Σε σημαντική διόρθωση της αρχικής του τοποθέτησης για την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου προχώρησε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, χαρακτηρίζοντας πλέον την εξέλιξη «μη εποικοδομητική και προκλητική», καθώς αυξάνει τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η νέα διατύπωση διαφοροποιείται αισθητά από την προηγούμενη αμερικανική αντίδραση, η οποία περιοριζόταν σε γενικές εκκλήσεις για διάλογο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αποφεύγοντας οποιαδήποτε επικριτική αναφορά στο μνημόνιο.

Σύμφωνα με τη διορθωμένη δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, «η ανακοίνωση της επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου οριοθέτησης έχει αυξήσει τις εντάσεις στην περιοχή και είναι μη εποικοδομητική και προκλητική».

Να θυμίσουμε ότι η  πρώτη αντίδραση της Ουάσιγκτον είχε προκαλέσει ερωτήματα για πιθανή μεταβολή της αμερικανικής στάσης. Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε περιοριστεί να ενθαρρύνει τους εταίρους του στην Ανατολική Μεσόγειο να επιλύσουν τις διαφορές τους για τις θαλάσσιες ζώνες μέσω διαπραγματεύσεων καλής πίστης.

Είχε μάλιστα συνδέσει την επίλυση των εκκρεμοτήτων με τη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για εμπορικές επενδύσεις και ενεργειακές έρευνες, ενώ είχε καλέσει Ελλάδα και Τουρκία, ως δύο συμμάχους στο ΝΑΤΟ, να αντιμετωπίσουν διμερώς τις διαφωνίες τους.

Από εκείνη τη δήλωση απουσίαζε οποιαδήποτε αναφορά στον προβληματικό χαρακτήρα του τουρκολιβυκού μνημονίου, στα δικαιώματα των ελληνικών νησιών ή στη θέση που είχε διατυπώσει παλαιότερα η αμερικανική διπλωματία.

Η νέα τοποθέτηση επαναφέρει ουσιαστικά τη γλώσσα που είχε χρησιμοποιήσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τον Δεκέμβριο του 2019, όταν είχε χαρακτηρίσει την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου παράγοντα αύξησης της έντασης στην περιοχή και την ίδια τη συμφωνία μη εποικοδομητική και προκλητική.

Η διαφοροποίηση έχει σημασία επειδή η προηγούμενη δήλωση του Οκτωβρίου 2026 μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια της Ουάσιγκτον να τηρήσει ίσες αποστάσεις από την Αθήνα και την Άγκυρα. Αντίθετα, η διορθωμένη διατύπωση αποδίδει πλέον αρνητικό χαρακτήρα στη συγκεκριμένη ενέργεια της λιβυκής πλευράς, χωρίς να περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί διαλόγου.

Πάντως, η διόρθωση δεν ισοδυναμεί με πλήρη νομική τοποθέτηση κατά του μνημονίου. Στις αρχές του 2020, η αμερικανική διπλωματία είχε επισημάνει ότι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, τα νησιά διαθέτουν κατ’ αρχήν δικαιώματα σε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και υφαλοκρηπίδα, ενώ είχε υπογραμμίσει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα τρίτων κρατών, όπως η Ελλάδα.

Η νεότερη δήλωση δεν επαναλαμβάνει ρητά αυτές τις θέσεις. Επικρίνει την επικύρωση του μνημονίου για τις επιπτώσεις της στην περιφερειακή σταθερότητα, χωρίς να προχωρεί σε αναλυτική αξιολόγηση της νομιμότητάς του.

Η αμερικανική διόρθωση έρχεται επίσης σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει λάβει σαφέστερη θέση. Με κοινή δήλωση στις 20 Οκτωβρίου και νέα τοποθέτηση στις 21 Οκτωβρίου, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επανέλαβαν ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και είναι άκυρο, χωρίς δυνατότητα παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων για τρίτες χώρες.

Για την ελληνική διπλωματία, η διορθωμένη αμερικανική δήλωση αποτελεί θετική εξέλιξη, καθώς περιορίζει τις εντυπώσεις που είχε δημιουργήσει η αρχική ουδέτερη τοποθέτηση της Ουάσιγκτον. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιστρέφει στην κριτική που είχε ασκήσει το 2019, χωρίς όμως να έχει επαναλάβει μέχρι στιγμής το σύνολο των νομικών επιχειρημάτων που είχε διατυπώσει στη συνέχεια.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν αυτή η διόρθωση θα αποτελέσει την αφετηρία μιας πιο συγκεκριμένης αμερικανικής στάσης απέναντι στις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις ή θα παραμείνει μια περιορισμένη διπλωματική παρέμβαση, με κύριο στόχο την αποτροπή περαιτέρω έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο.