Του Μάριου Δημητρίου
Η προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανίσει την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή ως νομιμοποίηση των διεκδικήσεών της συναντά την κοινή αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με δήλωση που εξέδωσε σήμερα, 21 Οκτωβρίου 2026, η Ύπατη Εκπρόσωπος Κάγια Κάλας εξ ονόματος της ΕΕ, οι 27 απορρίπτουν τη συμφωνία και ζητούν σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών μελών.
Για την Ελλάδα, πρόκειται για διπλωματικό κέρδος με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η ευρωπαϊκή αντίδραση έρχεται τη στιγμή που η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει την αλλαγή στάσης του λιβυκού κοινοβουλίου για να ενισχύσει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο. Όπως καταγράφεται και στις τουρκικές αντιδράσεις που παρουσίασε η ΠΤΗΣΗ, η Άγκυρα επένδυσε πολιτικά στην κύρωση. Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες απαντούν ότι αυτή η εξέλιξη δεν αλλάζει την αντιμετώπιση του μνημονίου.
Το πλήρες κείμενο της δήλωσης
Η επίσημη δήλωση που δημοσίευσε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ελληνική απόδοση, αναφέρει τα ακόλουθα.
Η ΕΕ εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά της για την κύρωση του «Μνημονίου Κατανόησης Τουρκίας-Λιβύης για την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο Θάλασσα» του 2019 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου 2026.
Η θέση της ΕΕ σχετικά με το Μνημόνιο Κατανόησης είναι σταθερή και σαφής. Όπως διατυπώθηκε στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019 και επαναλήφθηκε τον Ιούνιο του 2025, το Μνημόνιο Κατανόησης Τουρκίας-Λιβύης παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας. Είναι άκυρο και ανίσχυρο και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.
Η ΕΕ έχει στρατηγικό συμφέρον για ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο και καλεί όλες τις χώρες να σέβονται τα κυριαρχικά δικαιώματα όλων των κρατών μελών, σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Γιατί είναι σημαντικό για την Ελλάδα
Το πρώτο όφελος αφορά το ίδιο το επιχείρημα της τουρκολιβυκής πλευράς. Η εσωτερική κύρωση μιας συμφωνίας δεν της επιτρέπει να αφαιρεί δικαιώματα από μια τρίτη χώρα. Η ψήφος του λιβυκού κοινοβουλίου μπορεί να εξυπηρετεί την πολιτική προσέγγιση με την Τουρκία, όμως η ευρωπαϊκή θέση παραμένει ότι το μνημόνιο δεν δεσμεύει τα κράτη των οποίων τα δικαιώματα θίγονται.
Η ουσία της διαφοράς βρίσκεται στη γεωγραφία. Η τουρκολιβυκή χάραξη παρακάμπτει την παρουσία ελληνικών νησιών, με χαρακτηριστικότερη την Κρήτη, για να κατασκευάσει θαλάσσια γειτνίαση Τουρκίας και Λιβύης. Το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι τα νησιά διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες, με την ειδική εξαίρεση των βράχων που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή. Η Κρήτη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να απουσιάζει από τον χάρτη. Η τελική οριοθέτηση μεταξύ αντικείμενων ακτών παραμένει διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση ότι τα νησιά γεννούν δικαιώματα.
Το δεύτερο όφελος είναι η συνέχεια της ευρωπαϊκής στάσης. Ήδη στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2025, οι ηγέτες είχαν επαναλάβει την απόρριψη του μνημονίου. Η σημερινή τοποθέτηση δείχνει ότι η Ένωση διατηρεί αυτή τη γραμμή και μετά τη νέα λιβυκή ενέργεια. Η Άγκυρα αποκτά έναν ακόμη υποστηρικτή της συμφωνίας μέσα στη Λιβύη, αλλά δεν εξασφαλίζει ευρωπαϊκή αποδοχή.
