Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η ιταλική αεροπορική βιομηχανία επιχείρησε να μετατρέψει ένα μικρό, ευέλικτο πειραματικό αεροσκάφος σε μαχητικό. Το αποτέλεσμα ήταν το Aerfer Ariete, ένα από τα πιο ανορθόδοξα ευρωπαϊκά τζετ της εποχής: διέθετε έναν κύριο κινητήρα για την κανονική πτήση και έναν δεύτερο, μικρότερο, ο οποίος ενεργοποιούνταν όταν ο χειριστής χρειαζόταν επιπλέον ώση στην απογείωση, στην άνοδο ή στην αερομαχία.

Πίσω από το πρόγραμμα βρισκόταν ο μηχανικός Sergio Stefanutti, σχεδιαστής με ιδιαίτερη προσήλωση στη χαμηλή οπισθέλκουσα, στο μικρό βάρος και στις καθαρές αεροδυναμικές γραμμές. Η αφετηρία υπήρξε το εμβολοφόρο εκπαιδευτικό και αγωνιστικό SAI Ambrosini S.7. Από αυτό προέκυψαν πειραματικές εκδόσεις με οπισθοκλινείς πτέρυγες και τελικά το Sagittario, με μικρό αεριωθούμενο κινητήρα Turbomeca Marboré.

Aerfer Ariete MM569 στο Μουσείο της Ιταλικής Αεροπορίας
Το μοναδικό σωζόμενο Aerfer Ariete, με αριθμό MM569, στο Museo Storico dell’Aeronautica Militare στη Vigna di Valle. Φωτογραφία: André Gerwing

Η πιο ώριμη μορφή της ιδέας ήταν το Sagittario 2 της εταιρείας Aerfer, η οποία ανέλαβε να εξελίξει το αρχικό σχέδιο της SAI Ambrosini. Επρόκειτο για ολομεταλλικό μονοθέσιο αεροσκάφος, με έντονα οπισθοκλινείς πτέρυγες, εισαγωγή αέρα στο ρύγχος και τον κινητήρα Rolls-Royce Derwent 9 τοποθετημένο στο εμπρός τμήμα της ατράκτου. Τα καυσαέρια οδηγούνταν μέσω αγωγού σε έξοδο κάτω από το κεντρικό τμήμα της ατράκτου, μια διάταξη που άφηνε ελεύθερη την ουρά και επέτρεπε στον σχεδιαστή να κρατήσει το αεροσκάφος εξαιρετικά συμπαγές.

Το Sagittario 2 πέταξε στις 19 Μαΐου 1956. Στις 4 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, με χειριστή τον Αντισμήναρχο Giovanni Franchini, ξεπέρασε την ταχύτητα του ήχου σε ελεγχόμενη κάθοδο, φθάνοντας περίπου το Mach 1,1. Έγινε έτσι το πρώτο υπερηχητικό (έστω και για λίγο χρονικό διάστημα) αεροσκάφος ιταλικής σχεδίασης. Η επιτυχία απέδειξε την ορθότητα της αεροδυναμικής σχεδίασης, αλλά φανέρωσε και το βασικό πρόβλημα: ο Derwent 9, με φυγοκεντρικό συμπιεστή και χωρίς μετάκαυση, πρόσφερε περιορισμένα περιθώρια για ένα μαχητικό που έπρεπε να επιταχύνει και να ανεβαίνει γρήγορα.

Aerfer Sagittario 2 στο Αεροπορικό Σαλόνι του Παρισιού το 1957
Το Sagittario 2 MM560 στο Αεροπορικό Σαλόνι του Παρισιού, στις 29 Μαΐου 1957. Το αεροσκάφος αποτέλεσε τη βάση για το Ariete και είχε ήδη αποδείξει ότι η μικρή ιταλική σχεδίαση μπορούσε να περάσει το Mach 1.

Το Sagittario 2 είχε εξεταστεί στο πλαίσιο της απαίτησης NBMR-1 του ΝΑΤΟ για ελαφρύ αεροσκάφος τακτικής υποστήριξης, ικανό να επιχειρεί από μικρούς ή πρόχειρους διαδρόμους. Η επιλογή άλλων σχεδιάσεων και κυρίως η μετέπειτα επικράτηση του Fiat G.91 περιόρισαν τις προοπτικές του. Η Aerfer, πάντως, συνέχισε την εξέλιξη με στόχο ένα μαχητικό μεγαλύτερων δυνατοτήτων, χωρίς να εγκαταλείψει τη βασική αεροδυναμική διάταξη.

Η ανορθόδοξη λύση του δεύτερου κινητήρα

Το Ariete πέταξε για πρώτη φορά στις 27 Μαρτίου 1958 από την αεροπορική βάση Pratica di Mare, κοντά στη Ρώμη. Διατήρησε τον Rolls-Royce Derwent 9 ως κύρια μονάδα ισχύος, με ώση περίπου 16,2 kN. Και αντί για πλήρη επανασχεδίαση γύρω από έναν μεγαλύτερο κινητήρα ή με εγκατάσταση συστήματος μετάκαυσης, οι Ιταλοί πρόσθεσαν έναν Rolls-Royce Soar RS.2 στο πίσω τμήμα της ατράκτου. Ο μικρός κινητήρας απέδιδε περίπου 8 kN ώσης, αυξάνοντας τη συνολική διαθέσιμη ώση σχεδόν κατά 50% όταν λειτουργούσε.

