντιμετωπίζει σαφή και δομημένη απειλή και ταυτόχρονα δεν στηρίζει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία δεν υπάρχει διεθνώς. Το ελληνικό “παράδειγμα” λοιπόν εδώ (και όχι μόνο στα drones αλλά και σε πολλά ακόμη αμυντικά συστήματα), είναι και παγκοσμίως πρωτοφανές και για αποφυγή. Και δεν τιμά κανένα.

Ακόμη, στην εποχή των drones, η χώρα που μπορεί να σχεδιάζει, να παράγει και να εξελίσσει τα δικά της συστήματα, διαθέτει ένα πλεονέκτημα που δύσκολα αγοράζεται εκ των υστέρων. Καθώς κάτι τέτοιο αποτελεί επένδυση σε τεχνογνωσία, στρατηγική αυτονομία και εθνική αμυντική ικανότητα. Τα υπόλοιπα, με ανακοινώσεις γεμάτες “εθνική υπερηφάνεια” για την αγορά του οτιδήποτε εκτός από την δική μας αμυντική βιομηχανική βάση, είναι από απογοητευτικά έως και πικρά ανέκδοτα.