Του Γιάννου Χαραλαμπίδη από την Σημερινή Κύπρου

Άλμα αεράμυνας διενεργείται από την Εθνική Φρουρά για να κλείσει ένας θόλος αεράμυνας, ανάλογος με εκείνο της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε παραγγελία μιας τρίτης συστοιχίας του αντιαεροπορικού αντιβαλλιστικού συστήματος BARAK MX, συστοιχιών ενίσχυσης της αεράμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, συστοιχιών DRONE DOME και δύο συστημάτων λέιζερ LITE BEAM από το Ισραήλ, που θα αναπτυχθούν στο νησί σε λογικό χρονικό διάστημα. Μέρος των συστοιχιών DRONE DOME βρίσκεται ήδη στην Κύπρο για να κλείσει την τρύπα της χαμηλής ζώνης αεράμυνας και δη για την προστασία των BARAK MX. Είναι, ταυτοχρόνως, στα πλάνα της Εθνικής Φρουράς η αγορά και του IRON DOME με βεληνεκές 70 χιλιόμετρα, προκειμένου να αντικατασταθούν τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα BUK.

Τα F-16, ΗΠΑ και Ισραήλ

Η όλη αρχιτεκτονική ενισχύει την υφιστάμενη αντιαεροπορική προστασία σε πολυεπίπεδο σύστημα αποτροπής – σύστημα ζωνών – με δυνατότητες αντιμετώπισης απειλών διαφορετικής εμβέλειας, ταχύτητας, τεχνολογίας και κόστους. Σε αυτόν τον σχεδιασμό περιλαμβάνονται, επίσης, τα 4 ελληνικά F-16, που ανήκουν και αυτά σε συγκεκριμένο σχεδιασμό για την υποστήριξη της Κύπρου σε περίοδο κρίσης.

Επειδή, βεβαίως, η Τουρκία ενοχλείται από τις εξελίξεις αυτές, καθότι ουδόλως θέλει την ενίσχυση της αποτροπής των Ελλήνων της Κύπρου, είναι θυμωμένη. Ένα, δε, από τα ζητήματα που θα πρέπει να έχει πάντα κάποιος υπ’ όψιν, είναι τις απειλές της, τις οποίες κανείς δεν δικαιούται να υποτιμά. Γι’ αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Ισραήλ εξασφαλίζει την ανάπτυξη των οπλικών συστημάτων που αγοράζει η Κύπρος από το ίδιο. Είναι, δε, οι αγορές αυτές με την ανοχή των ΗΠΑ, αφού εντάσσονται ως εργαλεία αυτοάμυνας και περιφερειακής ασφάλειας. Σε αυτή την περιφερειακή ασφάλεια εμπίπτει και η Βάση Ανδρέας Παπανδρέου, η οποία, κατόπιν συμφωνίας με την Κυπριακή Δημοκρατία, χρησιμοποιείται από τους Αμερικανούς.

BARAK MX: Η αντιαεροπορική προστασία μέσου και μεγάλου βεληνεκούς

Το ισραηλινό BARAK MX, της Israel Aerospace Industries (IAI), αποτελεί ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας, με δυνατότητα συνδυασμού ραντάρ AESA, κέντρου διαχείρισης μάχης και διαφορετικών αναχαιτιστικών πυραύλων. Ως γνωστόν, η οικογένεια περιλαμβάνει πυραύλους BARAK SR εμβέλειας 15 χιλιομέτρων, MR 35 χιλιομέτρων, LR 70 χιλιομέτρων και ER 150 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με τον κατασκευαστή, δύναται να προσβάλλει εναέριους στόχους σε ύψος έως 30 χιλιομέτρων. Κάθε εκτοξευτής της συγκεκριμένης έκδοσης μπορεί να μεταφέρει οκτώ αναχαιτιστές.

Η προσθήκη τρίτου ολοκληρωμένου συστήματος θα αυξήσει τις δυνατότητες ταυτόχρονων εμπλοκών, την αλληλοεπικάλυψη των ζωνών άμυνας και την ανθεκτικότητα του δικτύου απέναντι σε επιθέσεις κορεσμού. Θα διευκόλυνε επίσης την αντιμετώπιση μαχητικών αεροσκαφών, πυραύλων cruise, UAV και τακτικών βαλλιστικών απειλών.