Ο Soar τροφοδοτούνταν από ανασυρόμενη εισαγωγή αέρα στην άνω επιφάνεια της ατράκτου, ακριβώς πίσω από το πιλοτήριο. Όταν ο βοηθητικός κινητήρας ήταν εκτός λειτουργίας, η εισαγωγή έκλεινε για να μειώνεται η οπισθέλκουσα.

Η λογική θύμιζε κατά κάποιον τρόπο την επιχειρησιακή χρήση της μετάκαυσης: ο δεύτερος κινητήρας προοριζόταν για σύντομα διαστήματα υψηλής απαίτησης, όπως η απογείωση, η ταχεία άνοδος, η επιτάχυνση και η εμπλοκή. Βέβαια ως λύση πρόσθετε βάρος, σωληνώσεις και ανάγκες συντήρησης για μια μονάδα ισχύος που παρέμενε ανενεργή στο μεγαλύτερο μέρος της πτήσης.

Πλάγια όψη του Aerfer Ariete MM569
Πλάγια όψη του Ariete, MM569. Πίσω από το κόκπιτ διακρίνεται η θέση της ανασυρόμενης εισαγωγής για τον βοηθητικό Rolls-Royce Soar. Ο κύριος Derwent βρισκόταν εμπρός και απέβαλλε τα καυσαέρια από κοιλιακή έξοδο κάτω από την άτρακτο. Φωτογραφία: Alan Wilson.

Η πτέρυγα είχε μεγάλη οπισθόκλιση και επιφάνεια μόλις περίπου 14,5 τετραγωνικών μέτρων. Το μικρό εκπέτασμα των 7,5 μέτρων και το μήκος των 9,6 μέτρων έκαναν το Ariete ιδιαίτερα συμπαγές. Η άτρακτος ήταν ολομεταλλική, το σύστημα προσγείωσης τρίκυκλο και το πιλοτήριο διέθετε καλύπτρα τύπου φυσαλίδας, προσφέροντας πολύ καλύτερη ορατότητα από εκείνη των πρώτων αεριωθούμενων. Η μέγιστη ταχύτητα αναφέρεται συνήθως ως περίπου 1.125 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ η επιχειρησιακή οροφή προσέγγιζε τα 12.000 μέτρα.

Οπλισμός, ηλεκτρονικά και ο επιχειρησιακός ρόλος

Ο προβλεπόμενος σταθερός οπλισμός αποτελούνταν από δύο πυροβόλα των 30 χιλιοστών, Hispano-Suiza HSS-825. Η επιλογή βαρέος πυροβόλου ταίριαζε με τον ρόλο ελαφρού αναχαιτιστικού και μαχητικού ημέρας, καθώς λίγα πλήγματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρή ζημιά σε βομβαρδιστικό ή σε αντίπαλο μαχητικό.

Το Ariete δεν διέθετε ραντάρ αναχαίτισης. Η εισαγωγή αέρα καταλάμβανε ολόκληρο το ρύγχος και άφηνε ελάχιστο χώρο για κεραία, ενώ το μέγεθος και το βάρος του αεροσκάφους απέκλειαν ένα σύνθετο σύστημα ελέγχου πυρός. Θα επιχειρούσε ως μαχητικό ημέρας, καθοδηγούμενο από επίγειους σταθμούς και βασιζόμενο στην οπτική επαφή.

Τα ηλεκτρονικά ήταν ανάλογα ενός πειραματικού ελαφρού μαχητικού της εποχής: ασύρματος, όργανα ναυτιλίας, σκοπευτικό και τα αναγκαία συστήματα παρακολούθησης των δύο κινητήρων. Η απουσία ραντάρ και προηγμένου συστήματος ελέγχου πυρός περιόριζε τη χρησιμότητα σε κακές καιρικές συνθήκες, αλλά συνέβαλλε στη διατήρηση του βάρους σε χαμηλά επίπεδα. Το κενό βάρος υπολογιζόταν περίπου στα 2.400 κιλά και το μέγιστο απογείωσης στα 3.535 κιλά.

Εργοστασιακή απεικόνιση του πιλοτηρίου και των πυροβόλων του Sagittario 2
Σκίτσα από εργοστασιακό έντυπο του 1958 για το Sagittario 2, με το πιλοτήριο και τη διάταξη των πυροβόλων HSS-825. Το Ariete διατήρησε σε μεγάλο βαθμό αυτή τη φιλοσοφία οπλισμού και εργονομίας. Πηγή: Aerfer A.S

Δοκιμές και η τελευταία μορφή της πρότασης

Οι δοκιμές των 2 πρωτοτύπων, επιβεβαίωσαν ότι η προσθήκη του Soar βελτίωνε αισθητά την ώση, χωρίς όμως να λύνει το βασικό πρόβλημα της σχεδίασης. Το αεροσκάφος εξακολουθούσε να βασίζεται σε έναν παλαιότερης γενιάς κύριο κινητήρα και σε μια σύνθετη διπλή εγκατάσταση που δεν υποσχόταν εύκολη επιχειρησιακή υποστήριξη.

