Σε σοβαρή πολιτική κρίση έχει εξελιχθεί στην Εσθονία η υπόθεση της αποτυχημένης προμήθειας πυρομαχικών πυροβολικού, συνολικού ύψους περίπου 70 εκατ. ευρώ, τα οποία προορίζονταν για την ενίσχυση της Ουκρανίας. Ο υπουργός Άμυνας Χάνο Πέβκουρ ανακοίνωσε στις 2 Σεπτεμβρίου την παραίτησή του, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη για τις αδυναμίες που αποκαλύφθηκαν στον αμυντικό τομέα.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η Datasel S.R.L., εταιρεία καταχωρημένη στην Ιταλία, η οποία εξαγοράστηκε τον Μάρτιο του 2024 από την ινδική Neco Defence Munitions. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές, ούτε η Datasel ούτε ο νέος ιδιοκτήτης της διέθεταν προηγούμενο ιστορικό πώλησης βλημάτων πυροβολικού.

φωτογραφία: Εσθονικό υπουργείο άμυνας

Παρά το γεγονός αυτό, το Εσθονικό Κέντρο Αμυντικών Επενδύσεων (RKIK) υπέγραψε το 2024 τέσσερις συμβάσεις με την εταιρεία. Η πρώτη, τον Αύγουστο, συνοδεύτηκε από προκαταβολή περίπου 15 εκατ. ευρώ, ενώ ακολούθησαν και άλλες πληρωμές, με τις συνολικές προκαταβολές να ανέρχονται περίπου στα 70 εκατ. ευρώ. Η χρηματοδότηση συνδεόταν με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό για την Ειρήνη, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στήριξης προς την Ουκρανία.

Ωστόσο, οι παραδόσεις καθυστέρησαν σημαντικά. Υλικό που τελικά έφτασε στην Ευρώπη κρίθηκε από την εσθονική πλευρά ελλιπές ή ανεπαρκούς ποιότητας και δεν παραδόθηκε στην Ουκρανία όπως προβλεπόταν. Η Εσθονία κατήγγειλε τις συμβάσεις και ζητά την επιστροφή των χρημάτων, ενώ η διαφορά έχει οδηγηθεί σε δικαστική και διαιτητική διαδικασία. Η Datasel απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εσθονίας και υποστηρίζει ότι παρέδωσε υλικό σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων.

Η υπόθεση ήρθε στο φως παράλληλα με έκθεση της Εθνικής Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Εσθονίας, η οποία εντόπισε ευρύτερες αδυναμίες στη διαχείριση συμβάσεων, κονδυλίων και στρατιωτικών αποθεμάτων. Υπάρχει επίσης ξεχωριστή ποινική έρευνα για ζητήματα που αφορούν τη διαχείριση και την καταγραφή αμυντικών πόρων.

Αποθηκευμένα ρυμουλκούμενα πυροβόλα του Εσθονικού Στρατού πριν την παράδοσή τους στην Ουκρανία

Ο Πέβκουρ δήλωσε ότι δεν είχε προσωπικά την ευθύνη για τις διαπραγματεύσεις των συμβάσεων, αλλά υποστήριξε πως ένας υπουργός οφείλει να αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για τον τομέα που εποπτεύει. Η παραίτησή του αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στο Ταλίν, ενώ το οικονομικό κόστος της υπόθεσης θα κριθεί τελικά από την έκβαση των νομικών διαδικασιών.