Συστοιχίες IRON DOME: Η ενδιάμεση αντιπυραυλική ασπίδα

Το IRON DOME, που αναπτύχθηκε από τη Rafael, χρησιμοποιεί τον αναχαιτιστή Tamir και έχει σχεδιαστεί πρωτίστως για την αντιμετώπιση ρουκετών, βλημάτων πυροβολικού και όλμων, ενώ διαθέτει δυνατότητες αντιμετώπισης UAV και άλλων εναέριων απειλών. Η εμβέλειά του κυμαίνεται περίπου μεταξύ 4 και 70 χιλιομέτρων. Μία τυπική συστοιχία περιλαμβάνει ραντάρ εντοπισμού και παρακολούθησης, κέντρο διαχείρισης μάχης και τρεις έως τέσσερις εκτοξευτές, με έως 20 πυραύλους ανά εκτοξευτή.

Υπό αυτές τις συνθήκες, εάν πάρουμε ως παράδειγμα τέσσερις εξοπλισμένες συστοιχίες, θα ήταν δυνατό να διαθέτουν 240 έως 320 έτοιμους προς εκτόξευση αναχαιτιστές Tamir. Το βασικό πλεονέκτημα του IRON DOME είναι η δυνατότητα υπολογισμού της προβλεπόμενης πορείας των εισερχόμενων απειλών, ώστε να επιλέγονται για αναχαίτιση εκείνες που κατευθύνονται σε προστατευόμενες περιοχές. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο συγκεκριμένος τρόπος δράσης περιορίζει την άσκοπη κατανάλωση πυρομαχικών.

Ένα ολοκληρωμένο IRON DOME περιλαμβάνει:

  1. Ραντάρ EL/M-2084: Εντοπίζει και παρακολουθεί εισερχόμενους στόχους.
  2. Κέντρο διοίκησης και ελέγχου (BMC): Υπολογίζει την τροχιά των απειλών και εκτιμά εάν κατευθύνονται προς προστατευόμενες περιοχές.
  3. Εκτοξευτές πυραύλων: Φέρουν τους αναχαιτιστικούς πυραύλους.
  4. Αναχαιτιστές Tamir: Καταστρέφουν τις απειλές στον αέρα.
  5. Συστήματα επικοινωνιών και υποστήριξης: Συνδέουν τους αισθητήρες, τη διοίκηση και τους εκτοξευτές.

DRONE DOME: Αντιμετώπιση της απειλής των μη επανδρωμένων

Στον σύγχρονο πόλεμο διαπιστώνει κάποιος τη μαζική χρήση ή, αλλιώς, τις επιθέσεις κατά σμήνη των UAV και των περιφερόμενων πυρομαχικών (loitering ammunition). Η τακτική αυτή έχει μεταβάλει την οικονομία του σύγχρονου πολέμου, διότι ένα φθηνό drone μπορεί να προκαλέσει τον αμυνόμενο να χρησιμοποιήσει δυσανάλογα ακριβό αναχαιτιστικό πύραυλο.

Το DRONE DOME της Rafael αντιμετωπίζει αυτή την ανισορροπία μέσω συνδυασμού αισθητήρων, διενέργειας ηλεκτρονικού πολέμου και συστημάτων εξουδετέρωσης. Στο εν λόγω σύστημα περιλαμβάνονται ραντάρ RPS-42 με εμβέλεια έως 5 χιλιόμετρα και RPS-82 έως και 10 χιλιόμετρα, καθώς και ηλεκτροοπτικοί αισθητήρες των οποίων η δυνατότητα εντοπισμού και αναγνώρισης φτάνει έως και 8 χιλιόμετρα. Παρέχεται περιμετρική, δηλαδή κυκλική, επιτήρηση, 360 μοιρών.

Οι εχθρικές αναχαιτίσεις γίνονται με δύο τρόπους: Πρώτος, παρεμβολές επικοινωνιών (jamming) και δορυφορικής πλοήγησης, που φέρουν την ονομασία (soft kill). Στόχος είναι η απώλεια ελέγχου ή η αδυναμία ολοκλήρωσης της αποστολής του. Δεύτερος, μέσω διασύνδεσης με μέσα φυσικής καταστροφής (hard kill). Σχετικά με αυτήν τη δράση γίνεται χρήση λέιζερ, αναχαιτιστικών πυραύλων, αντιαεροπορικών πυροβόλων ή ειδικών αναχαιτιστικών drones για την καταστροφή ή αχρήστευση του στόχου.