Το τρίτο κέρδος αφορά το περιθώριο διπλωματικών χειρισμών της Αθήνας. Η Ελλάδα μπορεί να επικαλείται μια κοινά συμφωνημένη ευρωπαϊκή θέση στις επαφές της με εταίρους και τρίτες χώρες. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της αποκτά τη βαρύτητα μιας θέσης ολόκληρης της Ένωσης, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες οικονομικές ή πολιτικές σχέσεις κάθε κράτους μέλους με την Τουρκία και τη Λιβύη.
Η ελληνική ΑΟΖ έχει ευρωπαϊκή διάσταση
Η αναφορά στο στρατηγικό συμφέρον της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο έχει σημασία για την ελληνική αποκλειστική οικονομική ζώνη, την ΑΟΖ. Η ασφάλεια του θαλάσσιου χώρου γύρω από την Ελλάδα συνδέεται με ευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, επενδύσεις, θαλάσσιες μεταφορές και οικονομικές δραστηριότητες. Επομένως, η αμφισβήτηση των ελληνικών δικαιωμάτων αφορά άμεσα και τη δυνατότητα της Ένωσης να προστατεύει τα συμφέροντά της στην περιοχή.
Αυτή η ευρωπαϊκή διάσταση έχει και θεσμικό υπόβαθρο. Στην κοινή αλιευτική πολιτική, ο Κανονισμός 1380/2013 ορίζει ως ενωσιακά ύδατα εκείνα που βρίσκονται υπό την κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Η άσκηση ελληνικής δικαιοδοσίας στη θάλασσα συνδέεται, συνεπώς, και με την εφαρμογή ευρωπαϊκών πολιτικών.
Με αυτή την πολιτική και θεσμική έννοια, η ελληνική ΑΟΖ είναι και ευρωπαϊκή υπόθεση. Τα δικαιώματα ανήκουν στην Ελλάδα, ενώ η προστασία τους αφορά το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον. Η σημερινή δήλωση δεν χρησιμοποιεί τον όρο «ευρωπαϊκή ΑΟΖ», ούτε εγκρίνει συγκεκριμένες συντεταγμένες σε μη οριοθετημένες περιοχές. Επιβεβαιώνει, όμως, ότι τα θαλάσσια δικαιώματα ενός κράτους μέλους αποτελούν ζήτημα για το οποίο η Ένωση οφείλει να έχει κοινή στάση.
Αυτό απαντά και στην τουρκική απαίτηση να τηρούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ίσες αποστάσεις. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία συμμετέχουν στην Ένωση. Η υπεράσπιση των νόμιμων κυριαρχικών τους δικαιωμάτων αποτελεί ευρωπαϊκή ευθύνη, όπως είχε υπογραμμιστεί και με την κοινή δήλωση Κόστα και φον ντερ Λάιεν στις 20 Οκτωβρίου.
Η συνέχεια θα κριθεί στην ευρωπαϊκή πολιτική
Η δήλωση είναι θετική για την Ελλάδα, χωρίς να αποτελεί από μόνη της απόφαση κυρώσεων ή μηχανισμό αποτροπής ενεργειών στη θάλασσα. Η πρακτική της αξία θα ενισχυθεί εφόσον η κοινή θέση εφαρμόζεται σταθερά στις σχέσεις της ΕΕ με την Άγκυρα και τις λιβυκές αρχές.
Για την Αθήνα, ο επόμενος στόχος είναι συγκεκριμένος. Ο σεβασμός των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων πρέπει να αποτελεί κριτήριο της ευρωπαϊκής συνεργασίας με τις δύο χώρες, ιδίως όταν συζητούνται συμφωνίες και πρωτοβουλίες που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο. Η ομοφωνία των 27 προσφέρει τη βάση για να ζητηθεί αυτή η συνέπεια. Εκεί θα φανεί πόσο αποτελεσματικά μπορεί η διπλωματική επιτυχία να μετατραπεί σε προστασία ελληνικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων.