Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η ταχύτατη μετάβαση από τα ελικοφόρα μαχητικά στα αεριωθούμενα δημιούργησε ένα σοβαρό επιχειρησιακό παράδοξο. Τα νέα αεροσκάφη προσέφεραν σαφώς υψηλότερες επιδόσεις, όμως απαιτούσαν μακρούς, ενισχυμένους διαδρόμους, πιο οργανωμένες εγκαταστάσεις και σύνθετη επίγεια υποστήριξη. Σε έναν ευρωπαϊκό πόλεμο όμως οι μεγάλες βάσεις στη Δύση θα αποτελούσαν τους πρώτους στόχους των σοβιετικών βομβαρδιστικών και πυραύλων.

Η γαλλική SNCASE, γνωστή ως Sud-Est, απάντησε με ένα πολύ τολμηρό σχέδιο για τα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου. Συγκεκριμένα το ελαφρύ μαχητικό SE.5000 Baroudeur χωρίς συμβατικό σύστημα προσγείωσης, οπότε απογειωνόταν πάνω σε απορριπτόμενο τροχοφόρο ικρίωμα και προσγειωνόταν σε τρεις ανασυρόμενους ολισθητήρες, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί χορτάρι, σκληρό χώμα, παραλίες ή άλλες πρόχειρες επιφάνειες.

Η ονομασία «Baroudeur» προερχόταν από τη γαλλική στρατιωτική αργκό και περιέγραφε τον σκληροτράχηλο, περιπλανώμενο μαχητή. Ήταν ταιριαστή για ένα αεροσκάφος που σχεδιάστηκε ώστε να μετακινείται διαρκώς και να επιβιώνει μακριά από τις μόνιμες βάσεις.

Από την πολωνική ιδέα στη γαλλική υλοποίηση

Κεντρικό πρόσωπο του προγράμματος ήταν ο πολωνικής καταγωγής μηχανικός Wsevolod Jakimiuk, ο οποίος είχε εργαστεί προπολεμικά στην PZL και αργότερα στον Καναδά. Η ιδέα για απαλλαγή από συμβατικό σύστημα προσγείωσης είχε ήδη εξεταστεί σε άλλες χώρες, όμως η Sud-Est τη μετέφερε σε ένα αεριωθούμενο μαχητικό.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε ως πρωτοβουλία της εταιρείας. Η εμπειρία του Πολέμου της Κορέας είχε αποδείξει πόσο γρήγορα μπορούσαν να τεθούν εκτός λειτουργίας οι διάδρομοι και πόσο δύσκολη ήταν η διασπορά των πρώτων τζετ. Η Sud-Est εκτίμησε ότι ένα ελαφρύ μαχητικό με περιορισμένες ανάγκες υποδομής θα μπορούσε να ενδιαφέρει τόσο τη γαλλική Αεροπορία όσο και τις υπόλοιπες χώρες του ΝΑΤΟ.

Το πρώτο πρωτότυπο Baroudeur σε πτήση
Το πρώτο SE.5000 σε πτήση. Διακρίνονται οι οπισθοκλινείς πτέρυγες, οι εισαγωγές αέρα στις ρίζες τους και η καθαρή άτρακτος χωρίς κοιλότητες συμβατικού συστήματος προσγείωσης.

Το πρώτο από τα δύο πρωτότυπα πραγματοποίησε την παρθενική του πτήση την 1η Αυγούστου 1953, με δοκιμαστή τον Pierre «Tito» Maulandi. Ακολούθησαν τρία αεροσκάφη προπαραγωγής, γνωστά ως SE.5003.

Αεροδυναμική και το ασυνήθιστο σύστημα απογείωσης

Το Baroudeur ήταν κατά τα άλλα ένα συμβατικό ελαφρύ μαχητικό της εποχής. Είχε οπισθοκλινείς πτέρυγες στις 38 μοίρες, τοποθετημένες ψηλά στην άτρακτο, αυτόματα πτερύγια χείλους προσβολής και υψηλά τοποθετημένο οριζόντιο ουραίο πτέρωμα, τύπου “Τ”. Οι εισαγωγές αέρα βρίσκονταν στις ρίζες των πτερύγων. Το πιλοτήριο ήταν συμπιεζόμενο και διέθετε εκτινασσόμενο κάθισμα. Η κατασκευή είχε μελετηθεί ώστε να αντέχει έντονους ελιγμούς με πλήρες φορτίο σε χαμηλό ύψος, καθώς ο κύριος ρόλος του αεροσκάφους ήταν η τακτική κρούση και η άμεση υποστήριξη.

Μετωπική άποψη του Baroudeur πάνω στους ολισθητήρες
Μετωπική άποψη του Baroudeur μετά την προσγείωση. Ο κύριος κοιλιακός ολισθητήρας έφερε το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου, ενώ δύο μικρότεροι κάτω από τις πτέρυγες σταθεροποιούσαν το αεροσκάφος. Τα εξωτερικά ατρακτίδια στις πτέρυγες αποτελούσαν δεξαμενές καυσίμου.

Για την απογείωση το αεροσκάφος τοποθετούνταν πάνω σε τετράτροχο φορείο. Μετά την αποκόλληση το φορείο απελευθερωνόταν και παρέμενε στο σημείο απογείωσης. Η προσγείωση γινόταν πάνω στον κεντρικό κοιλιακό ολισθητήρα και σε δύο μικρότερους πτερυγικούς. Η επιβράδυνση πάνω σε χορτάρι ή χώμα ήταν φυσικά ισχυρή, επιτρέποντας μικρές διαδρομές προσγείωσης.

