Η δεύτερη αλβανική επανάσταση τερματίζεται με την αποδοχή από την Οθωμανική κυβέρνηση όλων των όρων που είχαν θέσει οι Αλβανοί επαναστάτες. Η απόφαση της Οθωμανικής ηγεσίας είναι σταθμός για την πορεία της ανεξαρτησίας των Αλβανών και τη δημιουργία του πρώτου σύγχρονου κράτους, που θα θεμελιωθεί και επίσημα δύο χρόνια μετά.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έμπαινε στην τελική και πλέον ταραχώδη φάση της ιστορίας της. Στα ευρωπαϊκά της εδάφη, οι εθνικισμοί των υποτελών λαών ενισχύονταν, τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη διεκδικούσαν ολοένα μεγαλύτερα εδάφη και οι διάφορες εθνοτικές και θρησκευτικές κοινότητες της Αυτοκρατορίας αναζητούσαν νέες μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον άρχισε να διαμορφώνεται και η σύγχρονη αλβανική εθνική συνείδηση, η οποία μέσα σε λίγα χρόνια θα οδηγούσε από τα αιτήματα μεταρρύθμισης στην απαίτηση για ανεξαρτησία.
Καθοριστική καμπή υπήρξε η Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908. Το κίνημα, που συνδέθηκε με την Επιτροπή Ένωσης και Προόδου, υποσχόταν την αποκατάσταση του συντάγματος και τον εκσυγχρονισμό της Αυτοκρατορίας. Σε αρκετούς Αλβανούς, αρχικά, δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι μια συνταγματική Οθωμανική Αυτοκρατορία θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει μεγαλύτερη ισονομία και πολιτικά δικαιώματα.

Σύντομα, όμως, οι προσδοκίες αυτές άρχισαν να διαψεύδονται. Η πολιτική των Νεοτούρκων εξελίχθηκε προς μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό, ενώ οι προσπάθειες ενίσχυσης της κεντρικής διοίκησης και της οθωμανικής ταυτότητας αντιμετωπίστηκαν από πολλούς Αλβανούς ως απειλή για τις ιδιαίτερες πολιτιστικές και πολιτικές τους διεκδικήσεις. Το ζήτημα της αλβανικής γλώσσας και εκπαίδευσης απέκτησε έτσι ιδιαίτερη σημασία. Η εθνική αφύπνιση του αλβανικού έθνους δεν εκδηλωνόταν πλέον μόνο ως πολιτιστικό κίνημα, αλλά άρχιζε να αποκτά σαφή πολιτική διάσταση.