Στον Νίγηρα, η στρατιωτική κυβέρνηση κατηγόρησε τη Γαλλία ότι υποκίνησε την ανταρσία ομάδας στρατιωτικών, η οποία εκδηλώθηκε στις 29 Αυγούστου και είχε ως επίκεντρο τη στρατηγικής σημασίας Βάση 101 στο διεθνές αεροδρόμιο Diori Hamani της Νιαμέι. Η κατηγορία διατυπώθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου, μετά από συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, και εντάσσεται στο ήδη τεταμένο πλαίσιο των σχέσεων του Νίγηρα με την πρώην αποικιακή δύναμη.

Η κυβέρνηση του Νίγηρα υποστηρίζει ότι έχει συγκεντρώσει σημαντικό όγκο στοιχείων που τεκμηριώνουν γαλλική ανάμειξη και ότι διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει σε διεθνή δικαστήρια. Ωστόσο, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί τα συγκεκριμένα στοιχεία, ούτε τα ονόματα των προσώπων που φέρονται να συνεργάστηκαν με τη Γαλλία ή η υποτιθέμενη αλυσίδα συντονισμού. Ως εκ τούτου, η γαλλική εμπλοκή παραμένει κατηγορία της στρατιωτικής κυβέρνησης του Νίγηρα και δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.

Η ανταρσία εκδηλώθηκε τη νύχτα της 28ης προς 29η Αυγούστου, όταν ομάδα στρατιωτικών κατέλαβε τμήματα της Βάσης 101 και κράτησε ορισμένους συναδέλφους της ως ομήρους, ενώ πυρά και εκρήξεις ακούστηκαν επίσης κοντά στο προεδρικό μέγαρο. Η βάση βρίσκεται μέσα στο συγκρότημα του διεθνούς αεροδρομίου Diori Hamani και αποτελεί σημαντική στρατιωτική εγκατάσταση, καθώς φιλοξενεί την αεροπορική βάση του Νίγηρα και το αρχηγείο της κοινής δύναμης των χωρών της Alliance of Sahel States (AES). Στο ίδιο συγκρότημα βρίσκεται επίσης η βάση της ρωσικής Africa Corps στον Νίγηρα.

Η κρίση διήρκεσε περίπου 24 ώρες, με τις πιστές στη χούντα δυνάμεις, κυρίως την Προεδρική Φρουρά, να επιχειρούν να ανακτήσουν τον έλεγχο της βάσης και άλλων κρίσιμων σημείων της πρωτεύουσας. Τελικά, οι κυβερνητικές δυνάμεις ανέκτησαν τον έλεγχο, με τη συνδρομή της ρωσικής Africa Corps, σύμφωνα με το Reuters, το Associated Press και δηλώσεις του Ρώσου πρεσβευτή στη Νιαμέη.

Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, η Africa Corps είχε άμεσο ρόλο στις επιχειρήσεις, ενώ αναφορές κάνουν λόγο και για χρήση μη επανδρωμένων αεροχημάτων σε επιθέσεις εναντίον των στασιαστών. Το AP αναφέρει επίσης ότι οι ρωσικές δυνάμεις παρείχαν χερσαία και εναέρια υποστήριξη στις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο ακριβής βαθμός και η έκταση της ρωσικής επιχειρησιακής εμπλοκής, ωστόσο, βασίζονται σε πηγές και δηλώσεις αξιωματούχων και δεν έχουν αποτυπωθεί πλήρως από ανεξάρτητη έρευνα.

Η ανταρσία αποτελεί τη σοβαρότερη εσωτερική πρόκληση για τη στρατιωτική κυβέρνηση του προέδρου της χούντας, Αμπντουραχαμάν Τσιανί από την κατάληψη της εξουσίας με το πραξικόπημα του 2023. Οι αναλύσεις των γεγονότων δείχνουν ότι η αυξανόμενη δυσαρέσκεια στις τάξεις του στρατού συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις βαριές απώλειες στις επιχειρήσεις εναντίον τζιχαντιστικών οργανώσεων και με την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη στρατηγική θέση της Ρωσίας στον Νίγηρα. Μετά την αποχώρηση των γαλλικών και άλλων δυτικών δυνάμεων ασφαλείας, η στρατιωτική κυβέρνηση έχει στραφεί στη Μόσχα για στρατιωτική υποστήριξη, με την Africa Corps να αποκτά πλέον ρόλο όχι μόνο στην αντιμετώπιση των τζιχαντιστικών οργανώσεων αλλά και στην προστασία της ίδιας της στρατιωτικής κυβέρνησης από εσωτερικές απειλές.

Η υπόθεση της γαλλικής ανάμειξης προσθέτει έτσι μία ακόμη διάσταση στην κρίση. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της κατηγορίας του Νίγηρα, ενώ τα διαθέσιμα στοιχεία για την ίδια την ανταρσία δείχνουν κυρίως μια σοβαρή εσωτερική κρίση στις ένοπλες δυνάμεις, με βασικό υπόβαθρο την επιδεινούμενη κατάσταση ασφαλείας και τις πιέσεις που αυτή δημιουργεί στο στράτευμα.

Οι σχέσεις Νιαμέι και Παρισιού έχουν επιδεινωθεί από το πραξικόπημα του 2023. Το στρατιωτικό καθεστώς τερμάτισε την αμυντική συνεργασία και οι περίπου 1.500 Γάλλοι στρατιωτικοί αποχώρησαν, εξέλιξη που είχε παρουσιάσει η ΠΤΗΣΗ στην κάλυψη για την ολοκλήρωση της γαλλικής αποστολής στον Νίγηρα. Ακολούθησε η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Νιαμέι το 2024 και η διεύρυνση της ρωσικής παρουσίας. Το Reuters σημειώνει ότι η ανταρσία ανέδειξε εντάσεις στις ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες είχαν υποστεί επανειλημμένες απώλειες σε επιχειρήσεις κατά τζιχαντιστικών οργανώσεων.