Το DRONE DOME περιλαμβάνει πέντε βασικά υποσυστήματα:

  1. Ραντάρ RPS-42 ή RPS-82: Εντοπίζει και παρακολουθεί μικρά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
  2. Ηλεκτροοπτικούς και υπέρυθρους αισθητήρες (EO/IR): Αναγνωρίζουν οπτικά τους στόχους, ημέρα και νύχτα.
  3. Αισθητήρες ραδιοσυχνοτήτων (RF): Ανιχνεύουν εκπομπές επικοινωνίας και μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό του drone ή του χειριστή του.
  4. Σύστημα ηλεκτρονικών παρεμβολών (jammer): Παρεμβαίνει στην επικοινωνία και στη δορυφορική πλοήγηση των drones.
  5. Κέντρο διοίκησης C4I: Ενοποιεί τις πληροφορίες των αισθητήρων και διαχειρίζεται την αντιμετώπιση της απειλής.

LITE BEAM: Η νέα διάσταση των όπλων λέιζερ

Το LITE BEAM αποτελεί σύστημα λέιζερ υψηλής ενέργειας, ισχύος 10 kW, με κατασκευάστρια τη Rafael. Πρόκειται για σύστημα σχεδιασμένο για την αντιμετώπιση μικρών drones και εναέριων απειλών χαμηλού ύψους. Έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί εμπλοκές σε αποστάσεις έως 3 χιλιομέτρων, υπό κατάλληλες συνθήκες, και προσαρμόζεται σε τροχοφόρα οχήματα 4×4, 6×6 και 8×8, καθώς και σε ερπυστριοφόρες πλατφόρμες.

Lite Beam της Rafael

Το σημαντικότερο πλεονέκτημά του είναι ότι δεν απαιτεί συμβατικούς αναχαιτιστικούς πυραύλους. Το κόστος κάθε εμπλοκής συνδέεται κυρίως με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και τη λειτουργική υποστήριξη. Η απόδοση και η αποτελεσματικότητά του εξαρτώνται από την οπτική επαφή, την ατμοσφαιρική διαύγεια και τον χρόνο παραμονής της δέσμης στον στόχο. Επομένως, τα LITE BEAM θα αποτελούσαν για την Κύπρο οπλικά συστήματα εγγύς προστασίας και όχι υποκατάστατο της πυραυλικής αεράμυνας.

Το LITE BEAM αποτελείται από τα ακόλουθα βασικά στοιχεία:

  1. Μονάδα λέιζερ υψηλής ενέργειας: Παράγει δέσμη λέιζερ ισχύος 10 kW για τη φυσική εξουδετέρωση στόχων.
  2. Οπτικό σύστημα κατεύθυνσης δέσμης: Εστιάζει την ενέργεια σε συγκεκριμένο σημείο του στόχου.
  3. Ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες: Επιτρέπουν τον εντοπισμό και την παρακολούθηση απειλών ημέρα και νύχτα.
  4. Σύστημα σταθεροποίησης και σκόπευσης: Διατηρεί την ακρίβεια της δέσμης κατά την παρακολούθηση του στόχου.
  5. Σύστημα τροφοδοσίας και θερμικής διαχείρισης: Παρέχει την απαιτούμενη ηλεκτρική ενέργεια και υποστηρίζει την ασφαλή λειτουργία του λέιζερ.
  6. Μονάδα διοίκησης και ελέγχου: Επιτρέπει τη λειτουργία από το όχημα ή από απομακρυσμένο σταθμό και τη διασύνδεση με άλλα συστήματα εντοπισμού.
  7. Η στρατηγική σημασία για την Κυπριακή Δημοκρατία

Ο συνδυασμός των τεσσάρων διαφορετικών τεχνολογιών θα μπορούσε να δημιουργήσει αλληλοσυμπληρούμενες ζώνες αντιμετώπισης αεροπορικών και πυραυλικών απειλών. Για την Κύπρο, η οποία αντιμετωπίζει τις συνέπειες της τουρκικής κατοχής από το 1974 και βρίσκεται γεωγραφικά κοντά σε περιοχές υψηλής στρατιωτικής δραστηριότητας, μια τέτοια αρχιτεκτονική θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτροπή και την προστασία ζωτικών κρατικών υποδομών.

Η αποτελεσματικότητά της, όμως, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ενιαίου συστήματος διοίκησης και ελέγχου, επαρκών αποθεμάτων πυρομαχικών, αξιόπιστων αισθητήρων και συνεχούς τεχνικής υποστήριξης.

Το ουσιαστικό στρατηγικό ζητούμενο δεν είναι απλώς ο πολλαπλασιασμός των αντιαεροπορικών μέσων, αλλά η συγκρότηση ενός συνεκτικού, ανθεκτικού και οικονομικά βιώσιμου συστήματος αεράμυνας που θα αυξάνει το κόστος της επιθετικής ενέργειας και θα ενισχύει την αποτρεπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