Στο μεταξύ, τα πρότυπα ενός σύγχρονου μαχητικού μεταβάλλονταν με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό. Η απαίτηση στρεφόταν προς σταθερή υπερηχητική απόδοση, ραντάρ, κατευθυνόμενα βλήματα και μεγαλύτερη ακτίνα δράσης. Η Ιταλική Αεροπορία είχε επίσης μπροστά της το Fiat G.91 για την αποστολή ελαφράς κρούσης και νατοϊκές ή αμερικανικές λύσεις για την αναχαίτιση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η παραγωγή του Ariete θα απαιτούσε σημαντική επένδυση μετεξέλιξης, αλλά για ένα αεροσκάφος με περιορισμένο περιθώριο βελτίωσης.

Η Aerfer μελέτησε ακόμη πιο τολμηρή παραλλαγή, το Leone. Σε αυτή, ο βοηθητικός αεριοστρόβιλος θα αντικαθίστατο από πυραυλοκινητήρα de Havilland Spectre, ώστε να εξασφαλίζεται πολύ υψηλή στιγμιαία ώση και ταχεία άνοδο. Το Leone δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς η επιχειρησιακή αξία της σύνθετης πρόωσης υποχωρούσε μπροστά στη νέα γενιά ισχυρότερων αεριωθούμενων κινητήρων. Τελικά το πρόγραμμα έκλεισε, χωρίς το Ariete να μπεί σε παραγωγή.

Τεχνικά χαρακτηριστικά Aerfer Ariete

Πλήρωμα1 χειριστής
Μήκος9,60 μέτρα
Εκπέτασμα πτέρυγας7,50 μέτρα
Ύψος3,28 μέτρα
Επιφάνεια πτέρυγας14,5 τ.μ.
Κενό βάροςπερίπου 2.400 κιλά
Μέγιστο βάρος 3.535 κιλά
Κύριος κινητήρας1 × Rolls-Royce Derwent 9, ώση 16,2 kN
Βοηθητικός κινητήρας1 × Rolls-Royce Soar RS.2, ώση 8 kN
Μέγιστη ταχύτηταπερίπου 1.125 χλμ./ώρα
Επιχειρησιακή οροφή12.000 μέτρα
ΕμβέλειαΚάπου 780 χιλιόμετρα, ανάλογα με το προφίλ πτήσης
Προβλεπόμενος οπλισμός2 × πυροβόλα Hispano-Suiza HSS-825 των 30 χιλ.

Aerfer, η εταιρεία που σήμερα κάπου “κρύβεται” μέσα στη Leonardo

Αξίζει αναφορά και η εταιρεία που τόλμησε να σχεδιάσει το Ariete. Η Aerfer ιδρύθηκε ως συνέχεια της παλαιότερης αεροπορικής IMAM με έδρα τη Νάπολη, η οποία είχε κατασκευάσει διπλάνα από το 1929, ενώ το πιο ενδιαφέρον αεροσκάφος της στο 2ο Παγκόσμιο ήταν το δικινητήριο μαχητικό Ro.57. Η ΙΜΑΜ ενώθηκε το 1955 με την Officine Ferroviarie Meridionali που παρήγαγε ατμομηχανές σιδηροδρόμων και σχετικό υλικό. Η συγχώνευση που ονομάστηκε Aerfer, και έχοντας την ικανότητα να παράγει μεταλλικά αεροσκάφη, ανέλαβε να προωθήσει το σχέδιο του Sagittario και τελικά να φτιάξει το Ariete.

Κανένα όμως από τα πρωτότυπα της Aerfer δεν πέρασε σε μαζική παραγωγή, αλλά η ίδια η εταιρεία ενώθηκε με το αεροπορικό τμήμα της FIAT (FIAT Aviazione), για να ιδρύσουν την Aeritalia το 1969. H νέα εταιρεία, μας έδωσε το γνωστό μεταγωγικό G.222, κατασκεύασε εγχώρια τα αμερικανικά μαχητικά F-104. Σε ένα γαϊτανάκι νέων συνεργασιών και συγχωνεύσεων, η Aeritalia ενώθηκε με την Selenia, στην Alenia Aeronautica, η οποία είχε θυγατρική την Aermacchi, ώστε τελικά όλες μαζί να καταλήξουν στον σημερινό όμιλο της Leonardo. Κάπως έτσι η ιστορία του μικρού “δικινητήριου” Ariete συνδέεται και με όλη την μεταπολεμική πορεία της ιταλικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας!