Πέντε ηγέτες της ισραηλινής αντιπολίτευσης συμφώνησαν να συντονίσουν την εκστρατεία τους για τις επερχόμενες γενικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, με κοινό στόχο την απομάκρυνση του Μπενιαμίν Νετανιάχου από την εξουσία. Έτσι σε συνάντηση που έγινε το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου, στο σπίτι του Γιαΐρ Λαπίντ στο Τελ Αβίβ, δεσμεύτηκαν να σταματήσουν τις δημόσιες επιθέσεις μεταξύ τους και να εργαστούν για τον σχηματισμό εναλλακτικής κυβέρνησης μετά την κάλπη. Πρόκειται βέβαια για συμφωνία πολιτικής συνεργασίας, και όχι συγχώνευσης των κομμάτων τους.

Οι πέντε εκπροσωπούν διαφορετικά τμήματα του πολιτικού φάσματος. Ο Γκάντι Άιζενκοτ ηγείται του κεντρώου Γιασάρ και προβάλλεται ως βασικός εκλογικός αντίπαλος του Νετανιάχου. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ βρίσκεται επικεφαλής του Μπεγιάχαντ («Μαζί»), μιας συμμαχίας της θρησκευόμενης δεξιάς με το κοσμικό, κεντρώο Γες Ατίντ του Λαπίντ. Ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν εκπροσωπεί το Ισραέλ Μπεϊτένου, εθνικιστικό και κοσμικό κόμμα με ισχυρή απήχηση σε πολίτες προερχόμενους από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Στην αριστερή πλευρά βρίσκεται ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των Δημοκρατών.

Η συμφωνία απαντά σε ένα άμεσο πρόβλημα της αντιπολίτευσης: οι προσωπικές αντιπαραθέσεις και ο ανταγωνισμός για την ηγεσία απειλούσαν να ακυρώσουν την εκλογική τους πορεία. Οι συμμετέχοντες δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει ποιος θα διεκδικήσει την πρωθυπουργία εκ μέρους τους ούτε πώς θα αντιμετωπίσουν όλες τις διαφωνίες που θα ανέκυπταν σε μια κυβέρνηση συνεργασίας. Η μεταξύ τους απόσταση φαίνεται ιδιαίτερα στο ενδεχόμενο στήριξης τους από τα αραβικά κόμματα του Ισραήλ, κάτι στο οποίο αντιτίθεται ο Λίμπερμαν.

Ο Νετανιάχου αντέδρασε επιχειρώντας να συνδέσει τη συμφωνία με την προοπτική μιας κυβέρνησης που θα εξαρτάται από αραβικά κόμματα. Υποστήριξε ότι ο Άιζενκοτ θα επιδιώξει να κυβερνήσει μαζί με τους άλλους τέσσερις ηγέτες και με τη στήριξή τους.

Πίσω από την εκλογική σύγκρουση βρίσκεται μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Η ευθύνη για τις αστοχίες ασφαλείας πριν από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 παραμένει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, όπως και η απαίτηση για ανεξάρτητη έρευνα, μιας και πυκνώνουν οι ενδείξεις πως το Ισραήλ είχε δεχθεί πολλές προειδοποιήσεις από άλλες χώρες ότι “η Χαμάς ετοιμάζει μια μεγάλη επίθεση” χωρίς όμως αυτό να προκαλέσει κινητοποίηση. Παράλληλα, η διαμάχη για τη στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων και οι παλαιότερες συγκρούσεις γύρω από την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης εξακολουθούν να διχάζουν την κοινωνία του Ισραήλ.

Η συνεννόηση της αντιπολίτευσης μπορεί να περιορίσει τη φθορά από τις εσωτερικές της έριδες. Δεν λύνει όμως το αριθμητικό πρόβλημα: πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι κανένα από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα δεν εξασφάλιζε τις 61 έδρες που απαιτούνται για πλειοψηφία στην Κνεσέτ (την Ισραηλινή Βουλή, η οποία έχει συνολικά 120 έδρες). Έτσι το Λικούντ, το κόμμα του Νετανιάχου το οποίο συνεργάζεται σήμερα με τα κόμματα των υπερορθόδοξων Εβραίων για να στηρίξει την κυβέρνηση, κυμαίνεται (ως μπλοκ με τους συνεργαζόμενους) γύρω στις 60 έδρες, ενώ η αντιπολίτευση είναι κάπου στις 47-48 έδρες και τα αραβικά κόματα δυνητικά θα πάρουν 12-13 έδρες. Οπότε η κρίσιμη δοκιμασία θα έρθειμετά την κάλπη, όταν οι προεκλογικές δεσμεύσεις θα πρέπει να γίνουν βιώσιμη κυβερνητική συμφωνία.