Η Γαλλία προχωρά στην κατασκευή του νέου πυρηνοκίνητου αεροπλανοφόρου France Libre, που θα διαδεχθεί το Charles de Gaulle, με στόχο να ενισχύσει την αεροναυτική της ισχύ για τις επόμενες δεκαετίες. Το όνομα του πλοίου αποκαλύφθηκε στις 18 Μαρτίου, παρουσία του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ως φόρος τιμής στο κίνημα της Ελεύθερης Γαλλίας του στρατηγού Σαρλ ντε Γκολ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το πρόγραμμα πέρασε στη φάση υλοποίησης στα τέλη του 2025, με την έναρξη της βιομηχανικής παραγωγής και τις παραγγελίες κρίσιμων εξαρτημάτων. Με μήκος 310 μέτρα, μέγιστο πλάτος 90 μέτρα και εκτόπισμα περίπου 78.000 τόνων, το France Libre θα είναι το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο που έχει κατασκευαστεί ποτέ στη Γαλλία. Το κατάστρωμα πτήσεων θα καλύπτει περίπου 17.000 τετραγωνικά μέτρα, ενώ η ταχύτητά του θα φτάνει τους 27 κόμβους.

Η πρόωση θα βασίζεται σε δύο πυρηνικούς αντιδραστήρες K22, που κατασκευάζονται ήδη στο Χερβούργο. Τρεις ηλεκτρομαγνητικοί καταπέλτες θα επιτρέπουν την απογείωση αεροσκαφών διαφορετικού βάρους, από drones έως μαχητικά και αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης. Το αεροπορικό σκέλος αναμένεται να περιλαμβάνει περίπου 40 αεροσκάφη, μεταξύ των οποίων Rafale Marine, αεροσκάφη E-2D Advanced Hawkeye, ελικόπτερα και μελλοντικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη μάχης.

Ωστόσο, σημαντικές τεχνολογικές επιλογές παραμένουν ανοιχτές. Η Γαλλία δεν έχει οριστικοποιήσει τα χαρακτηριστικά των μελλοντικών drones και του διαδόχου του Rafale, ενώ εξετάζει τη δυνατότητα ανάπτυξης εγχώριου συστήματος ηλεκτρομαγνητικών καταπελτών, τεχνολογίας που σήμερα προέρχεται από τις ΗΠΑ.

Η κατασκευή θα αρχίσει στο Σεν-Ναζέρ το 2031, με τις δοκιμές να ξεκινούν από το 2036 και την ένταξή του σε υπηρεσία το 2038, αν όλα πάνε καλά. Το κόστος του ίδιου του πλοίου υπολογίζεται σε 10,2 δισ. ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται τα αεροσκάφη, τα πυρομαχικά και οι απαραίτητες υποδομές υποστήριξης.

Το βασικό στρατηγικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει το ίδιο 40 και πλέον χρόνια μετά την ένταξη σε υπηρεσία του Charles de Gaulle: η Γαλλία θα διαθέτει μόνο ένα αεροπλανοφόρο, γεγονός που συνεπάγεται περιόδους χωρίς αεροναυτική κάλυψη κατά τις μεγάλες εργασίες συντήρησης. Η απαίτηση των Γάλλων ναυάρχων ήδη από τη δεκαετία του 1980 για τουλάχιστον δύο  παραμένει και θα παραμείνει στο απώτερο μέλλον χωρίς ανταπόκριση.

Όπως είπαμε το France Libre αναμένεται με τις πιο αισιόδοξες προοπτικές να ενταχθεί σε υπηρεσία πριν το 2038. Μέχρι τότε, το ήδη 25 ετών Charles de Gaulle καλείται να διατηρήσει την επιχειρησιακή παρουσία της Γαλλίας στις διεθνείς κρίσεις. Ο προγραμματισμένος εκσυγχρονισμός του, το 2027-2028, αναμένεται να τον κρατήσει εκτός δράσης για περίπου 18 μήνες, αφήνοντας τη χώρα χωρίς αεροπλανοφόρο. Η πιθανότητα παράτασης της υπηρεσίας του εξετάζεται, χωρίς να έχουν οριστικοποιηθεί οι τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις.

Ο αστάθμητος παράγοντας είναι η πορεία των γαλλικών εξοπλιστικών προγραμμάτων και ναυπηγικών εξελίξεων. Σημειώνεται ότι ιστορικά, το γαλλικό ναυτικό ναυπήγησε τα συμβατικής πρόωσης αεροπλανοφόρα Foch και Clemenceau το 1961 και 1963 αντίστοιχα με την προοπτική να τα αντικαταστήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Το γαλλικό ναυτικό έπρεπε να περιμένει ως το 1989 για να ξεκινήσει η ναυπήγηση του Charles de Gaulle και μέχρι το 2001 για να ολοκληρωθεί ενώ ένα δεύτερο αεροπλανοφόρο για να συμπληρωθεί η «μαγική δυάδα», δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Το δίλημμα είναι ευρύτερο από την αντικατάσταση ενός πλοίου. Η Γαλλία πρέπει να αποφασίσει αν η στρατηγική αυτονομία της δικαιολογεί την επένδυση σε δεύτερο αεροπλανοφόρο, ώστε να εξασφαλίζεται διαρκέστερη διαθεσιμότητα και επιχειρησιακή ευελιξία. Προς το παρόν, αυτό σκοντάφτει στο δυσβάστακτο οικονομικό κόστος της ναυπήγησης και κυρίως συντήρησης ενός δεύτερου πυρηνοκίνητου αεροπλανοφόρου.

Η αδυναμία αυτή θα μπορούσε να θεραπευτεί μέσα από μια τολμηρή, ευρωπαϊκή συμμαχία. Το επιχειρηματικό σκεπτικό μιας τέτοιας συνεργασίας βασίζεται στον επιμερισμό του δυσβάσταχτου οικονομικού κόστους ναυπήγησης και στη δημιουργία μιας μόνιμης, αεροναυτικής παρουσίας στη θάλασσα μέσω της από κοινού χρηματοδότησης του δευτέρου αεροπλανοφόρου από μια συμμαχική ευρωπαϊκή χώρα, όπως η Ισπανία ή η Ιταλία, που επιχειρούν τώρα με μικρά αεροπλανοφόρα.

Ωστόσο, η πραγματικότητα αναδεικνύει σοβαρά πολιτικά και τεχνικά προσκόμματα, πέραν των καθαρά οικονομικών, που κρατούν αυτό το σενάριο στα χαρτιά. Η ακλόνητη προσήλωση του Παρισιού στην περίπλοκη πυρηνική πρόωση έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις συμβατικές επιλογές των υπόλοιπων ευρωπαϊκών ναυτικών. Παράλληλα, η ασυμβατότητα μεταξύ των γαλλικών καταπελτών και των αεροπλανοφόρων κάθετης απογείωσης των συμμάχων, σε συνδυασμό με το ακανθώδες ερώτημα του ποιός θα έχει το τελικό δικαίωμα «βέτο» σε μια διεθνή κρίση, καθιστούν την προοπτική ενός κοινού αεροπλανοφόρου μια εξαιρετικά δύσκολη διπλωματική εξίσωση.