Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η McDonnell Aircraft Corporation –αργότερα McDonnell Douglas– είχε ήδη κατακτήσει τον ουρανό με το θρυλικό F-4 Phantom II. Το μαχητικό αυτό, με την περίσσεια ισχύος και την ικανότητα να μεταφέρει τεράστια φορτία όπλων, είχε γίνει σύμβολο της αμερικανικής αεροπορικής υπεροχής. Όμως, πίσω από τις γραμμές παραγωγής και τη δράση στο Βιετνάμ που είχε ξεκινήσει, η εταιρεία μελετούσε μια ριζική αναβάθμιση: μια εκδοχή του Phantom με κινούμενες πτέρυγες. Η πρόταση, γνωστή ως F-4(FVS) ή «swing-wing Phantom», παρέμεινε στο χαρτί, αλλά η ιστορία της αποκαλύπτει πώς θα μπορούσε να είχε αλλάξει την εξέλιξη του θρυλικού μαχητικού.

Η ιδέα γεννήθηκε το 1966-1967, σε μια εποχή κρίσης για το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Το πρόγραμμα μαχητικού κρούσης F-111B, ως η ναυτική εκδοχή του προγράμματος «TFX» της General Dynamics, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Ήταν υπερβολικά βαρύ, δύσχρηστο σε χαμηλές ταχύτητες και ακατάλληλο για επιχειρήσεις από αεροπλανοφόρα και το Ναυτικό χρειαζόταν επειγόντως έναν αντικαταστάτη για το ρόλο του. Εδώ η McDonnell, παρουσίασε μια «άνευ προηγουμένου» λύση: να πάρει τη στιβαρή άτρακτο του F-4 και να τη συνδυάσει με πτέρυγες μεταβλητής γεωμετρίας. Η πρόταση ονομάστηκε F-4(FVS), «Fixed Variable Swing».

Τεχνικά, η αλλαγή ήταν δραματική. Το χαμηλοπτέρυγο Phantom θα μετατρεπόταν σε υψηλοπτέρυγο, με μεγάλες σταθερές επεκτάσεις στην εμπρόσθια βάση σύνδεσης των πτερύγων, που θα φιλοξενούσαν τον άξονα περιστροφής και τον σχετικό μηχανισμό. Η κλίση των πτερύγων κυμαινόταν από 23° (πλήρως ανοιχτές για απονήωση/προσνήωση) έως 75,5° (κλειστές για υπερηχητική πτήση). Το σχέδιο κάπου θύμιζε σε εμφάνιση το σοβιετικό MiG-23, αλλά διατηρούσε το κλασικό ρύγχος του του Phantom.

Οι κινητήρες θα παρέμεναν οι General Electric J79, αλλά η πρόταση προβλεπε αναβαθμίσεις για καλύτερη οικονομία καυσίμου. Στις εκδοχές για το Βρετανικό Ναυτικό και την εκεί Πολεμική Αεροπορία, τις (F-4J(FV)S και F-4M(FV)S), προτείνονταν οι Rolls-Royce Spey. Το ραντάρ θα ήταν το AN/APG-59 του F-4J συνδυασμένο με το σύστημα ελέγχου βολής AWG-10, ικανό για ταυτόχρονη εμπλοκή πολλαπλών στόχων με έως 6 πυραύλους AIM-7F Sparrow. Αλλά το αεροσκάφος δεν μπορούσε να δεχθεί το (τότε) υπερσύγχρονο ραντάρ AN/AWG-9 και τους πυραύλους αέρος-αέρος μεγάλης εμβελείας AIM-54 Phoenix, που ήθελε το Ναυτικό των ΗΠΑ.

Οι επιδόσεις που υποσχόταν το F-4(FV)S ήταν εντυπωσιακές. Σύμφωνα με τα σχέδια, θα έφτανε με βελτιωμένους κινητήρες, τα Mach 2,4 σε ταχύτητα, ενώ θα μπορούσε να παραμείνει σε περιπολία CAP (Combat Air Patrol) για σχεδόν 7 ώρες με εξωτερικές δεξαμενές. Σε αποστολές κρούσης, η εμβέλεια με πυρηνική βόμβα Mark 28 έφτανε τα 790 ναυτικά μίλια. Η μεταβλητή γεωμετρία αντιμετώπιζε τα αδύνατα σημεία του Phantom: σε πλήρως ανοιχτή θέση, οι πτέρυγες προσέφεραν εξαιρετική άνωση και ευστάθεια για απονήωση από αεροπλανοφόρα και μετά χαμηλές ταχύτητες προσνήωσης. Σε κλειστή θέση μειωνόταν η οπισθέλκουσα, οπότε οι υψηλές ταχύτητες απαιτούσαν λιγότερο καύσιμο. Θεωρητικά το αεροσκάφος θα κρατούσε τον χαρακτήρα του ως πολλαπλών ρόλων, για αεράμυνα του στόλου, για κρούση, αναγνώριση και ακόμα και αερομαχία.

Συγκριτικά με το F-4J, το F-4 (FVS) θα είχε μέγιστο βάρος απογείωσης τις 69.000 λίβρες (56 χιλιάδες το J), ελάχιστη ταχύτητα προσνήωσης 102 κόμβους (113 το J), to εσωτερικά μεταφερόμενο καύσιμο θα ήταν 2.514 γαλόνια (1.998 το J), ενώ η μέγιστη εμβέλεια με εξωτερικές δεξαμενές έφθανε τα 2.700 ναυτικά μίλια (1.964 το J).

Για το Αμερικανικό Ναυτικό, θα ήταν ο «φθηνός» αντικαταστάτης του F-111B – λιγότερο περίπλοκο, πιο οικονομικό στην παραγωγή και με υψηλή συμβατότητα με υπάρχοντα Phantom. Για τους Βρετανούς και τα δικά τους αεροπλανοφόρα, η πρόταση ήταν ελκυστική ως φθηνότερη εναλλακτική του σχεδίου Anglo-French Variable Geometry (AFVG), ενός προγράμματος αεροσκάφους κρούσης επίσης μεταβλητής γεωμετρίας, που ανέπτυσσαν τότε μαζί η βρετανική BAC και η γαλλική Dassault. Η McDonnell υποσχόταν επίσης σημαντική επικάλυψη με τα υπάρχοντα ανταλλακτικά του συμβατικού Phantom όπως και κοινές διαδικασίες εκπαίδευσης και συντήρησης.

Η εταιρεία στήριξε την πρόταση της με πάνω από 1.500 ώρες δοκιμών σε αεροσήραγγα ενώ είχε σχεδιάσει και το πρόγραμμα παραγωγής, προβλέποντας πως θα μπορούσε να ξεκινήσει παραδόσεις το 1969-1970. Όσο για το κόστος προβλεπόταν στα κάπου 4 εκατ. δολάρια η μόναδα, για παραγγελία περίπου 300 αεροσκαφών, την στιγμή που ένα F-4J κόστιζε 2,4 εκατομμύρια.

To φορτίο που μπορούσε να αναρτηθεί στα 9 εξωτερικά σημεία πρόσδεσης του F-4 FVS

Ωστόσο, η μοίρα της πρότασης ήταν προδιαγεγραμμένη. Το Αμερικανικό Ναυτικό την απέρριψε γρήγορα καθώς όπως είπαμε δεν μπορούσε να ενσωματώσει το βαρύ οπλοσύστημα ραντάρ AN/AWG-9-πυραύλων Phoenix, που θεωρούνταν απαραίτητο για την επόμενη γενιά μαχητικών αεράμυνας στόλου, ώστε να να αναχαιτίζουν εχθρικά αεροσκάφη σε μεγάλες αποστάσεις. Η McDonnell προσπάθησε να αναβαθμίσει την ιδέα της με κάποιες παραλλαγές, όπως την (FV)S με ακόμη μεγαλύτερη πτερυγική επιφάνεια και επιμηκυσμένη άτρακτο, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Έτσι το πρόγραμμα VFX για νέο μαχητικό εναέριας υπεροχής του Ναυτικού προχώρησε και το 1969 το Grumman F-14 Tomcat κέρδισε τον διαγωνισμό, συνδυάζοντας, επιτέλους, και την πτέρυγα μεταβλητής γεωμετρίας και τους πυραύλους Phoenix.

Ήταν το F-4(FV)S μια “χαμένη ευκαιρία”; Ως συνδυασμός της δεδομένης αξιοπιστίας του Phantom και της ευκολίας συντήρησης του (συγκρινόμενο με τα απίστευτα απαιτητικά σε υποστήριξη, F-111 και F-14) με ένα νέο σχέδιο πτερύγων που εξυπηρετούσε καλύτερα τις ανάγκες της ναυτικής εναέριας μάχης; Ίσως ναι, αλλά η ιστορία δεν γράφεται έτσι. Καθώς το σχέδιο αν εφαρμοζόταν μπορεί να παρήγαγε άλλα προβλήματα και το “υβρίδιο” να μην ήταν τελικά ούτε… Phantom ούτε F-14!