Η Sud-Est δοκίμασε και φορείο με πυραυλική υποβοήθηση, ώστε να μειώσει ακόμη περισσότερο τη διαδρομή απογείωσης. Το Baroudeur μπορούσε επίσης, υπό κατάλληλες συνθήκες, να απογειωθεί πάνω στους ίδιους τους ολισθητήρες, με ή χωρίς βοηθητικούς πυραύλους. Η δυνατότητα αυτή είχε αξία σε περίπτωση που το αεροσκάφος προσγειωνόταν σε άλλη πρόχειρη θέση και το ειδικό φορείο δεν ήταν διαθέσιμο.

Baroudeur προσγειώνεται σε χορτάρι
Προσγείωση σε χορτάρι. Οι δοκιμές περιέλαβαν πρόχειρα πεδία, παραλίες, παγωμένες επιφάνειες και τμήματα οδικού δικτύου.

Κινητήρας, επιδόσεις και προβλεπόμενος οπλισμός

Τα δύο πρωτότυπα κινούνταν από έναν SNECMA Atar 101C, ενώ τα τρία SE.5003 έφεραν τον ισχυρότερο 101D. Ο γαλλικός στροβιλοκινητήρας παρείχε ώση περίπου 2.800 κιλών στην αρχική διαμόρφωση και περισσότερο από 3.000 κιλά στις μεταγενέστερες εκδόσεις. Το Baroudeur παρέμενε υποηχητικό σε οριζόντια πτήση, αλλά κατά τις δοκιμές πλησίασε ή ξεπέρασε οριακά την ταχύτητα του ήχου σε βύθιση.

Η μέγιστη ταχύτητα αναφέρεται κοντά στα 1.100–1.135 χλμ./ώρα, ανάλογα με τη διαμόρφωση και το ύψος. Η εμβέλεια μπορούσε να αυξηθεί με τις χαρακτηριστικές εξωτερικές δεξαμενές στις πτέρυγες. Οι ακριβείς επιδόσεις μεταβάλλονταν μεταξύ πρωτοτύπων, καθώς το πρόγραμμα βρισκόταν διαρκώς σε εξέλιξη.

Το Baroudeur προοριζόταν να φέρει δύο πυροβόλα των 30 χιλιοστών και φορτίο βομβών ή ρουκετών σε πτερυγικούς φορείς. Δεν διέθετε ραντάρ αναχαίτισης, καθώς η αποστολή του ήταν κυρίως η ημερήσια τακτική κρούση. Η απλότητα των ηλεκτρονικών ταίριαζε στη φιλοσοφία λειτουργίας από διασπαρμένες θέσεις με περιορισμένη τεχνική υποστήριξη.

Ενδεικτικά τεχνικά χαρακτηριστικά SE.5003 Baroudeur
Πλήρωμα1
Μήκος 13,5 μ.
Εκπέτασμα 10 μ.
Κινητήρας1 × SNECMA Atar 101D
Μέγιστη ταχύτηταπερίπου 1.100–1.135 χλμ./ώρα
Οροφήπερίπου 17.000 μ.
Προβλεπόμενος οπλισμός2 × πυροβόλα 30 χλστ., βόμβες και ρουκέτες

Η δοκιμασία του ΝΑΤΟ και το τέλος του προγράμματος

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 το ΝΑΤΟ αναζητούσε ένα κοινό ελαφρύ μαχητικό κρούσης μέσω της απαίτησης NBMR-1. Το Baroudeur εντάχθηκε στην αξιολόγηση, παρότι είχε σχεδιαστεί πριν από τη διατύπωση της απαίτησης. Η δυνατότητα επιχειρήσεων από πρόχειρα πεδία αποτελούσε ισχυρό πλεονέκτημα, ενώ οι δοκιμές απέδειξαν ότι η βασική ιδέα ήταν λειτουργική.

Οι πιλότοι πραγματοποίησαν προσγειώσεις σε χορτάρι, άμμο και άλλες ασυνήθιστες επιφάνειες. Το αεροσκάφος επέδειξε καλή ευελιξία και μεγαλύτερη ασφάλεια σε αναγκαστική προσγείωση από όση θα περίμενε κανείς από ένα τζετ χωρίς τροχούς. Το σύστημα ωστόσο, δημιουργούσε νέες απαιτήσεις: το φορείο έπρεπε να μεταφέρεται στο πεδίο, να επαναχρησιμοποιείται και να ευθυγραμμίζεται σωστά, ενώ η μετακίνηση του αεροσκάφους μετά την προσγείωση παρέμενε δύσκολη.

Το δεύτερο πρωτότυπο Baroudeur στο έδαφος
Το δεύτερο πρωτότυπο Baroudeur μετά από προσγείωση πάνω στους ολισθητήρες.

Η τελική επιλογή του ΝΑΤΟ ήταν το ιταλικό Fiat G.91, ένα πιο συμβατικό αεροσκάφος που μπορούσε επίσης να επιχειρεί από σχετικά σύντομους και πρόχειρους διαδρόμους. Η γαλλική Αεροπορία δεν προχώρησε σε παραγγελία και κανένας εξαγωγικός πελάτης δεν ανέλαβε το κόστος ωρίμανσης του Baroudeur. Έτσι το πρόγραμμα τερματίστηκε, και τα πέντε αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν για δοκιμές και αργότερα αρκετά κατέληξαν ως στόχοι σε πεδίο βολής. Τμήματα από περισσότερα του ενός αεροσκάφη αξιοποιήθηκαν για την ανακατασκευή ενός Baroudeur σε εκθεσιακή κατάσταση.